Ο Φιντέλ θα ζει παντοτινά. Ο Φιντέλ είναι αθάνατος

Έφοδος στις Μονκάδες τ’ Ουρανού!: Fidel vivirá para siempre! Fidel es inmortal! - Ο Φιντέλ θα ζει παντοτινά! Ο Φιντέλ είναι αθάνατος!
Φιδέλ: Ένα σύγγραμμα περί ηθικής και δυο μεγάλα αρχίδια στην υπηρεσία της ανθρωπότητας (Ντανιέλ Τσαβαρία)
* Φιντέλ: Αυτός που τους σκλάβους ανύψωσε στην κορφή της μυρτιάς και της δάφνης − Κάρλος Πουέμπλα: Ως τη νίκη Κομαντάντε
*
Κάρλος Πουέμπλα: Και τους πρόφτασε ο Φιντέλ − Μετάφραση προσαρμοσμένη στη μελωδία − 4 Video − Aπαγγελία Νερούδα
* Πάμπλο Νερούδα: Φιντέλ, Φιντέλ, οι λαοί σ’ ευγνωμονούνε * Νικολάς Γκιγιέν: Φιντέλ, καλημέρα! (3 ποιήματα)
* Ντανιέλ Τσαβαρία: Η Μεγάλη Κουβανική Επανάσταση και τα Ουτοπικά Αρχίδια του Φιδέλ * Ντανιέλ Τσαβαρία: Ο ενεργειακός βαμπιρισμός του Φιδέλ * Ραούλ Τόρες: Καλπάζοντας με τον Φιντέλ − Τραγούδι μεταφρασμένο - Video


Τα φρούρια του ιμπεριαλισμού δεν είναι απόρθητα: Μικρή ιστορική αναδρομή στη νικηφόρα Κουβανική Επανάσταση και μέχρι τις μέρες μας ‒ Με αφορμή τα 88α γενέθλια του Φιντέλ ‒ Εκλογικό σύστημα & Εκλογές - Ασφάλεια - Εκπαίδευση - Υγεία (88 ΦΩΤΟ) * Φιντέλ (53)

Τρίτη, 4 Αυγούστου 2015

Νικηφόρος Βρετάκος (1 Ιαν. 1912 – 4 Αυγ. 1991): 9 εικόνες από το μέλλον

...Στους πέντε
περιφέρεται δρόμους της γης όταν κλείνει
το μαγαζί του ο ήλιος.
Ν. Β. (Οι πέντε δρόμοι κι ο άνθρωπος)


ΧΟΡΙΚΟ

Υπάρχουνε λύπες που κανείς δεν τις ξέρει,
Υπάρχουνε βάθη που δεν τ’ ανιχνεύει
ο ήλιος. Όρη σιωπής περιβάλλουν τα χείλη.
Και σιωπούν όλοι οι μάρτυρες. Τα μάτια δε
λένε.
Δεν υπάρχουνε σκάλες τόσο μεγάλες
να κατέβει κανείς ως εκεί που ταράζεται
του ανθρώπου ο πυρήνας. Αν μιλούσε η σιωπή,
αν φυσούσε, αν ξέσπαγε ‒ θα ξερρίζωνεν όλα
τα δέντρα του κόσμου.



ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΔΡΟΜΟΙ ΚΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Το πρόσωπό του, σαν να ’ναι χυμένο τσιμέντο
δεμένο με σίδερο, θυμίζει γωνία που ξέφτισε
ή λαμαρίνα
σε φθαρμένο καράβι. Πάνω του πέρασαν όλοι
οι καιροί:
ο εργοδότης του, η φτώχεια του, ο πόλεμος.
Πέρασαν
βλέμματα που έπεφταν σαν σπαθιά και το
ξέσκιζαν.
Δεν πουλάνε γι’ αυτόν τα καταστήματα τίποτα.
Δεν έχει μετά πού να πάει. Στους πέντε
περιφέρεται δρόμους της γης όταν κλείνει
το μαγαζί του ο ήλιος.

Σχέδιο Μπάμπης Ζαφειράτος, 1972 (Μολύβι σε χαρτί 29 χ21 εκ.)

ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΙ

Η πίκρα του έγινε μια πέτρα που τίποτα
δε θα μπορούσε πια να την άνοιγε.
Τα χείλη του σφίχτηκαν. Έστεκε ακίνητος
σαν απολίθωμα που το ξέβρασε η θάλασσα.
Τα δέκα του δάχτυλα τα βάσταζαν κάτι
φλέβες, που κρέμονταν, γιομάτες αλάτι,
φύκια που σάπισαν· ενώ τα ξυπόλητα
πόδια του, τρύπια, φαγωμένα, θαρρείς
κι ήταν ένα σχεδόν με την πέτρα
που πάταγαν.
                  Όταν νυχτώνει
δε βλέπεις καλά. Θαρρείς κι έχουν χάσει
πια τα όριά τους οι πέτρες κι οι άνθρωποι.



ΤΟ ΠΑΙΔΙ ME ΤΑ ΣΠΙΡΤΑ

Το παιδί της μεγάλωσε. Έκλεισε σήμερα
τα έξη του χρονιά. Το χτένισε όμορφα.
Δε θα ’χει πια ανάγκη. Περνά και το βλέπει.
Στη γωνιά της πλατείας στέκει σαν άντρας.
Απ’ τα πέντε κουτιά τα σπίρτα έχει κιόλας
πουλήσει τα τέσσερα. ‒ Παίζει ο χειμώνας
στα δέκα του δάχτυλα. Έγινε νύχτα.
Κοιτάζει η μητέρα του δεξιά της, ζερβά της,
απάνω και κάτω. Σκοτάδι:

«Ας μπορούσεν ανάβοντας το παιδί μου ένα
σπίρτο
να φωτίσει τον κόσμο.»



ΓΩΝΙΑ ΑΙΟΛΟΥ ΚΑΙ ΒΥΣΣΗΣ

Στο πεζοδρόμιο ένας άνθρωπος ζυγίζει θαρρείς
τον καιρό, την απόσταση, το φως, με το βλέμμα του
Προς τα πού να βαδίσει; Προς τα ’δω; Προς τα ’κει;
Δεν δείχνει να ξέρει.
Φέρνει την κρύα του παλάμη στο μέτωπο,
προσέχει καλύτερα.
Ο ήλιος του αιώνα μας δεν φέγγει καλά. (Μια
φορά περπατούσε
και πηδούσε και χόρευε. Μια φορά όταν έβγαινε
ο ήλιος, τον έβλεπε.
Θυμάται πως ήτανε μια κοπέλα με κόκκινα,
ένα πάρκο,
μια θάλασσα, ένα περβόλι).
Κι ο πόλεμος
απειλεί νά ξανάρθει.

Να του κάψει τη μνήμη και το ξύλινο πόδι του.



«ΖΗΤΟΥΝΤΑΙ ΕΡΓΑΤΕΣ»

Ήταν εξήντα χρόνων περίπου.
Για να βάλει σε κίνηση αυτή την ανάγλυφη
σοφία των χεριών του, περίμενε ώρες
μπρος σε μια πόρτα.
                              Περνώντας λοιπόν,
τον άφησα πίσω μου, έξω απ’ την πόρτα
που έκλεινε όπως όταν σβήνει ένα φως.

Το μόνο που υπήρχε μέσα στη νύχτα.

Σχέδιο Μπάμπης Ζαφειράτος, 1972 (Μολύβι σε χαρτί 29 χ21 εκ.)

ΑΝΕΡΓΟΙ

Του εργοστασίου η πόρτα είναι από σίδερο·
έχει
στο μέσο δυο κάγκελα. Και πίσω απ’ τα
κάγκελα
δυο μάτια που σφάζουν. Ο επιστάτης κοιτάζει
την ουρά των ανθρώπων που στέκονται απ’
έξω,
χέρια και πρόσωπα που κάνουν μια κίνηση
όλα μαζί, κρατούν την ανάσα, σκύβουν
ν’ ακούσουν.

«Μεσημέριασε, φύγετε. Ο κύριος
διευθυντής δε θα ’ρθεί. Αύριο πάλι·
Πρωί. Πιο πρωί.»

Χαμηλώνουν τα πρόσωπα, στέκονται αμήχανα.
Ύστερα, φεύγοντας, κοιτάζουνε γύρω τους
σα να ψάχνουν να βρουν ένα βάραθρο ‒ όχι
να κλάψουνε, όχι να ψάξουν για τίποτα.
Να ρίξουν τα χέρια τους.



Η ΝΥΧΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΕΡΙ

Φαγωμένα, καμπούρικα, τρέχουν τα χέρια.
Το μεροκάματο είναι το μόνο τους άνθος.
Φουχτιάζουν το μέταλλο, φουχτιάζουν
το κάρβουνο,
γαντζώνουν σαν νύχια γερακιού το ψωμί.
Ο μισθός των ανθρώπων δε φτάνει να
βλέπουν.
Δε φτάνει ν’ ακούν, ν’ αγαπούν
και να σκέφτονται.
Η μεγάλη στρατιά τους:
ένα ποτάμι, ατέλειωτο, άμορφο.
 Ο μισθός τους δέ φτάνει να γίνουνε πρόσωπα.

Κι ο λόγος, το ξέρω, δεν φτάνει ως τη μαύρη
μάζα τους, ούτε σαν σταγόνα λαδιού.
Κι ο λόγος μου, λόγος του καιόμενου αίματος,
δε φτάνει για τίποτα. Σε μι’ απέραντη νύχτα
μοιάζει σαν να ’χω μόλις ανάψει κερί.



ΑΙ ΣΚΙΑΙ TOΥ ΑΔΟΥ

Τα σπίτια της χαμηλά. Η συνοικία
καπνισμένη.
Κάθε είκοσι μέτρα λυγούν, στραβώνουν
οι δρόμοι της,
σπάζουν.
Αδιέξοδο:
στα σπίτια, στα χέρια, στα μάτια, παντού,
στις ρυτίδες· αδιέξοδο. Οι δρόμοι
δε βγαίνουν, θαρρείς και πέφτουνε μες
σε μιαν υπόνομο όλοι τους και πως από κει
ανεβαίνουν κι οι άνθρωποι ‒ κίτρινοι, μαύροι
και φέρνουνε κύκλους
σα να τους έχουν περάσει στον ήλιο
μπροστά συρματόπλεγμα.
Κι όταν
νυχτώνει κι ανάβουνε τ’ άρρωστα φώτα,
ξαναχάνονται σάμπως να τους έσπρωξαν μέσα
σ’ αυτή την υπόνομο. Σα να τους έριξαν
κάτω, βαθιά, και κατόπιν
τους σκέπασαν.


Νικηφόρος Βρεττάκος, Κροκεές Λακωνίας, 1 Ιαν. 1912 – Πλουμίτσα, 4 Αυγ. 1991
Σχέδιο Μιχάλη Νικολινάκου (1923 − 13 Δεκ. 1994)
Τα ποιήματα προέρχονται από τη συλλογή ΤΟ ΒΑΘΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, 1960, ενότητα Η ΛΙΤΑΝΕΙΑ ΤΩΝ ΣΚΕΠΑΣΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ, (σελ. 67-87). Το βιβλίο χωρίζεται σε πρόλογο με τίτλο 31 Μαρτίου 1958, 12 ενότητες και έναν επίλογο με τίτλο: 31 Μαρτίου 1959.
Περιλαμβάνονται στη συγκεντρωτική έκδοση ΟΔΟΙΠΟΡΙΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1929-1957 (Β΄ τόμος), Αθήνα 1972, των εκδόσεων ΔΙΟΓΕΝΗΣ που διηύθυνε ο ποιητής Κώστας Κουλουφάκος. 
Η ΟΔΟΙΠΟΡΙΑ εκτείνεται σε τρεις τόμους: Α' 1929-1957, Β' 1958-1967, Γ' 1967-1970.

Το κόσμημα των εξωφύλλων (πάνω) και τρία χαρακτικά ‒ένα για κάθε τόμο‒ ανήκουν στη Βάσω (Κατράκη) και συνοδεύονται ‒δική της, μάλλον, επιλογή και πηγή έμπνευσης‒ στην αντικριστή τους σελίδα από στίχους του Ν.Β.
Στην κορυφή, το χαρακτικό του Β' τόμου, με το αντίστοιχο μότο.
Τα χέρια του Μπ.Ζ. προέρχονται από εκείνη την εποχή (1972) και σχεδιάστηκαν σαν σχόλιο στο "βάραθρο των Ανέργων".

Η σελίδα με το σχέδιο του Μιχ. Νικ. από την Ανθολογία Περάνθη, Γ΄τόμος, σελ. 292.
με χρονολογία γέννησης 30/12/1911.
Συμπληρώνουμε το κείμενο που λείπει και βρίσκεται στην επόμενη σελίδα:
[Αντιθέτως η λυρική ευφορία του επιβεβαιώνει πόσο άγρυπνη τηρεί την ποιητική του ευαισθη-]σία και πόσον ευσιγκίνητος είναι στο ανθρώπινο δράμα. Μια εξαγνιστική διάθεση κι ένας βαθύτατος ανθρωπισμός διαποτίζουν τις εικόνες του, που έχουν παρθενικό χρώμα και μουσικήν υποβολή και μεταγγίζουν τις κυμάνσεις της τυραγνισμένης ψυχικής του ευπάθειας.


*
(όπου και τα τρία χαρακτικά της Βάσως)

*
Για Μιχάλη Νικολινάκο βλέπε: 
Λευκή Ρετροσπεκτίβα σε φόντο κόκκινο - 
Β' Μέρος: Τα Μεροκάματα του Τρόμου (2 από 5) – Ταινίες (VIDEO 

*
Επιμέλεια (επιλογή ποιημάτων, λοιπά) Μπ.Σ.Α.

______________________

Ο Βρεττάκος από το ΕΚΕΒΙ:

 
*
Επέτειος για τα 100 χρόνια από τη γέννησή του


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.