Ο Φιντέλ θα ζει παντοτινά. Ο Φιντέλ είναι αθάνατος

Έφοδος στις Μονκάδες τ’ Ουρανού!: Fidel vivirá para siempre! Fidel es inmortal! - Ο Φιντέλ θα ζει παντοτινά! Ο Φιντέλ είναι αθάνατος!
Φιδέλ: Ένα σύγγραμμα περί ηθικής και δυο μεγάλα αρχίδια στην υπηρεσία της ανθρωπότητας (Ντανιέλ Τσαβαρία)
* Φιντέλ: Αυτός που τους σκλάβους ανύψωσε στην κορφή της μυρτιάς και της δάφνης − Κάρλος Πουέμπλα: Ως τη νίκη Κομαντάντε
*
Κάρλος Πουέμπλα: Και τους πρόφτασε ο Φιντέλ − Μετάφραση προσαρμοσμένη στη μελωδία − 4 Video − Aπαγγελία Νερούδα
* Πάμπλο Νερούδα: Φιντέλ, Φιντέλ, οι λαοί σ’ ευγνωμονούνε * Νικολάς Γκιγιέν: Φιντέλ, καλημέρα! (3 ποιήματα)
* Ντανιέλ Τσαβαρία: Η Μεγάλη Κουβανική Επανάσταση και τα Ουτοπικά Αρχίδια του Φιδέλ * Ντανιέλ Τσαβαρία: Ο ενεργειακός βαμπιρισμός του Φιδέλ * Ραούλ Τόρες: Καλπάζοντας με τον Φιντέλ − Τραγούδι μεταφρασμένο - Video


Τα φρούρια του ιμπεριαλισμού δεν είναι απόρθητα: Μικρή ιστορική αναδρομή στη νικηφόρα Κουβανική Επανάσταση και μέχρι τις μέρες μας ‒ Με αφορμή τα 88α γενέθλια του Φιντέλ ‒ Εκλογικό σύστημα & Εκλογές - Ασφάλεια - Εκπαίδευση - Υγεία (88 ΦΩΤΟ) * Φιντέλ (53)

Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

Ντανιέλ Τσαβαρία: Η Μεγάλη Κουβανική Επανάσταση και τα Ουτοπικά Αρχίδια του Φιδέλ

¡La historia me absolverá!
Φιδέλ Αλεχάντρο Κάστρο Ρους
(Fidel Alejandro Castro Ruz)
Μπιράν Επαρχίας Οριέντε, 13 Αυγούστου 1926 - Αβάνα, 25 Νοεμβρίου 2016
Σχέδιο (3ο από 3 του Κομαντάντε), Μπάμπης Ζαφειράτος, 30.XI.2016
(Μολύβι, 29 χ 21 εκ.)
*
Επιμέλεια
Μπάμπης Ζαφειράτος - Μποτίλια Στον Άνεμο

*

Ο Φιντέλ θα ζει παντοτινά! Ο Φιντέλ είναι αθάνατος!
Η Ιστορία τον δικαίωσε!
Άλλο ένα σκίτσο του μεγάλου Φιντέλ κι ένα του εκρηκτικού Ντανιέλ Τσαβαρία (στο τέλος), μαζί με κάποιες ακόμα σελίδες από το αυτοβιογραφικό του μυθιστόρημα «Είδα να φτάνει ένας γέρος, Μνήμες» (2009) –εκδόσεις Opera, 2015.
Βλέπε επίσης (όπου και το βιογραφικό του συγγραφέα):
Ντανιέλ Τσαβαρία: Ο ενεργειακός βαμπιρισμός του Φιδέλ
*
Φιδέλ: Ένα σύγγραμμα περί ηθικής και δυο μεγάλα αρχίδια στην υπηρεσία της ανθρωπότητας
Τίτλος και υπότιτλοι: Μ.Σ.Α - Παρμένα από τα αποσπάσματα που ακολουθούν - Οι χώρες σηματοδοτούν τους σταθμούς του Τσαβαρία κατά την περιπλάνησή του ανά τον κόσμο, και είναι οι τίτλοι των αντιστοίχων κεφαλαίων του βιβλίου.
Όλα τα κεφάλαια: 1. Δεκαεννιά χρόνια στα ανατολικά του Ρίο δε Λος Πάχαρος [όπου η γενέτειρά του, Σαν Χοσέ δε Μάγιο], 2. Ευρώπη και Μαρόκο, 3. Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Αγγλία, Γερμανία, 4. Το Λανσέρο [όνομα πλοίου] και τα επακόλουθα, 5. Ουρουγουάη, Αργεντινή, Χιλή, 6. Περού και Βολιβία, 7. Βραζιλία (Μπαΐα, Βορειοανατολικά, Μπελέμ, Σανταρέμ), 8. Βραζιλία (Ταπαζός, Μανάους, Ρίο Νέγρο), 9. Κολομβία, 10. Κούβα [από το 1969, μετά την ιστορική αεροπειρατεία του].


*
Ουρουγουάη, Αργεντινή, Χιλή
(Η Κουβανική Επανάσταση και το είδωλο «Φιδέλ»)
[…]
Το 1958 οργανώθηκα στο Κομμουνιστικό Κόμμα και εντάχθηκα στον Λιμενικό Τομέα. Εκείνον τον πρώτο χρόνο, η πολιτική δράση μού έφερε κάποια ανακούφιση. Τουλάχιστον, τώρα δούλευα για το καλό της ανθρωπότητας. Ήταν ένα υποκατάστατο για την εγκαταλειμμένη μάχη για μια ολοκληρωμένη και σωστή μόρφωση, για ένα  καλλιτεχνικό επάγγελμα ή μια επιστημονική ή ακαδημαϊκή καριέρα – ακόμα απροσδιόριστη. Κι από την άλλη, μια μικρή παρηγοριά μέσα στη δυσκολία να κερδίσω τα προς το ζην με δουλειές που απεχθανόμουν, οι οποίες ούτε καν μου εξασφάλιζαν τα στοιχειώδη για να επιβιώνω αξιοπρεπώς, χωρίς να ζητώ τίποτα από κανέναν.
Με καλμάριζαν επίσης κάπως οι δύο ώρες που αφιέρωνα κάθε πρωί στα λατινικά και τα ελληνικά, βρέξει - χιονίσει. Δύο ώρες δεν ήταν τίποτα. Αν ήταν στο χέρι μου θα διάβαζα δεκάξι ώρες, όμως, η κυριότερη υποχρέωσή μου ήταν να πουλάω βιβλία και να βοηθάω στη συντήρηση της οικογένειάς μου. Ωστόσο, εκείνες οι δύο ώρες που ξέκλεβα πεισματάρικα και ανελλιπώς από την ανάπαυσή μου, με ενθάρρυναν να συνεχίσω τη ζωή μου περιμένοντας καλύτερες μέρες, ελπίζοντας στο θαύμα να πετύχω κάποτε τους στόχους μου για μόρφωση.
Το 1959, η ψυχική μου διάθεση βελτιώθηκε λίγο. Η Κουβανική Επανάσταση, την οποία οι κομμουνιστές του κόμματος μου είδαμε στην αρχή με μεγάλο σκεπτικισμό, με κέρδισε πολύ γρήγορα. Ήδη τον Μάρτιο του 1960, ο Φιδέλ ήταν το είδωλο μου. Ρουφούσα όλες τις ομιλίες του που δημοσίευε το περιοδικό «Bohemia» και άλλα έντυπα. Επίσης, με μάγεψε ο Τσε με τη μυθική του προσωπικότητα, καθώς και τα κατορθώματα τόσων ανταρτών και μαρτύρων.
Τον Απρίλη του ίδιου χρόνου, όταν το Κόμμα αποφάσισε να συμμετάσχει στην καμπάνια μιας Εθνικής Συντονιστικής Επιτροπής για την αλληλεγγύη στην Κούβα, με τοποθέτησαν επικεφαλής σ’ ένα μικρό γραφειάκι που είχε στόχο να προσελκύσει τους λιμενεργάτες και τους κατοίκους της Παλιάς Πόλης. Έπεσα με τα μούτρα στη δουλειά. Σε συνεργασία με την κουβανική πρεσβεία, με τότε πρέσβη τον Μάριο Γκαρσία Ιντσαουστέγι, έναν λαμπρό επαναστάτη διανοούμενο, οργάνωσα εκθέσεις, συζητήσεις και ομιλίες, προβολές ταινιών και συνεντεύξεις προσωπικοτήτων της Ουρουγουάης που επέστρεφαν από επισκέψεις στην Κούβα. Ήταν πράγματα πολύ πιο ελκυστικά από τις ανιαρές συνελεύσεις, τους κύκλους μελέτης και τις περιοδικές νυχτερινές αφισοκολλήσεις ή την παρουσία σε δημόσιες συγκεντρώσεις, με τα οποία ασχολιόταν ο πυρήνας μου στον Λιμενικό Τομέα. Αφοσιώθηκα ολοκληρωτικά στα νέα μου καθήκοντα, και μερικές φορές γυρνούσα στο σπίτι ξημερώματα. Για πρώτη φορά, ένιωσα στ’ αλήθεια πως έκανα κάτι σημαντικό.
(σσ. 335-336)
(Για την αλληλεγγύη στην Κούβα και την Αγροτική Μεταρρύθμιση)
[…]
Η αλληλεγγύη με την Κούβα με απορροφούσε όλο και περισσότερο. Σύχναζα τόσο πολύ στην κουβανική πρεσβεία, που γνώρισα τον πρέσβη Μάριο Γκαρσία Ιντσάουστεγκι, τον Πέπε Ριβέρο και άλλους, μεταξύ αυτών και τον χοντρό Δαβίδ, διάσημο καρικατουρίστα που είχε το πόστο του μορφωτικού ακόλουθου.
Δεν θυμάμαι ακριβώς πότε, ίσως γύρω στα 1960, ο πρέσβης θεωρήθηκε persona non grata. Όταν έφευγε από τη χώρα, η Επιτροπή Αλληλεγγύης με την Κούβα διοργάνωσε μια λαϊκή διαδήλωση υπεράσπισής του. Τριάντα ή σαράντα χιλιάδες άνθρωποι τον συνοδέψαμε πεζή είκοσι χιλιόμετρα, από την κατοικία του ως το αεροδρόμιο Καράσκο. Από τα πολλά συνθήματα που συγκλόνισαν εκείνο το απόγευμα το Μοντεβιδέο, θυμάμαι ένα που έλεγε:
Έχε γεια, έχε γεια,
έχε γεια Πρέσβη.
Ο λαός δεν σε διώχνει,
μόνο η κυβέρνηση η προδότρα.
Προσωρινός πρέσβης ορίστηκε ο χοντρός Δαβίδ, που ήταν παντρεμένος με μια εκπληκτική γυναίκα της οποίας το όνομα έχω ξεχάσει. Θυμάμαι μόνο ότι καταγόταν από μια πολύ πλούσια οικογένεια που την είχε στείλει να σπουδάσει στις Η.Π.Α. και την Ευρώπη. Όταν έγινε πρώτη κυρία της πρεσβείας, φρόντισε να της στείλουν από την Αβάνα τη νέγρα Ασουνσιόν. Ήταν η μαγείρισσά της, ύστερα από πολλά χρόνια που είχε υπηρετήσει οικογένειες της ολιγαρχίας της ζάχαρης στην Κούβα. Με αυτήν την υποστήριξη στην κουζίνα, άρχισε μια περίοδος έντονης κοινωνικής ζωής στην πρεσβεία. Όλα άρχισαν με την επιτυχία που είχε ένα ρύζι κονγκρί για περίπου τριάντα καλεσμένους, φίλους της Κούβας. Ήρθε όλη η ηγεσία της Συντονιστικής Επιτροπής και πολλά άτομα από το κίνημα αλληλεγγύης και από κόμματα της Αριστεράς.
Για όσους δεν ξέρουν, το κονγκρί είναι ένα ρύζι μαγειρεμένο σε ζωμό από μαύρα φασόλια, στα οποία οφείλει και το σκούρο καφέ του χρώμα, μερικές φορές με βιολετιές αποχρώσεις.
Στην Ουρουγουάη, τα μαύρα φασόλια ήταν ένα εξωτικό προϊόν που δεν υπήρχε στην αγορά, και οι Κουβανοί τα έπαιρναν με το διπλωματικό ταχυδρομείο. Είμαι απολύτως βέβαιος ότι κανένας Ουρουγουανός απ’ όσους βρίσκονταν εκείνη τη μέρα στην πρεσβεία δεν τα είχε δοκιμάσει πρωτύτερα. Κάποιος μας περιέγραψε το κονγκρί ως ένα παραδοσιακό πιάτο των κουβανών αγροτών, που το συνόδευαν με χοιρινό κρέας. Το όνομά του προερχόταν από την creole, τη γλώσσα της Αϊτής, και πιθανότατα αποτελούσε κάποια παραφθαρμένη σύνθεση των λέξεων congo και riz.
Μόλις έφαγα την πρώτη μπουκιά, πίστεψα ότι ήταν το πιο νόστιμο ρύζι που είχα ποτέ δοκιμάσει. Εκείνα τα φασολάκια, ο συνδυασμός της γεύσης με τις γεμιστές ελιές, τα σφιχτά αβγά, την ελαφρώς πικάντικη σάλτσα και τα τρία είδη κρέατος που συνόδευαν εκείνη τη λιχουδιά, έφτιαχναν κάτι που ξεπερνούσε όλα τα κινέζικα και ανατολίτικα ρύζια που είχα γευτεί ώς τότε – ακόμα και το ριζότο αλά μιλανέζα και τη βαλενθιάνικη παέγια.
Συλλογίστηκα την Αγροτική Μεταρρύθμιση που γινόταν στην Κούβα και την οριστική καταδίκη που είχαν επιβάλει οι επαναστάτες στο καθεστώς εκμετάλλευσης και μιζέριας των τσιφλικάδων, της United Fruit Company και άλλων μονοπωλίων που κρατούσαν υποταγμένη την αγροτιά της Κούβας. Μου ήρθε να ρωτήσω μια παρέα Κουβανών αν, πράγματι, εκείνη η υπέροχη λιχουδιά ήταν έτσι ακριβώς ίδια όπως την έτρωγαν οι φτωχοί κουβανοί αγρότες για να συνοδέψουν το χοιρινό κρέας. Και όλοι, σοβαρότατα, επιβεβαίωσαν ότι ήταν έτσι ακριβώς ίδια.
Εκείνη την εποχή, με τον ενθουσιασμό μου για την Επανάσταση και τα κοινωνικά της θαύματα, ήμουν πρόθυμος να πιστέψω αυτό το τεράστιο ψέμα, που για μένα ήταν άλλο ένα υπέροχο παράδειγμα της υψηλής ποιότητας της κουβανικής κουζίνας. Ο αναγνώστης μπορεί να καταλάβει την αφέλειά μου. Όμως, το χειρότερο ήταν πως από τότε, πολλές φορές και σε διάφορα μέρη, επανέλαβα και υποστήριξα με πάθος ότι το φαγητό των κουβανών αγροτών ήταν το καλύτερο της Αμερικής – καλύτερο κι από εκείνο του Περού, του Μεξικού κ.λπ. Δέκα χρόνια αργότερα και σε εντελώς ιδιαίτερες συνθήκες, συνειδητοποίησα τι δούλεμα μού είχαν κάνει οι Κουβανοί στην πρεσβεία εκείνη τη μέρα. Υπόσχομαι να διευκρινίσω αυτό το σημείο σε επόμενο κεφάλαιο. Αξίζει τον κόπο.
Τον Ιούνιο του 1961 χώρισα με την Έμπε κι έφυγα στην Αργεντινή. Θυμάμαι την ημερομηνία γιατί, λίγο πριν, είχα οργανώσει την προβολή ενός ντοκιμαντέρ για την αντίσταση των κουβανών στον Κόλπο των Χοίρων.
(σελίδες 357-359)
(Στην υπηρεσία της ανθρωπότητας)
[…]
Ένας από τους πιο τακτικούς θαμώνες [σημ. Μποτίλιας: της γκαρσονιέρας όπου έμενε στο Μοντεβιδέο], ένας τροτσκιστής από την Ουρουγουάη, σε μια λογομαχία είπε ότι πατέρας του ήταν ο Φιδέλ Κάστρο –και το υποστήριξε μ’ ένα επιχείρημα που έπεισε όλους τους παρόντες. Στον βιολογικό του πατέρα όφειλε την ύπαρξή του, την ανατροφή και την πολλή αγάπη που του είχε προσφέρει, όμως, τίποτ’ α π’ όλα αυτά δεν συγκρινόταν με όσα είχε μάθει από τον Φιδέλ, από τη ζωή και το έργο του, που τον είχαν αφυπνίσει πολιτικά, του είχαν ανοίξει τη σκέψη και του είχαν σταθεί οδηγός κι ελπίδα μαζί. Ο Φιδέλ ήταν γι’ αυτόν ένα σύγγραμμα περί ηθικής και δυο μεγάλα αρχίδια στην υπηρεσία της ανθρωπότητας. Τελικά, ό,τι περισσότερο εκτιμούσε στον εαυτό του, το όφειλε στον πατέρα του, τον Φιδέλ.
Ο γεννήτοράς του, αντιθέτως, ψήφιζε τους δεξιούς στην Ουρουγουάη και δεν ήθελε ούτε να τον ακούσει για θέματα πολιτικής. Μεταξύ πατέρα και γιου, δέκα χρόνια τώρα, δεν υπήρχε καμία συνεννόηση εκτός από τα ζητήματα ποδοσφαίρου και τη γεύση του κυριακάτικου τονκο. Δεν ήταν ότι έλειπε η αλληλοεκτίμηση και η αγάπη ανάμεσά τους. Ο γέρος ήταν καλός άνθρωπος, αλλά ο γιος ποτέ δεν τον σκεφτόταν. Αντιθέτως, ο Φιδέλ ήταν καθημερινά στο μυαλό του, όπως και στο δικό μου άλλωστε, και στο μυαλό σχεδόν όλων των κατοικούντων στο μπουλίν (: γκαρσονιέρα). Εάν εγώ –μ’ έναν τόσο καλό πατέρα, που με αγαπούσε τόσο, εγώ που δεν γνώρισα ούτε ορφάνια, ούτε στερήσεις, ούτε εκμετάλλευση–, ένιωθα τον Φιδέλ επίσης σαν πατέρα μου, πως να μην τον ένιωθαν έτσι οι φτωχοί της γης, οι μιγάδες, οι μαύροι, οι ιθαγενείς, όλοι οι κατατρεγμένοι καμπόκλος, τσόλος και γκουαχίρος της Αμερικής μας; Ήταν η πυξίδα και το έμβλημα όλης της Λατινικής Αμερικής, «ο Πατέρας μας», όπως θα τον αποκαλούσε πολλές δεκαετίες αργότερα ένα απ’ τα παιδιά του, ο Ούγκο Τσάβες.
(σελίδες 366-367)
(Κουβανική Επανάσταση:  Κανένα παιδί να μη γυαλίζει παπούτσια ακούγοντας τις προσβολές)
[…]
Η Κουβανική Επανάσταση συνέβαλε πολύ ώστε οι λαοί της Αμερικής να γνωριστούν μεταξύ τους. Για τον πληθυσμό των περιοχών του Ρίο δε λα Πλάτα, που έμοιαζε και ήθελε να μοιάζει ευρωπαϊκός, ήταν ένα κάπως απότομο ξύπνημα. Σήμερα το παραδέχομαι με ντροπή, όμως, πριν από την Κουβανική Επανάσταση, η πλειονότητα των Ουρουγουανών και Αργεντινών, ως και οι αριστεροί, είχαμε τα μάτια στραμμένα στην Ευρώπη αγνοώντας τη Λατινική Αμερική.
Για μορφές όπως ο Σαντίνο στη Νικαράγουα, ο Χακόμπο Αρμπένς στη Γουατεμάλα, ο Βιγιαροέλ στη Βολιβία, ελάχιστα ή τίποτα δεν ήξεραν οι μεγάλες μάζες. Γνωρίζαμε επιφανειακά τον Μπολίβαρ, τον Μιράντα και λίγο τον Χοσέ Μαρτί, αλλά περισσότερο ως ποιητή παρά ως προφητικό επαναστάτη και οραματιστή πολιτικό. Από τη λατινοαμερικανική πεζογραφία, πέρα από τους συγγραφείς του Ρίο δε λα Πλάτα, είχα διαβάσει μόνο τη Δόνια Μπάρμπαρα του Ρόμουλο Γαγιέγος, το Ο κόσμος είναι πλατύς και ξένος του Περουβιανού Σίρο Αλεγρία και το Μαρία του Κολομβιανού Χόρχε Ισαάκς. Ήταν ακόμα ανέκδοτοι οι μεγάλοι μυθιστοριογράφοι του μπουμ της δεκαετίας του ’60, και τότε αγνοούσαμε έναν ολόκληρο αιώνα και καμιά εικοσαριά μεγάλες μορφές της Λατινικής Αμερικής που χάθηκαν εξαιτίας του ενδιαφέροντος μας για την Ευρώπη.
Εκτός από το πολιτισμικό έργο που ήταν στο πρόγραμμα της Κούβας μέσω του ιδρύματος Casa de las Americas για τη γνωριμία των λαών από τις πρώτες κιόλας μέρες του 1959, η δράση των κουβανών επαναστατών, οι πολυάριθμοι νεαροί ήρωες που έπεσαν πολεμώντας την τυραννία του Μπατίστα, η γενναιότητα και ο πατριωτισμός τους, το άφθονο και ακόμα ζεστό αίμα που έχυσαν, ήταν για πολλούς όπως εγώ, στην περιοχή του Ρίο δε λα Πλάτα όπου ήμασταν αποβλακωμένοι με την Ευρώπη, μια υπαινικτική μομφή κατά της παθητικότητάς μας.
Φυσικά, η ανεξαρτησία μας από την Ισπανία είχε ολοκληρωθεί το πρώτο τρίτο του 19ου αιώνα, και οι ήρωες εκείνου του παλιού αγώνα ήταν στα μάτια μας γίγαντες μιας πολύ μακρινής εποχής. Όμως, οι εκατοντάδες νέοι που έπεσαν στην Κούβα, οι επαναστάτες που επιτέθηκαν στο στρατόπεδο της Μονκάδα το 1953, λίγα χρόνια νωρίτερα, ήταν ίδιοι μ’ εμάς. Ακόμα και ο Τσε, που είχε αναζητήσει τον δικό του επαναστατικό δρόμο, ήταν άλλη μια μομφή για μας και άλλη μια προφητική φιγούρα. Μέσα σε δυο μόνο χρόνια, όσα μάθαμε για την Κούβα και την πρόσφατη ιστορία της, οι σπουδαίοι λόγοι του Φιδέλ, η Πρώτη Διακήρυξη της Αβάνας, η πρώτη του ομιλία στα Ηνωμένα Έθνη, ήταν η Βίβλος για την αριστερά της ηπείρου.
Από το Μπουένος Άιρες έφυγα με πολύ λίγα χρήματα. Έφτασα στην Κόρδοβα με λεωφορείο και, εκείνη την πρώτη νύχτα, κοιμήθηκα σ’ ένα ξενοδοχείο της κακιάς ώρας. Την επόμενη μέρα πήγα για πρόγευμα σ’ ένα ωραίο καφέ της λεωφόρου Βέλες Σάσφιλντ. Μόλις είχα καθίσει σ’ ένα τραπέζι στο πεζοδρόμιο, στο στιλ των trottoirs στα Ηλύσια Πεδία, με πλησίασε ένας τύπος από το Μπουένος Λίρες, πωλητής της Kraft-Imesa, ενός μονοπωλίου με χιλιάδες θηρία πωλητές που πουλούσαν πόρτα πόρτα οικιακές συσκευές βάζοντας το πιστόλι στον κρόταφο του πελάτη.
Ήταν συμπαθητικός τύπος και κάθισε μαζί μου στο τραπέζι. Ύστερα από δυο λεπτά ήρθαν δύο μικρά λουστράκια, έβαλαν τα κασελάκια τους μπροστά στα πόδια μας, έβγαλαν τη βαφή, τα πανιά και τις βούρτσες τους και, χωρίς να ζητήσουν άδεια, έπιασαν τα πόδια μας, τα ακούμπησαν πάνω στην ξύλινη βάση κι άρχισαν να γυαλίζουν τα παπούτσια μας. Όταν έφυγαν, ήρθαν άλλα δύο και, παρόλο που είδαν γυαλισμένα τα παπούτσια μας, έστησαν το ίδιο νούμερο με τους προηγούμενους: «Να τα ξαναπεράσωωω ένα χεράαααακι, αφεντικόοοοο;»
Εκείνα τα χρόνια, οι Κορδοβέζοι τραβούσαν και τόνιζαν τον μουσικό τόνο ορισμένων συλλαβών, και για μένα ήταν από τους ωραιότερους τρόπους να προφέρεις την ισπανική γλώσσα. Σήμερα, σχεδόν κανένας πια δεν μιλάει έτσι. Η τηλεόραση του Μπουένος Αιρες κατέστρεψε σχεδόν όλη την ομορφιά των διαλέκτων της επαρχίας. Βέβαιοι για την άρνησή μας, οι πιο επίμονοι λούστροι άρχιζαν την εφόρμηση παίρνοντας ύφος πεινασμένων και, έτοιμοι να κλάψουν, μας τραβούσαν τα μανίκια, με τα χέρια τους κατάμαυρα από τη βαφή: «Έεεελα, αφεντικόοοο, έλαααα, μόνο ένα πανάκιιιι».
Οι πιο ευαίσθητοι τους δίναμε λίγα ψιλά, αλλά σε πέντε λεπτά έρχονταν κι άλλοι. Τελικά, στον πέμπτο ή έκτο που ήρθε στο τραπέζι μας έτοιμος να στήσει το σόου με το κασελάκι, τα μπουκαλάκια, τα πανιά και το γνωστό πια ποιηματάκι: «Να τα περάσω ένα χεράκι, αφεντικό», εκείνος ο πωλητής από το Μπουένος Αιρες, ντυμένος στην τρίχα και αγανακτισμένος που του είχαν καταστρέψει το πρωινό κάνοντάς τον να νιώθει ένοχος για την πείνα των μικρών λούστρων, είπε σ’ έναν πιτσιρίκο γύρω στα δέκα: «Τ’ αρχίδια μου να ξαναπεράσεις».
Ποτέ δεν θα ξεχάσω τι του αποκρίθηκε εκείνος ο μικρός, με ύφος ήπιο και σεβάσμιο: «Άμα φτάσει η μπογιά». Ο πιτσιρίκος ήταν μεγαλοφυία, γιατί αυτό το «άμα φτάσει η μπογιά» για να του τα γυαλίσει, ήταν σαν να τον έβριζε με μια πολύ συνηθισμένη αργεντίνικη βρισιά, το pelotudo, (παπάρας), με τη διαφορά ότι το έλεγε με καθωσπρέπει ύφος και με ειρωνεία έμπειρου διπλωμάτη.
Θυμάμαι ότι ξεκαρδίστηκα στα γέλια, του έδωσα ένα γερό φιλοδώρημα και λυπήθηκα που δεν είχα χρήματα ή τα μέσα για να βοηθήσω αυτό το παιδί με μια υποτροφία ώστε ν’ αναπτύξει την εκπληκτική ευστροφία του. Όπως πάντα, σκέφτηκα πάλι τον Φιδέλ και την ανάγκη να γίνει το γρηγορότερο επανάσταση στη Λατινική Αμερική, ώστε κανένας πια να μην κακομεταχειρίζεται ή να βρίζει εργαζόμενα παιδιά. Με κυρίευσε ένας συναισθηματισμός για την τραγωδία εκείνου του μικρού, που με τόση ευφυΐα και ετοιμότητα, αντί να βρίσκεται σ’ ένα σχολείο, ήταν αναγκασμένος να γυαλίζει παπούτσια για να βοηθήσει τη μαμά του ή τα αδελφάκια του. Γι’ αυτό κι εγώ θα πήγαινα στις αντάρτικες ομάδες, με στόχο μια μέρα, στη Λατινική Αμερική όπως και στην Κούβα, κανένα παιδί να μη λείπει από το σχολείο, κανένα παιδί να μη γυαλίζει παπούτσια ακούγοντας τις προσβολές χιλιάδων αναίσθητων και ηλίθιων pelotudo. Με όλα αυτά εγώ κούρντιζα την επαναστατική μου διάθεση, ωστόσο ήταν αλήθεια: γι’ αυτόν το λόγο ήθελα να πολεμήσω με τους αντάρτες.
(σελίδες 380-384)
Βραζιλία (Ταπαζός, Μανάους, Ρίο Νέγρο)
(Η αυτοκτονική γενναιότητα του Φιδέλ)
[…]
Η αντίδραση εκείνη του Ολιβέιρα για τον επιστημονικό ηρωισμό του Αλμπουκέρκε [σημ. Μποτίλιας: Ένας καθηγητής, εθνολόγος, που θέλει να μελετήσει τις φυλές του Αμαζονίου και πέφτει με αλεξίπτωτο από το αεροπλανάκι του τυχοδιώκτη Ολιβέϊρα], μου φέρνει στο νου σήμερα τα ουτοπικά αρχίδια του Φιδέλ. Ως αναπαραγωγικά όργανα τον έκαναν φυσικό πατέρα ελάχιστων ανθρώπων, όμως, με τη μεταφορική έννοια, συμβολίζουν τον ιδεολογικό γεννήτορα εκατομμυρίων ανθρώπων που, σαν κι εκείνον, ήταν πρόθυμοι να βρεθούν αντιμέτωποι με τον θάνατο για την υπεράσπιση της δικαιοσύνης και της αλήθειας. Και με γοητεύει η ιδέα ότι αυτά τα χωρίς ευφυΐα όργανα, συχνά παράγουν μάλλον μάρτυρες και επαναστάτες-πρότυπα παρά αντικοινωνικά στοιχεία ή ατσάλινους τυχοδιώκτες σαν τον Ολιβέιρα. Στην Κούβα γνώρισα αρκετούς ανθρώπους που, συγκινημένοι από την αυτοκτονική γενναιότητα του Φιδέλ για τη δικαιοσύνη, μεταμορφώθηκαν στο άψε-σβήσε και μια για πάντα.
(σελ. 549)
Κολομβία
(«Επιχείρηση Πίτερ Παν»)
[…]
Η Ντόρα δεν ήξερε τίποτα για τις συνωμοτικές μου δραστηριότητες ούτε για το λαθρεμπόριο. Με θεωρούσε πάντα έναν καλό αστό που σεβόταν την τάξη και τους νόμους – όπως και έδειχνα. Από την άλλη, για την Κούβα ήξερε μόνο ότι ήταν ένα νησί περιφραγμένο με αγκαθωτό συρματόπλεγμα, όπου οι αιμοβόροι γενειοφόροι κομμουνιστές, εχθροί του Θεού, έκλεβαν τα παιδιά των πολιτικών τους αντιπάλων και τα έστελναν στη Ρωσία για να τα κάνουν κονσέρβες. Πολλοί σημερινοί αναγνώστες μου στην Ευρώπη, ειδικά οι νέοι, θα υποθέσουν ότι αυτό είναι μια γκροτέσκο δική μου υπερβολή. Δεν είναι καθόλου υπερβολή. Πρέπει να διευκρινιστεί ότι στη δεκαετία του '60, η δαιμονοποίηση της επαναστατικής Κούβας είχε φτάσει στα όρια της παράνοιας.
Αν κάποιος ενδιαφέρεται να μάθει περισσότερα για το συγκεκριμένο θέμα, συνιστώ να διαβάσει σχετικά με την «Επιχείρηση Πίτερ Παν», την οποία σχεδίασε και εκτέλεσε η CIA με τη συνεργασία του πιο αντιδραστικού καθολικού κλήρου. Χιλιάδες θρησκευόμενες οικογένειες στην Κούβα είχαν δηλητηριαστεί από την αντικομμουνιστική προπαγάνδα που άρχισε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο σε όλη την αμερικανική ήπειρο. Στη δεκαετία του ’50, ο γερμανικός ραδιοφωνικός σταθμός «Ελεύθερη Ευρώπη» και αναρίθμητοι άλλοι —αγγλικοί, γαλλικοί, ισπανικοί— κατήγγελλαν καθημερινά την υποτιθέμενη κτηνώδη καταστολή που είχε εξαπολύσει ο σοβιετικός στρατός στις εξεγέρσεις της Πολωνίας, της Ουγγαρίας και της Τσεχοσλοβακίας.
Οι Αμερικανοί της «Επιχείρησης Πίτερ Παν» έφτασαν στο σημείο να διαδώσουν ότι υπήρχε ένας νόμος —κατασκεύασμα made in USA, of course— που ετοίμαζε η κουβανική κυβέρνηση, ώστε να καταργηθεί η πατρότητα και όλα τα παιδιά να γίνουν ιδιοκτησία του Επαναστατικού Κράτους. Και μάλιστα, ολόκληρο το κείμενο του υποτιθέμενου νόμου διαβαζόταν επί αρκετές εβδομάδες στο Radio Swan και άλλους σταθμούς της Καραϊβικής, που είχαν αποκλειστικό στόχο να συκοφαντήσουν τον Καστρισμό και να τον δείξουν αιμοβόρο. Πράγματι, τρομοκράτησαν πολλούς φουκαράδες και τους έπεισαν ότι τα παιδιά τους, αργά ή γρήγορα θα γίνονταν, πρώτη ύλη για corned beef. Απελπισμένοι, τρελαμένοι από το φόβο, πολλοί γονείς εμπιστεύτηκαν τα παιδιά τους σε θρησκευτικές οργανώσεις για να τα βγάλουν από την Κούβα και να αναθέσουν τη φροντίδα τους σε οικογένειες και ιδρύματα των Η.Π.Α. Η επιχείρηση ονομάστηκε «Πίτερ Παν», όπως ο ιπτάμενος ήρωας του παραμυθιού, ίσως επειδή τα παιδιά έφευγαν με αεροπλάνο.
Στα έξι εκατομμύρια Κουβανών, τη δεκαετία του ’50, η προπαγάνδα του ντόπιου και ξένου Τύπου ετοίμασε το έδαφος ώστε τουλάχιστον μισό εκατομμύριο πολιτικά αναλφάβητοι Κουβανοί να πιστέψουν αυτό το τερατούργημα, όπως κι άλλα δέκα εκατομμύρια στην υπόλοιπη Λατινική Αμερική.
Η Ντόρα ήταν ένας απ’ αυτούς. Ήξερε να διαβάζει και να γράφει, αλλά ποτέ δεν διάβασε τίποτα εκτός από την ερωτική αλληλογραφία της διευθύντριας του σχολείου της, ούτε καταλάβαινε τίποτα από τις διεθνείς ειδήσεις που δημοσίευαν οι εφημερίδες. Το μόνο που την ενδιέφερε στις εφημερίδες ήταν τα καλλιστεία, το ωροσκόπιο και το αστυνομικό ρεπορτάζ. Χωρίς γνώσεις ιστορίας και γεωγραφίας, και μ’ ένα λεξιλόγιο που περιοριζόταν στον κόσμο του σπιτιού και της γειτονιάς –ένα λεξιλόγιο παιδιού δώδεκα ετών–, η μόνη της πληροφόρηση για την Κούβα ήταν οι κακοηθέστατοι πηχυαίοι τίτλοι των εφημερίδων, καθώς και ο χείμαρρος των συκοφαντιών που μετέδιδαν τα ραδιόφωνα και η τηλεόραση της Κολομβίας. Ήταν λογικό, συνεπώς, να πιστεύει ότι στην Κούβα συνέβαιναν αναρίθμητες φρικαλεότητες.
Στο δείπνο στο σπίτι της δικαστίνας, η απροσδόκητη και ένθερμη υπεράσπιση του Φιδέλ και της κουβανικής επανάστασης από έναν καθολικό επίσκοπο που τον λάτρευαν σαν άγιο στην Μπουεναβεντούρα, γέννησε στην Ντόρα την πρώτη και μοναδική ερώτηση πολιτικού περιεχομένου στην κοινή ζωή μας. Όταν γυρίσαμε στο σπίτι, με ρώτησε γιατί ο Μονσενιόρ υποστήριζε τον Φιδέλ Κάστρο και τους κομμουνιστές της Κούβας. Προσέχοντας να μη φανώ ακραίος, της ομολόγησα ότι κι εγώ συμφωνούσα με τον επίσκοπο, γιατί οι αληθινά κακοί, οι εκμεταλλευτές των φτωχών και οι ψεύτες ήταν οι Αμερικάνοι. Και της εξήγησα ότι, επειδή ήμουν ξένος στην Κολομβία, μπορούσα να βρεθώ σε μεγάλα μπλεξίματα αν ομολογούσα δημοσίως τη συμπάθειά μου για τους Κουβανούς. Γι’ αυτόν το λόγο δεν έκανα πολιτικά σχόλια δημοσίως και έκρυβα τις πεποιθήσεις μου. Το ίδιο έπρεπε να κάνει κι εκείνη.
(σελίδες 642-645)
Ντανιέλ Τσαβαρία, Είδα να φτάνει ένας γέρος –Μνήμες (2009)
Εκδόσεις Opera, 2016. Μετάφραση Κρίτων Ηλιόπουλος
*
Ντανιέλ Τσαβαρία
(Daniel Chavarria)
Σαν Χοσέ δε Μάγιο, 23 Νοεμβρίου 1933 - Ζει στην Κούβα από το 1969
Σχέδιο, Μπάμπης Ζαφειράτος, 30.XI.2016 (Μολύβι, 29 χ 21 εκ.)
Ντανιέλ Τσαβαρία – Βραβεία
Joy (1978)
  • Aniversario de la Revolución, La Habana, 1975
  • Capitán San Luis, 1978
The 6th island (1984) – Το έκτο νησί (Opera, 2004)
  • Premio de la Crítica, La Habana
Allá ellos (1991) Χαιρετίσματα στο θείο (Opera, 1998)
  • Dashiell Hammett Award, Gijón, 1992
The Eye of Cybele (1993) – Το μάτι της θεάς (Opera, 1999)
  • Planeta-Joaquín Mortiz, México, 1993
  • Educación y Cultura, Montevideo, 1994
  • Ennio Flaiano, Pescara, 1998
  • Premio de la Crítica, La Habana
Adiós Muchachos (1994) – Αν με ξαναδείτε γράφτε μου (Opera, 1998)
  • Edgar Allan Poe Award - Best Paperback Original, New York, 2002
Tango for a Torturer (2001) – Το κόκκινο στο φτερό του παπαγάλου (Opera, 2002)
  • Casa de las Américas Prize, La Habana, 2000
  • Premio de la Crítica, La Habana
Viudas de sangre (2004)
  • Premio Alejo Carpentier, La Habana, 2004
Other
  • National Prize for Literature, 2010

*
Περισσότερα
και

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.