Ο Φιντέλ θα ζει παντοτινά. Ο Φιντέλ είναι αθάνατος

Έφοδος στις Μονκάδες τ’ Ουρανού!: Fidel vivirá para siempre! Fidel es inmortal! - Ο Φιντέλ θα ζει παντοτινά! Ο Φιντέλ είναι αθάνατος!
Φιδέλ: Ένα σύγγραμμα περί ηθικής και δυο μεγάλα αρχίδια στην υπηρεσία της ανθρωπότητας (Ντανιέλ Τσαβαρία)
* Φιντέλ: Αυτός που τους σκλάβους ανύψωσε στην κορφή της μυρτιάς και της δάφνης − Κάρλος Πουέμπλα: Ως τη νίκη Κομαντάντε
*
Κάρλος Πουέμπλα: Και τους πρόφτασε ο Φιντέλ − Μετάφραση προσαρμοσμένη στη μελωδία − 4 Video − Aπαγγελία Νερούδα
* Πάμπλο Νερούδα: Φιντέλ, Φιντέλ, οι λαοί σ’ ευγνωμονούνε * Νικολάς Γκιγιέν: Φιντέλ, καλημέρα! (3 ποιήματα)
* Ντανιέλ Τσαβαρία: Η Μεγάλη Κουβανική Επανάσταση και τα Ουτοπικά Αρχίδια του Φιδέλ * Ντανιέλ Τσαβαρία: Ο ενεργειακός βαμπιρισμός του Φιδέλ * Ραούλ Τόρες: Καλπάζοντας με τον Φιντέλ − Τραγούδι μεταφρασμένο - Video


Τα φρούρια του ιμπεριαλισμού δεν είναι απόρθητα: Μικρή ιστορική αναδρομή στη νικηφόρα Κουβανική Επανάσταση και μέχρι τις μέρες μας ‒ Με αφορμή τα 88α γενέθλια του Φιντέλ ‒ Εκλογικό σύστημα & Εκλογές - Ασφάλεια - Εκπαίδευση - Υγεία (88 ΦΩΤΟ) * Φιντέλ (53)

Τρίτη, 26 Μαΐου 2015

Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος του Γιάννη Ρίτσου: Βλέμμα που ποτέ δεν πισωδρόμησε μπροστά στη μοίρα ‒ Το Σύννεφο

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος: 26 Μαΐου 1924, Αμαλιάδα - 19 Μαΐου 2008, Αθήνα
Σχέδιο, Μπάμπης Ζαφειράτος, 26.V.2015 (Μελάνι, 29 χ 21 εκ.)


ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

ΣΤΟΝ ΜΗΤΣΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟ


Μήτσο, το μακρινό, λυπημένο σου βλέμμα
πόσο κοντά μάς φέρνει πράγματα, τοπία, ανθρώπους,
μιαν εκκλησία, μια σκάλα, ένα σκυλί, δυο περιστέρια, ένα ποτάμι,
σπίτια καμένα που καπνίζουν ακόμη γύρω στην Αμαλιάδα,
ένα ψωμί κριθαρένιο, αφημένο στην πέτρα, ‒δεν πρόφτασε να το δαγκώ­σει ο αντάρτης‒
παλιά βιβλία μοναστηρίσια, νέες καμπάνες, ‒πόσο κοντά μας.

Το πολυδύναμο ταλέντο σου τι σιωπηλά ορυχεία έχει ανασκάψει
με το ρωμέικο, αδιάφθορο ξινάρι σου· τι κάρβουνο, τι ασήμι,
τι αχάραγο διαμάντι και χρυσάφι· και τι ασβέστη, σε δύσκολα χρόνια,
από βαθιά ασβεστοκάμινε έχεις ανεβάσει
να βάψεις πάλλευκη την πρόσοψη της νύχτας.

Α, τι δύσκολα χρόνια που ζήσαμε, Μήτσο,
βομβαρδισμένα τα καλύβια μας, πυρπολημένες οι ελιές μας,
άνθρωποι, αρνιά, γελάδες, άλογα να λιώνουν σκοτωμένα σε βουνά και σε χαράδρες,
βυζαντινά σταυρωμένα λυκόφωτα, ‒καημός στον καημό‒ καημένη Ρωμιοσύνη ‒δύσκολα χρόνια,
να περπατάμε ανάμεσα σε σκοτωμένους,
να κουβεντιάζουμε με σκοτωμένους,
να δίνουμε τον όρκο μας στους σκοτωμένους,
να δίνουμε όρκο στη ζωή πάλι και πάλι στο όνομα των σκοτωμένων αδελφών μας.

Από διωγμό σε διωγμό, από θάνατο σε θάνατο,
άνεμοι και ντουφεκισμοί· κι εσύ τα πρώτα παιδικά γραφτά σου να τα κρύβεις στο χώμα
έτσι που θάβαν οι παλιοί καπεταναίοι τα γιαταγάνια τους στο αχούρι·
κι ούτε που να προφτάσεις, Μήτσο, να χαρεί η ματιά σου
μια πεταλούδα που τρεμίζει αχνοκοιτώντας στο νερό τις δυο χρυσόστικτες κουρτίνες τών φτερών της.

Άνεμοι ξένοι, Μήτσο, σε κυνήγησαν μακριά απ’ την άγια ετούτη γη μας
κι έφυγες παίρνοντας μαζί σου μυστική συνοδεία
δυο γριές ελιές, ένα πλατάνι και το απαραίτητο, βέβαια, κυπαρίσσι,
τον ίσκιο μιας ορθόστηθης κολώνας στο χωράφι με τα κίτρινα αγκάθια
και την ανάσα μιας ελληνικής σημαίας στο μέτωπο του σκοτωμένου Ελασίτη.

Άνεμοι ξένοι, Μήτσο, σ’ έδιωξαν απ’ την πατρίδα,
μα εσύ, με την πατρίδα μέσα στην καρδιά σου, σπούδαζες τον κόσμο
από παράθυρο σε δρόμο, από βιβλίο σε βιβλίο,
από άνθρωπο σε άνθρωπο· ‒πώς πλάταινε η αδελφοσύνη.
Όμορφη συντροφιά, ‒ρωμιός εσύ, με τον Τολστόι, τον Ντοστογέφσκι,
τον Τσέχωφ, τον Γκόρκι και τον Σόλοχωφ. Ίδιος αγέρας
ανέμιζε τις χαίτες των άλογων, τις γενειάδες των σοφών και τα μαλλιά σου.

Κι η Σόνια, η Σόνια μας, που μοιραστήκατε, όπως λες, ψωμί και βιβλίο,
που μοιραστήκατε στα ποιήματα τη μέσα θέα του κόσμου,
η Σόνια πάντα πλάι σου, μαζί να κοιτάτε
τις γαλανές οροσειρές της μουσικής περίχυτες απ’ τη σελήνη του Τσαϊκόφσκι,
ή απ’ τ’ αστερόφως του Προκόφιεβ, ή απ’ τ’ αστραπόβροντα του Σοστακόβιτς,
κι έτσι να φέγγουν τα διπλά χαρτιά σας μέσα σ’ όλες τις νύχτες την καινούργια εμπιστοσύνη.

Καλώς μας ήρθες πάλι, Μήτσο, στην πατρίδα
φέρνοντας τον παλιό σου μπόγο, πολύ μεγαλύτερον τώρα,
όλόγιομον απ’ τον καημό της προσφυγιάς 30 χρόνων,
βαρύ απ’ τη γνώση της σιωπής, της καρτερίας και του ασώπαστου αγώνα,
πλούσιο απ’ τα δώρα της Μεγάλης Χώρας που σε στέγασε στα πικρότερα χρόνια της Ελλάδας.

Καλώς μας ήρθες πάλι, Μήτσο, με τ’ ωχρό χαμόγελο σου που ροδίζει,
με το βαθύ σου βλέμμα που ποτέ δεν πισωδρόμησε μπροστά στη μοίρα,
με το βαθύ σου βλέμμα πού όλο πιο βαθαίνει σκάβοντας το σκότος του καιρού μας
για ν’ αναβλύσει η κρήνη του φωτός, ν’ αναγνωρίσει ο άνθρωπος τον άν­θρωπο μες στην ειρήνη
και να πυργώσουν τα βιβλία σου ‒τόμος πάνω στον τόμο‒
μαζί με τα βιβλία των συντρόφων όπου γης, ‒να πυργώσουν
την πανανθρώπινην ελπίδα μας, την πανανθρώπινη σκέψη και πράξη.

ΑΘΗΝΑ, Κάλαμος, 24.XII.81-3.1.82

Γιάννης Ρίτσος: 1 Μαΐου 1909, Μονεμβασιά - 11 Νοεμβρίου 1990, Αθήνα
Σχέδιο, Μπάμπης Ζαφειράτος, 10.V.2015 (Μελάνι, 29 χ 21 εκ.)

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ
ΣΥΝΤΡΟΦΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
Αφιέρωμα στα 40 χρόνια του ΕΑΜ 
ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ, 1988 (σελ. 200-202)



Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, ο τελευταίος κορυφαίος και πολυγραφότατος πεζογράφος της μεταπολεμικής γενιάς, μελετητής και μεταφραστής της Ρωσικής Λογοτεχνίας, γεννήθηκε στην Αμαλιάδα (26/5/1924).
Δεκαοχτάχρονος (1942) εντάχθηκε στο ΕΑΜ Νέων, μετά στην ΕΠΟΝ και αργότερα στο ΚΚΕ. Φοιτητής της Νομικής Σχολής Αθηνών αφοσιώνεται στον απελευθερωτικό αγώνα και εγκαταλείπει τις σπουδές του, τις οποίες θα συνεχίσει μετά την απελευθέρωση.
Το 1947, φοιτητής επί πτυχίω, στρατεύεται αναγκαστικά, αλλά λιποτακτεί. Εντάσσεται στο ΔΣΕ και το 1948 περνά ως μαχητής στο Αρχηγείο Ηπείρου, στου οποίου την εφημερίδα «Καθημερινά Νέα», έστελνε χρονογραφήματα για τις μάχες, υπό το ψευδώνυμο «Σφυρής».
Τραυματίζεται βαριά σε μια σκληρή μάχη και στέλνεται σε νοσοκομείο στην Αλβανία. Επιστρέφει στο Αρχηγείο Ηπείρου, αλλά λόγω αναπηρίας ασχολείται αποκλειστικά με τα «Καθημερινά Νέα» σαν πολεμικός ανταποκριτής όλων των τμημάτων του ΓΑ Ηπείρου. Παράλληλα δημοσιεύει και αγωνιστικού περιεχομένου πεζογραφικά κείμενα και ποιήματα σε έντυπα του ΔΣΕ («Εξόρμηση» κ.α.).
Με την υποχώρηση του ΔΣΕ, το 1949 περνά στην αναγκαστική προσφυγιά. Εγκαθίσταται στο Βουκουρέστι (όπου ασχολήθηκε με το εκδοτικό του ΚΚΕ «Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις») και από το 1956 στη Μόσχα, από όπου επαναπατρίστηκε (1975). Το 1953 καταδικάστηκε από το στρατοδικείο Ιωαννίνων τρις εις θάνατον.
Σπούδασε τη Ρωσική Λογοτεχνία στο Λογοτεχνικό Ινστιτούτο Μόσχας. Το 1957 γνώρισε τη δευτεροετή φοιτήτρια Κλασικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Λομονόσοφ, Σόνια Ιλίνσκαγια (σήμερα ομότιμη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών), με την οποία παντρεύτηκε (1959) και απέκτησε τη μοναχοκόρη του Ολγα Αλεξανδροπούλου.
Τα βιώματά του από το διπλό εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του λαού μας, διαμόρφωσαν και την αταλάντευτη ιδεολογία του και την προσφορά του στους αγώνες του λαού, αλλά και το σύνολο του πλούσιου και ποικίλου έργου του. Ο ίδιος έλεγε: «Η στράτευση ενός λογοτέχνη στους αγώνες του λαού είναι η ανώτατη μορφή ελευθερίας γι'αυτόν». Κι όσον αφορά στο έργο του: «Αισθάνομαι πως έγραφα συνέχεια το ίδιο βιβλίο».
Στο έργο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου αναμείχτηκαν δύο λογοτεχνικές και πολιτισμικές παραδόσεις, η ελληνική και η ρωσική. «Δέθηκε» με τον ρωσικό πολιτισμό τόσο που με σπουδαία μελετητικά και μεταφραστικά έργα του, πρόσφερε την πολύτιμη λογοτεχνική, ιδεολογο-αισθητική γνώση και κρίση του στο προοδευτικό ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Το υποδειγματικό μελετητικό έργο του για τη Ρωσική Λογοτεχνία ολοκληρώθηκε με τις δύο τελευταίες μυθιστορηματικές βιογραφίες του: «Ο Τολστόι» (2007) και «Οσιπ Μαντελστάμ. Στην Πετρούπολη θα σμίξουμε πάλι» (2008, «Ελληνικά Γράμματα»).
Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος άφησε την τελευταία του πνοή στις 16/5/2008, μετά από πολύχρονη μάχη τμε τον καρκίνο, άφήνοντας πίσω του μεγάλο και πολυσχιδές έργο.
Διηγήματα: «Αρματωμένα χρόνια» («Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις» (ΠΛΕ 1954), «Μια πρόσφατη ιστορία» (ΠΛΕ 1962), «Λευκή ακτή» (ΠΛΕ 1966), «Φύλλα φτερά» (1977), «Η ένατη πληγή». «Επιστροφές».
Μυθιστορήματα: «Νύχτες και αυγές» (ΠΛΕ 1961-1963, επανεκδόθηκαν από τη «Σύγχρονη Εποχή» 1987). «Σκηνές από το βίο του Μάξιμου Γραικού» («Σύγχρονη Εποχή», 1982). «Τα θαύματα έρχονται στην ώρα τους» («Σύγχρονη Εποχή» 1988). «Μικρό όργανο για τον επαναπατρισμό». «Αυτά που μένουν». «Στο όριο».
Βιογραφικές μυθιστορίες: «Το ψωμί και το βιβλίο. Ο Γκόρκι» («Σύγχρονη Εποχή» 1980). «Περισσότερη ελευθερία. Ο Τσέχοφ» («Σύγχρονη Εποχή» 1981). «Ο μεγάλος αμαρτωλός. Ο Ντοστογιέφσκι». «Ενας άνθρωπος, μια εποχή. Ο Αλέξανδρος Γκέρτσεν». «Ο Μαγιακόφσκι. Τα εύκολα και τα δύσκολα». «Ο Τολστόι».
Ταξιδιωτικά: «Από τη Μόσχα στη Μόσχα. Ταξίδι στο Βόλγα» (ΠΛΕ 1971). «Οι Αρμένηδες. Ταξίδι στη χώρα τους και στην ιστορία τους» (1982).
Μελέτες: «Αντίσταση-Δημοκρατία. Επιλογή άρθρων». «Πέντε Ρώσοι Κλασικοί» («Σύγχρονη Εποχή» 1975,1979). «Η ρωσική λογοτεχνία. Από τον 11ο αιώνα μέχρι την Επανάσταση του 1917». «Μια συνάντηση. Σεφέρης-Μακρυγιάννης». «Ο βασιλιάς που πέθανε». «Δαίμονες και δαιμονισμένοι. Επιστροφές στον Ντοστογιέφσκι». «Ο Τολστόι, ο Σαίξπηρ και οι τρελοί».
Μεταφράσεις: Εμμανουήλ Καζακέβιτς «Το γαλάζιο τετράδιο» και «Εχθροί» (ΠΛΕ 1966). «Η εκστρατεία του Ιγκορ». «Ο βίος του Πρωτόπαπα Αββακούμ». «Η πολιορκία και η άλωση της Πόλης από τους Τούρκους». Γιούρι Ολέσα «Οι τρεις χοντροί». Αλέξανδρος Γκριμπογέντοφ «Συμφορά από το πολύ μυαλό». Αλέξανδρος Πούσκιν «Η ντάμα Πίκα» («Σύγχρονη Εποχή»). «Μικρές τραγωδίες». «Ο χάλκινος καβαλάρης». Νικολάι Γκόγκολ «Η μύτη». Αντον Τσέχοφ «Εχθροί». Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι «Μπομπόκ». Αλέξανδρος Πούσκιν «Αλλη, καλύτερη, ζητώ ελευθερία?». Αντον Τσέχοφ «Ανιαρή ιστορία».
Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος έλαβε τις εξής διακρίσεις: Πρώτο Βραβείο του Διαγωνισμού Αντιστασιακού Διηγήματος «Κορυσχάδες», του περιοδικού «Επιθεώρηση Τέχνης» (1963). Διεθνές Λογοτεχνικό Βραβείο «Γκόρκι» (Μόσχα 1979) για τις μελέτες και μεταφράσεις ρωσικής λογοτεχνίας. Κρατικό Βραβείο Μυθιστορηματικής Βιογραφίας (1981, «Το ψωμί και το βιβλίο. Ο Γκόρκι». Λογοτεχνικό Βραβείο «Τουμανιάν» (Αρμενία, 1985) για τους «Αρμένηδες». Μεγάλο Κρατικό βραβείο Λογοτεχνίας ΥΠΠΟ (2001) για όλο το έργο του. Βραβείο Ελληνικής Εταιρείας Μεταφραστών Λογοτεχνίας (2002) για την ελληνική μετάφραση του έργου «Εκστρατεία του Ιγκορ». Μετάλλιο «Πούσκιν» (Ρωσική Συνομοσπονδία, 2007).
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 20/5/2008

Aπό Ατέχνως:
Μήτσος Αλεξανδρόπουλος Ι, ΙΙ, ΙΙΙ, IV


Το σύννεφο
Μήτσος ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ

Όπως ήταν καθισμένος πίσω του, έβλεπε ότι αυτός φορούσε καλή ρεπούμπλικα κι οι πλάτες του ήταν γερές, καλοταϊσμένες. Μα και το κουστούμι καινούργιο φαινόταν.
Ευκατάστατος άνθρωπος, σκέφτηκε.
Ως τα τότε δεν τον είχε προσέξει. Τον πήρε ξαφνικά το βλέμμα του σα να φύτρωσε εκείνη τη στιγμή στο μπροστινό κάθισμα. Κάτι περίεργα αισθήματα του έφερνε η γερή κοψιά αυτού του ανθρώπου - κακά αισθήματα και απορούσε κι ο ίδιος. Του έφταιξε αυτός σε τίποτα; Σε τίποτα δεν του είχε φταίξει, ούτε τον γνώριζε, ούτε τον είδε άλλη φορά. Εστεκαν εδώ και λίγα λεπτά στο πεζοδρόμιο και περίμεναν το τραμ. Αλλά ούτε είχε προσέξει ότι στέκει κι αυτός και περιμένει. Κατόπι ανέβηκαν στο τραμ. Ούτε τότε σημείωσε την παρουσία του.
Όταν έφτασε το τραμ πέρασε από πάνω και το σύννεφο κι άρχισε η βροχή. Χοντρές - χοντρές σταλαματιές, ένα κορόμηλο η κάθε μια. Πέφτουν κάτω στην άσφαλτο κι από την άσφαλτο ανεβαίνει η σκόνη κι η μυρουδιά της. Μια στυφή, ζεστούτσικη μυρουδιά μέσα από τις χοντρές σταγόνες - έτσι μυρίζει εδώ στην πόλη το φθινόπωρο. Ο δρόμος σκοτείνιασε αμέσως. Από τη μεριά της πλατείας κατέβηκε ένας αέρας, η βροχή δυνάμωσε.
Εφτασε ευτυχώς το τραμ.
Κάτι σταγόνες τον είχαν πάρει, μούσκεψαν αμέσως το καψοπουκάμισο και τώρα κατέβαιναν κρύες στη ραχοκοκαλιά. Αυτό το σύννεφο, ο δρόμος που σκοτείνιασε, ο ξαφνικός αέρας, το ψυχρό νερό που μούσκευε ως κάτω την πλάτη - όλα του προμηνούσαν αυτά που προμηνάν στους φτωχούς τα πρωτοβρόχια. Δεν τον πρόσεξε λοιπόν, γιατί σκεφτόταν αυτά τα πράγματα.
Πρέπει δίχως άλλο να φροντίσει να βρει ένα καλύτερο μέρος, τέτοιος καλός τεχνίτης που είναι κι αυτός, ν' αυξηθεί λίγο ο μισθός. Αλλιώτικα, πώς να βγει πέρα! Αν μείνει εκεί όπου είναι, ελπίδα δεν υπάρχει για μια καλυτέρεψη - αυτό είναι τελειωμένο ζήτημα. Τα έχουν πει με το αφεντικό αρκετές φορές, εκείνος βάζει κάτω τα χαρτιά κι αρχίζει - μπορεί ο άνθρωπος να 'χει και δίκιο. Τόση η αξία των εργαλείων, τόσα τα υπόλοιπα έξοδα: σαπούνια, πλυσίματα, ο φωτισμός, το νοίκι, κολόνιες... Επειτα, τόσα παίρνεις εσύ, να τι μένουν και σε μένα. Αυτός του λέει ότι δε βγαίνει όμως πέρα με ό,τι του δίνει, πρέπει να σκεφτούν και τα παιδιά του.
«Εμ και τα δικά μου», λέει ο άλλος, «να μην τα σκεφτώ κι εγώ; Πώς το θέλεις;».
Οταν φτάνουν σ' αυτά δε λένε πια τίποτ' άλλο.
Μπα, πρέπει να κοιτάξει να οικονομηθεί αλλιώς, να βρει κάνα μαγαζάκι, γιατί είναι πολύ άσχημα έτσι... Σκέφτεται τη μεγάλη κόρη που δεν έχει τώρα παπουτσάκια, τη γυναίκα με το μωρό που έχει ανάγκη από καλή τροφή, από ζεστά ρουχαλάκια. Αυτό χρειάζεται και χυμούς φρούτων, του λένε, να μην πάθει ραχίτιδα. Σκέφτεται και τη δική του κατάσταση, ότι δεν έχει κι αυτός παλτό - όλ' αυτά σκέφτεται κι εκεί απάνω κάνει μια έτσι και τόνε πρόσεξε.
Ο σβέρκος του ήταν που έκανε και τον πρόσεξε. Οι άνθρωποι του σιναφιού έχουν ιδιαίτερα πάρε δώσε με το μέρος αυτό. Ο σβέρκος είναι γι' αυτούς ό,τι περίπου το πρόσωπο. Οταν μιλάν με τον πελάτη, τις περισσότερες φορές κοιτάν εκεί. Μια ματιά άμα ρίξουν, ξέρουν κατόπιν τι είναι περίπου ο πελάτης που κάθισε στο κάθισμα.
Γρηγοριάδης Κώστας
... Αυτός που κάθεται τώρα στο μπροστινό κάθισμα είναι, λοιπόν, χορτάτος άνθρωπος. Ευκατάστατος, που φορά και καλό κουστούμι και θα 'χει και παλτό στο σπίτι. Σιγουρεμένος νοικοκύρης. Πάει τώρα στο σπίτι και θα κρατάει κανένα πλεμάτι φουσκωτό. Με κρέας μέσα, πατάτες, το ρυζάκι, τα φρούτα, τα καινούργια παπούτσια για τη μεγάλη κόρη, τους χυμούς για το άλλο... «Και πώς τα κρατάει όλα;» θα πεις. Τα κρατάει, πού έχει το θηρίο ανάγκη!
Οι ξένες πλάτες χοροπηδάν. Εκεί πάνω τον έχουν πάρει μερικές σταγόνες, αλλά το γερό ύφασμα ούτε υποψιάζεται τίποτα. Στέκουν οι σταγόνες εκεί ολοστρόγγυλες σα να πάγωσαν, δεν μπορούν να περάσουν κάτω. Κοιτάζει και τη ρεπούμπλικα, που την πήρε κι αυτή λίγο η βροχή, το καινούργιο κουστούμι αυτού του ευτυχισμένου ανθρώπου, που δε σκέφτεται το χειμώνα που έρχεται, τα κοιτάζει αυτά και καταλαβαίνει ότι σιγά - σιγά κάτι κινιέται μέσα του και γίνεται ο νους του σκοτεινός, όπως ο δρόμος κάτω από το σύννεφο.
Τότε γύρισε ο άνθρωπος και τον ρώτησε ευγενικότατα:
«Είναι, κύριε, μακριά η οδός Ολυμπίων από τη στάση;».
Του απάντησε θυμωμένος όπως ήταν:
«Δεν την ξέρω!» και κοίταξε αλλού.
Ενώ την ξέρει βέβαια. Εκεί ζει κι αυτός, στην οδό Ολυμπίων.
Η γυναίκα που καθόταν δίπλα γύρισε αμέσως και τον πληροφόρησε πού πέφτει η οδός Ολυμπίων. Θα πάτε εκεί, εξηγούσε, θα κάνετε έτσι, θα κάνετε αλλιώς - όλες τις λεπτομέρειες.
«Ορίστε τώρα κι αυτή!» μια αντιπάθεια αισθάνθηκε και για την καλή γυναίκα.
Εφτασε το τραμ στη στάση, κατέβηκαν. Εβρεχε ακόμη, δεν είχε περάσει το σύννεφο. Ετρεξαν να τρυπώσουν στο καφενείο. Μπροστά πάει πάλι αυτός. Τακ - τουκ! τα στέρεα τακούνια στην άσφαλτο. Κοίταξε να δει: είχε πλεμάτι; Δεν είχε.
Στην είσοδο του καφενείου ήταν κι άλλοι. Στριμώχτηκαν γερά.
... Στέκουν και περιμένουν πότε θα περάσει η βροχή. Επιμένει όμως να βρέχει, το ρίχνει με το κανάτι, όπως γίνεται συχνά εδώ κάτω με τα πρωτοβρόχια.
Κάποιον έχουν στριμώξει οι άλλοι στον τοίχο και πάει ο άνθρωπος να σκάσει. Είναι ένας με κόκκινη φαλάκρα και στριφογυρίζει να λασκάρει. Πλάι σε κείνον έχει σταθεί κι ο άλλος από το τραμ. Κι αυτόν, καθώς γύρισε να λευτερωθεί, τον πάτησε φαίνεται ο φαλακρός και τώρα του ζητάει συγνώμη.
«Τι;» είπε αυτός.
«Το πόδι σας!».
«Α!... Τίποτα, τίποτα... Δεν το νιώθω!».
«Πώς;».
«Δεν το νιώθω!» του λέει πάλι.
«Ω... Συγνώμη!...».
Ο φαλακρός παραμέρισε. Παραμέρισαν και οι άλλοι. Μερικοί για να μην τον στενοχωρούν. Μερικοί από περιέργεια.
«Μα καθόλου;» ρώτησε δειλά κάποιος.
«Να!».
Εσκυψε λίγο και χτύπησε με το δάχτυλο κάτω από το γόνατο. «Ντουκ! Ντουκ!».
«Δε διακρίνεται όμως διόλου!» είπε μια γυναίκα.
Αυτό του έκανε κάποια ευχαρίστηση:
«Είκοσι χρόνια το κουβαλάω», είπε. «Οσο να 'ναι συνηθίζεις».
«Στον πόλεμο;» ρώτησε κάποιος.
«Το χίλια εννιακόσια σαράντα τρία!» του απάντησε.
«Στ' ανταρτικά της Ρούμελης!».
Όσοι ήταν κοντά στην πόρτα άρχισαν να βγαίνουν.
«Σταμάτησε;» ρωτούσαν από το βάθος.
«Μάλλον».
«Ε, τι θα 'κανε; Σύννεφο ήταν και πέρασε...».
Αυτός φρόντισε και βγήκαν μαζί.
«Από 'δω», του είπε, «θα πάτε για την οδό Ολυμπίων».
«Σας ευχαριστώ!».
«Μαζί θα πάμε».
Και πήγαιναν πλάι - πλάι. Τώρα το άκουγε καλά που χτύπαγε τη φρεσκοπλυμένη άσφαλτο: «γκουπ - γκουπ!».
«Εφτασε το φθινόπωρο!» είπε ο κουρέας.
«Ο καιρός του είναι».
«Καθόλου δε μ' αρέσουν οι βροχές».
«Εσείς εδώ κάτω δεν υποφέρετε και τόσο από δαύτες. Οσο και να βρέξει, το μετανογάει. Εμάς να ρωτάτε τι τραβάμε, οι ορεινοί».
«Α, καταλαβαίνω. Εκεί θα 'χετε βροχές...».
«Πολλές βροχές».
Οταν γίνεται η κουβέντα δεν ακούγεται και πολύ αυτό το χτύπημα.
«Και τώρα με τίποτα δουλειές θα 'χετε έρθει εσείς στην Αθήνα».
«Μπα τι δουλειές; Στους γιατρούς τρέχω».
«Με το τραύμα τίποτα;».
«Μ' αυτό».
«Και τι παρουσιάζει τώρα το τραύμα;».
«Εχει συρίγγιο».
«Α...».
«Και τρέχω στους γιατρούς. Μου έχουν τώρα συστήσει έναν εδώ στην Αθήνα κι αυτός μένει στην οδό αυτή. Λένε ότι είναι καλός γιατρός. Ευθυμίου τόνε λένε».
«Τον έχω ακουστά».
«Είναι καλός γιατρός;».
«Ετσι λένε».
Προσπέρασαν το δικό του σπίτι αλλά δεν τον αποχαιρέτησε.
Τον πήγε ως του γιατρού.
«Αυτό είναι!».
«Ευχαριστώ».
Ετρεξε στην πόρτα και διάβασε την πινακίδα του γιατρού. Χτύπησε και το κουδούνι.
«Εδώ, εδώ είναι».
«Σας ευχαριστώ πολύ!».
Του έδωσε το χέρι.
«Σας εύχομαι περαστικά... Είναι καλός γιατρός αυτός».
«Ετσι μου είπαν».
«Ναι! Ναι!».
Και δεν έφυγε. Περίμενε όσο να του ανοίξουν.
Τότε αποχαιρετίστηκαν άλλη μια φορά:
«Αντίο, αγαπητέ μου!».
«Περαστικά...».


Μήτσος Αλεξανδρόπουλος
 (Εκδόσεις Πολύτυπο Αθήνα 1983) 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.