Canción del Elegido
Siempre que se hace una historia
Se habla de un viejo, de un niño o de sí,
Pero mi historia es difícil:
No voy a hablarles de un hombre común.
Haré la historia de un ser
de otro mundo, de un animal de galaxia.
Es una historia que tiene que ver
con el curso de la Vía Láctea.
Es una historia enterrada.
Es sobre un ser de la nada.
Nació de una tormenta
En el sol de una noche
El penúltimo mes.
Fue de planeta en planeta
Buscando agua potable
Quizás buscando la vida
Buscando la muerte
–Eso nunca se sabe–.
Quizás buscando siluetas
O algo semejante que fuera adorable
O por lo menos querible besable amable.
Él descubrió que las minas
Del rey salomon se
Se hallaban en el cielo
Y no en el áfrica ardiente
Como pensaba la gente.
Pero las piedras son frías
Y le interesaban calor y alegrías.
Las joyas no tenían alma
Solo eran espejos colores brillantes.
Y al fin bajo hacia la Guerra…
Perdón quise decir a la tierra.
Supo la historia de un golpe
Sintió en su cabeza cristales molidos
Y comprendió que la guerra
Era la paz del future:
Lo mas terrible se aprende enseguida
Y lo hermoso nos cuesta la vida
La ultima vez lo vi irse
entre humo y metralla
Contento y desnudo:
Iba matando canallas
con su cañón de future.
Silvio Rodríguez (1968)
|
Το τραγούδι του Εκλεκτού
Κάθε που φτιάχνεται μια ιστορία
Λες για ένα παιδί, για έναν γέρο, ή για σένα
Μα η δική μου δεν είναι απλή
Γιατί δεν θα πω για έναν άνθρωπο απλό
Θα πω για κάποια ψυχή
Από έναν άγριο κόσμο μακρινού γαλαξία,
Μια ιστορία που θέλει να πει
Για το δρόμο σ’ ένα Άστρο απόμακρο
Μια ιστορία θαμμένη
Για ένα πλάσμα απ’ το τίποτα.
Παιδί μιας καταιγίδας
Στον ήλιο της νύχτας
Τον ενδέκατο μήνα*
Από σύμπαν σε σύμπαν Νερό μια στάλα να ψάχνει Να δει αν υπάρχει ζωή
Το θάνατο ίσως να ψάχνει
–Κανείς δεν το ξέρει–
Μπορεί και ίσκιους ακόμα
Ή κάτι που να ’ναι πολύ αγαπημένο Λατρεμένο ίσως κάτι που με πόθο** φιλάει.
Και βρήκε πως το χρυσάφι
Του βασιλιά Σολομώντα
Στον ουρανό ήταν κι όχι
Στην Αφρική που φλεγόταν
Όπως οι άνθρωποι λένε.
Αλλά οι πέτρες παγώνουν
Και τον ένοιαζε η ζεστασιά της αγάπης.
Τα πετράδια δεν είχαν ψυχή
Ήταν μόνο λαμπερά καθρεφτάκια.
Και στον πόλεμο πάντα οδηγούσαν…
Συγγνώμη, στη γη εννοούσα.
Κι έκανε αυτός την έκρηξη τότε
Στο κεφάλι του μέσα τα κρύσταλλα σπάνε
Κι είπε, ο αχός του αγώνα
Είν’ η μελλούμενη ειρήνη:
Το πιο τρομερό μαθαίνεται αμέσως
Κι η ομορφιά ζητάει τη ζωής μας.
Στο τέλος τον είδα να φεύγει
Σε καπνούς και συντρίμμια.
Γυμνός και ωραίος:
Να κυνηγάει τους κανάγιες
Με της ζωής τα κανόνια.
Μετάφραση συνάδουσα με τη μελωδία:
Μπάμπης Ζαφειράτος, 1 Δεκ. 2016
|
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.