Ο Φιντέλ θα ζει παντοτινά. Ο Φιντέλ είναι αθάνατος

Έφοδος στις Μονκάδες τ’ Ουρανού!: Fidel vivirá para siempre! Fidel es inmortal! - Ο Φιντέλ θα ζει παντοτινά! Ο Φιντέλ είναι αθάνατος!
Φιδέλ: Ένα σύγγραμμα περί ηθικής και δυο μεγάλα αρχίδια στην υπηρεσία της ανθρωπότητας (Ντανιέλ Τσαβαρία)
* Φιντέλ: Αυτός που τους σκλάβους ανύψωσε στην κορφή της μυρτιάς και της δάφνης − Κάρλος Πουέμπλα: Ως τη νίκη Κομαντάντε
*
Κάρλος Πουέμπλα: Και τους πρόφτασε ο Φιντέλ − Μετάφραση προσαρμοσμένη στη μελωδία − 4 Video − Aπαγγελία Νερούδα
* Πάμπλο Νερούδα: Φιντέλ, Φιντέλ, οι λαοί σ’ ευγνωμονούνε * Νικολάς Γκιγιέν: Φιντέλ, καλημέρα! (3 ποιήματα)
* Ντανιέλ Τσαβαρία: Η Μεγάλη Κουβανική Επανάσταση και τα Ουτοπικά Αρχίδια του Φιδέλ * Ντανιέλ Τσαβαρία: Ο ενεργειακός βαμπιρισμός του Φιδέλ * Ραούλ Τόρες: Καλπάζοντας με τον Φιντέλ − Τραγούδι μεταφρασμένο - Video


Τα φρούρια του ιμπεριαλισμού δεν είναι απόρθητα: Μικρή ιστορική αναδρομή στη νικηφόρα Κουβανική Επανάσταση και μέχρι τις μέρες μας ‒ Με αφορμή τα 88α γενέθλια του Φιντέλ ‒ Εκλογικό σύστημα & Εκλογές - Ασφάλεια - Εκπαίδευση - Υγεία (88 ΦΩΤΟ) * Φιντέλ (53)

Σάββατο, 2 Ιουλίου 2016

Πατρίς Λουμούμπα: Όμορφος σαν την απόφαση της ελευθερίας

Πατρίς Λουμούμπα (Patrice Émery Lumumba)
(Βελγικό Κονγκό, νυν Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό)

Γεννήθηκε στις 2 Ιουλίου 1925, Ανατολικό Κασάι
Δολοφονήθηκε στις 17 Ιανουαρίου 1961, Ελιζαμπέτβιλ, Κατάνγκα
Σχέδιο, Μπάμπης Ζαφειράτος, 2.VII.2016 (Μολύβι, 29 χ 21 εκ.)

*
και

***


Γ Ι Α Ν Ν Η Σ   Ρ Ι Τ Σ Ο Σ

Ο   Μ Α Υ Ρ Ο Σ   Α Γ Ι Ο Σ
1 9 6 1


Άρπαξαν το χρυσάφι σου και σου ’δωσαν
χάντρες και καθρεφτάκια…
Μες στη φωτιά και στο συναγερμό και
σ’ όνειρα θολά και μπερδεμένα
Ξεσπούσες σε τραγούδια πόνου απλά και
δίχως λόγια…
Μουσική, εσύ μας βοήθησες.
ΠΑΤΡΙΣ ΛΟΥΜΟΥΜΠΑ


I

ΠΑΤΡΙΣ ΛΟΥΜΟΥΜΠΑ – ένα μεγάλο κάτασπρο γέλιο μες στη νύχτα
            του προσώπου σου,
στη νύχτα του λάου σου, στη νύχτα της χώρας σου –
ένα άσπρο γέλιο – λάμπιζε στα τζάμια των φτωχόσπιτων,
στα χείλη των μαύρων μανάδων, των μαύρων παιδιών,
όπως η αυγή πίσω απ’ τα δάση ή πίσω απ’ τα βουνά του κάρβουνου,
άσπρο σαν το χεροσφίξιμο δυο μαύρων χεριών
άσπρο σαν την απόφαση της ελευθερίας
άσπρο σαν τη δύναμη της αδελφοσύνης.

Πάτρις Λουμούμπα, είχες δει τα κομμένα χέρια των αδελφών σου
διατηρημένα στ’ αλάτι μέσα στα κοφίνια των αφεντάδων,
είχες δει τη λάμψη απ’ τα διαμάντια σας να φωτίζει ξένα συμπόσια,
είχες δει το χρυσάφι της χώρας σου να γεμίζει τα όπλα των δολοφόνων
            της χώρας σου.

Είχες δει το αίμα και τα σίδερα, και τ’ άστρα πίσω απ’ τα σίδερα.

Είχες δει τα μικρά καθρεφτάκια να συγκεντρώνουν τις αχτίνες του ήλιου
και να τις ρίχνουν καταπρόσωπο στ’ αδέρφια σου, τυφλώνοντας
            τ’ αδέρφια σου.

Κι είχες δει τη μορφή του Ιησού μες σ’ ένα καθρεφτάκι
να κλαίει με μαύρα δάκρυα τυφλωμένη απ’ τους εμπόρους του λόγου Του.

Είχες ακούσει το ταμ-ταμ κάτω απ’ τα δάση σε κωφάλαλες νύχτες,
μια μουσική χωρίς λόγια – κύμα το κύμα, καθάριος ρυθμός,
να ’ρχεται και να φεύγει, ν’ ανεβαίνει, να μακραίνει
ήχος μονάχα και ρυθμός μες στα δάση του λάου σου –

Κύμα το κύμα η μυστική παλίρροια μες στο μαγνητικό σκοτάδι,
χωρίς λόγια ρυθμός – ο ρυθμός του αίματος
ρυθμός που συδαυλίζει το αίμα
ρυθμός που ανάβει το άσπρο φεγγάρι πάνω απ’ τα κύματα του σκοταδιού
            και των δέντρων
ρυθμός που ανάβει ένα κάτασπρο γέλιο στα κατάμαυρα χείλη –

Γιατί ο ρυθμός του αίματος βαδίζει πάντα κατευθείαν προς την ελευθερία.


II

ΠΑΤΡΙΣ ΛΟΥΜΟΥΜΠΑ, άλλο δεν είχες από ’να άσπρο γέλιο μπροστά
            σ’ όλο το μαύρο
μπροστά σ’ όλο το μαύρο του θανάτου, σ’ όλο το μαύρο της αδικίας –
ένα άσπρο γέλιο σαν τη θέληση της δικαιοσύνης,
άσπρο-άσπρο, συναγμένο σπόρο-σπόρο απ’ την καρδιά του λαού σου
όπως συνάζουμε απ’ τα σκόρπια αστέρια μιας απέραντης νύχτας
την άσπρη ανάμνηση, την άσπρη αναμονή, την άσπρη περηφάνια
την άσπρη δύναμη της καλής μάχης άντικρυ σ’ όλους τους άσπρους
            δολοφόνους
άντικρυ σ’ όλες τις μαύρες δυστυχίες.
Πάτρις Λουμούμπα – ένα άσπρο γέλιο στη νύχτα του λαού σου.
Όλα τα ντουφέκια σημάδευαν το γέλιο σου.
Πάνω στο γέλιο σου σημάδευαν την καρδιά της Αφρικής. Πολύ γελούσες,
            Πάτρις Λουμούμπα.
Πολύ πίστευες στη δικαιοσύνη των αδικημένων. Έδινες στόχο,
            Πάτρις Λουμούμπα.
Όλα τα ντουφέκια σημάδευαν το γέλιο σου. Φυλάξου, Πάτρις, σου
            φωνάζαμε.
Φυλάξου, αδελφέ μας, σου φωνάζαμε.
Φύλαξε το γέλιο του λαού σου. Φύλαξέ μας το.
Εσύ, πολύ πίστευες στην ελευθερία, πολύ γελούσες, μαύρε αδελφέ μας.
            Και σε σκότωσαν.
Πάτρις Λουμούμπα, σε σκότωσαν γιατί πολύ αγαπούσες να γελούν
            τα μαύρα αδέρφια σου
ένα άσπρο γέλιο κατάντικρυ σ’ όλες τις νύχτες. Και σε σκότωσαν.

Ένα άσπρο γέλιο, Πάτρις Λουμούμπα, – αυτό δεν το σκότωσαν.
Δεν μπόρεσαν, Πάτρις Λουμούμπα.
Δε σκότωσαν τ’ άσπρο σου γέλιο, την άσπρη σου πίστη, την άσπρη σου
            δύναμη,
την πίστη στ’ άσπρο γέλιο πάνω σ’ όλα τα πικραμένα στόματα.

Πάτρις Λουμούμπα, δε σκοτώθηκε το γέλιο σου, – μεγάλα ποτάμια
από άσπρο φως κατηφορίζουν μες στη νύχτα των μαύρων. Καλημέρα,
            αδελφέ μας –
μεγάλα άσπρα μαχαίρια απ’ το γέλιο σου μπήγονται
στις μαύρες καρδιές των άσπρων δολοφόνων. Καλημέρα,
            Πάτρις Λουμούμπα,
το άσπρο σου γέλιο ανατέλλει ασημάδευτο πάνω απ’ τη μαύρη σου χώρα
μέσα σ’ όλες τις ετοιμόρροπες νύχτες των ξυπνημένων σκλάβων.

Πάτρις Λουμούμπα, τ’ άσπρο σου γέλιο, το εύστοχο, τραβάει απόψε για
            την Αφροδίτη.

Κουβαλούσε την Αφρική στην καρδιά του (Λουμούμπα)
Σοβιετικό πόστερ (Πηγή)

III

ΞΥΠΟΛΥΤΑ ΠΟΔΙΑ σε πορεία – δε φαίνονται πρόσωπα,
σα μια φωτογραφία παρέλασης κομμένη κάτω απ’ τη μέση –
πόδια ξυπόλυτα, πόδια βαρύγδουπα, σηκώνοντας σύγνεφα σκόνη, πόδια
            κατάμαυρα,
ζυμώνοντας το χώμα με το αίμα – σύγνεφα φωτιά – προχωρείτε –
πορεία πείνας, πορεία εξέγερσης, απεργία θανάτου,
παρέλαση, διαδήλωση – πορεία μαρτυρίου – δε φαίνεται τίποτα –

Μαύρα πόδια, κατάμαυρα, κόκκινα πόδια απ’ τις πληγές και το δρόμο,
πόδια κομμένα, πόδια στρεβλωμένα, πόδια αγονάτιστα,
τα πόδια του μικρού Ρολάν, τα πόδια της Πωλίν,
τα πόδια των νεκρών, τα πόδια των νεκρών, των σκοτωμένων,
ξυπόλυτα πόδια για το πένθος της φυλής Λιγκάλα
ξυπόλυτα πόδια για το πένθος αιώνων
ζυμώνοντας τη γη σιωπηλά με το αίμα τού Πάτρις, φτιάχνοντας
ένα πελώριο κόκκινο ψωμί για το στόμα τού κόσμου –

Τρέχτε, προφτάστε, ξυπόλυτα πόδια, αδελφικά μας πόδια,
πατήστε τους μεταμφιεσμένους βόες, πατήστε τα κουφάρια των
            Δι­πλωματών –
(α, κύριοι Διπλωμάτες, πολύ σας πάει ν’ αναφέρεσθε σ’ ένα ποίημα,
πολύ σας πάει – χαμόγελο της χυδαιότητας πίσω απ’ τους άσπρους
            δουλεμένους τρόπους,
ακονισμένη ευγένεια της οχιάς, ψυχρό μελετημένο μίσος,
μεθοδικό έγκλημα, έγκλημα, έγκλημα) – πώς μπορείτε ακόμη να
            σωπαίνετε
ποιήματα, υπόδουλοι της σιωπής, συνένοχοι της σιωπής,
μελετημένα λόγια του τίποτα, μελετημένες χειρονομίες του τίποτα,
αστεία προσωπεία, τραγικά προσωπεία που πίσω απ’ τα μεγάλα κούφια
            μάτια σας
σπιθοβολάει αυτάρεσκα το άδειο – στο διάολο, στο διάολο, στο διάολο.

Μαύρα πόδια, κατάμαυρα, κόκκινα πόδια, πληγιασμένα, ροζιασμένα,
σπάστε τις πόρτες, σπάστε τα κάγκελα των αποικιοκρατών, συντρίφτε
τα κεφάλια των ευγενών Διπλωματών, τα κεφάλια
των μαύρων Τσόμπε, των άσπρων Τσόμπε – προχωρείτε, προχωρείτε,
μαύρα πόδια, κόκκινα πόδια, αδελφικά μας πόδια,
τρέχτε, προφτάστε, μαύρα πόδια, ματωμένα πόδια, τρέχτε,
ζυμώνοντας τη γη σ’ ένα ψωμί – προχωρείτε, προχωρείτε,
σπάστε τις μεγάλες τζαμόπορτες που πίσω τους οι αναίσχυντοι χωνεύουν
            τον ιδρώτα σας.
χαράχτε με τα συντριμμένα κρύσταλλα τα μαύρα μάγουλα του  
            τραγουδιού μου
τώρα που οι χαρακιές ασπρίζουν στης Πωλίν τα μάγουλα απ’ τον πόνο.

Τρέχτε, λοιπόν, σπάστε τα τζάμια του ήλιου, σπάστε τα
κι εξορύχτε τα μάτια του τραγουδιού μου με τα σπασμένα τζάμια
για να μη βλέπει τη ντροπή του αιώνα μας. Τρέχτε. Προχωρείτε,
μαύρα πόδια, κόκκινα πόδια, αδελφικά μας πόδια,
ζυμώστε το χώμα με το αίμα τού Πάτρις –
το χώμα των τάφων είναι φρέσκο – κάνει για σταμνιά, για σπίτια,
            για σχολεία,
βασανισμένα πόδια, αδελφικά μας πόδια, προχωρείτε.


IV

ΤΑΜ - ΤΑΜ, ταμ - ταμ – μέσα στα δάση, μέσα στα σπήλαια,
            μες στα ορυχεία,
κάτω απ’ την κοιλιά των αλόγων, κάτω απ’ τις μασκάλες της νύχτας –
            ταμ - ταμ, ταμ - ταμ –
τα μάτια των ζώων πίσω απ’ τα κλαδιά της νύχτας – ταμ - ταμ –
το φώσφορο του τρόμου πυκνωμένο, μ’ ένα μικρό μαύρο σταυρό στην
            κόρη του ματιού – ταμ - ταμ –
και το ταμπούρλο του φεγγαριού – καλά τεντωμένο το κίτρινο πετσί
            – ταμ - ταμ, ταμ - ταμ –
πιο γοργός ο ρυθμός, πιο γοργός, πιο γοργός, – προχωρείτε,
προχωρείτε σκλάβοι κάτω απ’ τη νύχτα του πετσιού σας
κάτω απ’ το πετσί της νύχτας – ταμ - ταμ - ταμ. Κι ό Πάτρις
γυμνός, απέραντος, αόρατος, πανίσχυρος
νύχτα μέσα στη νύχτα
με το ταμπούρλο τού φεγγαριού κρεμασμένο στο λαιμό του
με το ταμπούρλο του φεγγαριού πάνω στα νεφρά του
– ταμ - ταμ, ταμ - ταμ - ταμ – χτυπώντας με τα δυο γιγάντια χέρια του
μπροστολάτης – ταμ - ταμ, ταμ - ταμ - ταμ – χτυπώντας το εγερτήριο
μες στη μεγάλη νύχτα των σκλάβων – ταμ -ταμ - ταμ –
κι η νύχτα μ’ όλο της το τρίχωμα ανατριχιασμένο
σαν πελώριος σκαντζόχοιρος, στριμώχνοντας
στον τοίχο του κοιμητηρίου τους δολοφόνους - γυμνοσάλιαγκες – άκου,
             άκου –
ταμ - ταμ, ταμ - ταμ, ταμ - ταμ - ταμ –προχωρείτε, προχωρείτε.

Ο Περήφανος Πατρίκιος Λουμούμπα (2.7.1925 - 17.1.1961)
Ο Υπερασπιστής της ανθρώπινης τιμής και αξιοπρέπειας,
μάρτυρας Πατρίς Λουμούμπα, ο ελευθερωτής του Κονγκό.
Aπό τον Γιάννη Θωμά (Γίγα) και την Παναγιώτα (Πέγκυ) Κούβαρη
(Πηγή)

V

ΣΩΠΑ, ΣΩΠΑ. Τίποτα. Φώναξε, φώναξε. Τίποτα.
Δε φτάνει η σιωπή. Δε φτάνει ή φωνή. Δε φτάνει, σου λέω, το μαχαίρι.

Έχεις ένα σπίρτο; Κάψε τα ποιήματα. Βάλε φωτιά στο σώμα σου
να καίγεσαι όρθιος, να μυρίζεσαι το λίπος σου που λιώνει, να μυρίζεσαι
το κερί πού λιώνει – το κερί συγκεντρωμένο απ’ όλες τις κερήθρες των
            αιώνων,
το κερί που ’χει αδειάσει απ’ όλο το μέλι των αιώνων –
Γυμνό κερί – μια λαμπάδα με χίλια φιτίλια,

Όρθια λαμπάδα μπρός στα μάτια των δολοφόνων, καίγοντας τα
            ματόκλαδα των δολοφόνων,
καίγοντας τους βολβούς τών δολοφόνων,

Όρθια λαμπάδα ανάβοντας το απέραντο φιτίλι
διακλαδωμένο κάτω απ’ όλα τα πτώματα των σκλάβων
κάτω απ’ όλους τους τάφους
μέσα σ όλο το σφιχτοκλεισμένο δυναμίτη της οργής
κάτω απ’ όλα τα βουνά της αδικίας. Ένα σπίρτο; Η λαμπάδα. Το φι­τίλι.
            Ο δυναμίτης. Πυρ.

Ταμ - ταμ, ταμ - ταμ - ταμ, ταμ - ταμ, ταμ - ταμ - ταμ – προχωρείτε,
            προχωρείτε.


VI

Ο ΠΑΤΡΙΣ ΗΤΑΝ όμορφος σαν το βέβαιο ξημέρωμα πίσω απ’ τα
            κα­μένα σπίτια
ο Πάτρις ήταν όμορφος σαν τον αλογάριαστο έρωτα
ο Πάτρις ήταν όμορφος σαν το αδίσταχτο χρέος
ο Πάτρις ήταν όμορφος σαν την ολόκληρη πράξη
ο Πάτρις ήταν όμορφος σαν την αδιάλλακτη δικαιοσύνη
ο Πάτρις ήταν όμορφος σαν όρθιος ολόγυμνος άντρας λίγο πριν
            απ’ τον έρωτα
ο Πάτρις ήταν όμορφος σαν άγαλμα από μπρούντζο,
Όμορφος – τίποτα άλλο – ένα άγαλμα του ανθρώπου πριν πεθάνει
            ο άνθρωπος,
ένα άγαλμα όπου δεν πεθαίνει ό άνθρωπος. Πλύντε το σώμα του
παραδομένο τώρα στη ζωή και στο θάνατο – ολόκληρο· – προσέχτε
όταν σκουπίζετε το στόμα του μην του αφαιρέσετε
το φιλί, τη σιωπή, το χαμόγελο.

                                                        Μέσα στη νύχτα
του χρόνου και τού σώματος του, ανάφτε τα τσιγάρα σας
και ρουφώντας βαθιά, όπως την ώρα της οδύνης,
όπως την ώρα της αναμονής, όπως την ώρα
της μαζικής οργής και της ομαδικής απόφασης,
φωτίστε τον ολόκληρο με τα τσιγάρα σας, όπως οι αστραπές της άνοιξης
φωτίζουν τα μεγάλα δάση και τις πέτρινες οροσειρές. Φωτίστε τον.

Ο Πάτρις ήταν όμορφος σα σκοτεινή οροσειρά όπου καταφεύγουν
οι στρατιώτες της ελευθερίας την παραμονή της μεγάλης επίθεσης.
Ο Πάτρις ήταν όμορφος σαν όρκος που δόθηκε για πάντα στο λαό – τόσο
            όμορφος
ο Μαύρος Άγιος με το άσπρο χαμόγελο.


VII

ΑΠΟΨΕ ο Μαύρος Άγιος στα δεξιά του Άσπρου Χριστού,
μπροστά σ’ ένα γυμνό τραπέζι από αφρικανικό μπαμπού, όπου κείτονται
τα λιγοστά ματωμένα του ποιήματα, μαθαίνει στον Κύριο:
«Το αίμα που εχύθη απ’ τις πληγές και των δυο μας
κάτω απ’ τα ίδια καρφιά, κάτω απ’ την ίδια λόγχη, κάτω απ’ τα ίδια
            αγκάθια,
έχει το ίδιο χρώμα, Κύριε, – όχι μαύρο, όχι άσπρο – κόκκινο χρώμα,
            Κύριε,
σαν το λάβαρο της δικαιοσύνης». Ο Χριστός ακούει,
καταλαβαίνει και σωπαίνει. Αλήθεια, κόκκινο.
Και κοκκινίζει το χλωμό του πρόσωπο από ντροπή κι από θυμό.
            Κοκκινίζει.
Φέρνει τις δυο παλάμες του επάνω στις παλάμες
του Μαύρου Αγίου, αντικριστά, σα να δίνει τον όρκο·
– τα ίδια σημάδια και στις τέσσερεις παλάμες
κι απ’ την οπή των τεσσάρων ενωμένων χεριών
μια δέσμη αχτίνες πέφτει στο γυμνό τούτο τραπέζι
πού συνεχίζουμε τα κόκκινα τραγούδια Του και το άσπρο Του γέλιο.

Απόψε, ο Μαύρος Άγιος, στα δεξιά των Λαών, υπαγορεύει:
Το αίμα δεν είναι μαύρο ούτε άσπρο – είναι κόκκινο
όπως το χρώμα της αδελφοσύνης. Δεν πρέπει να χύνεται το αίμα.

ΑΘΗΝΑ, 13 – 17 Φεβρουαρίου 1961

Γιάννης Ρίτσος
1 Μαΐου 1909, Μονεμβασιά - 11 Νοεμβρίου 1990, Αθήνα
Σχέδιο, Μπάμπης Ζαφειράτος, 29.IV.2016 (Μολύβι, 29 χ 21 εκ.)
*

και

* * * 

Πατρίς Λουμούμπα
Bernard Safran, Patrice-Lumumba, 1960
(17" x 24" oil on masonite)
22 Αυγούστου 1960, για το ΤΙΜΕ
Πηγή: Bernard Safran: Paintings
Patrice Émery Lumumba, 2 Ιουλίου 1925 - 17 Ιανουαρίου 1961. Κονγκολέζος ηγέτης της ανεξαρτησίας και ο πρώτος δημοκρατικά εκλεγμένος πρωθυπουργός της Δημοκρατίας του Κονγκό (σημερινή Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό). Ήταν παντρεμένος με την Πωλίν Οπάνγκα (1937 - 23 Δεκ. 2014) και είχαν πέντε παιδιά.
30 Ιουνίου 1960, το Κονγκό (Ζαΐρ) αποκτά την ανεξαρτησία του από το Βέλγιο. Το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα με ηγέτη τον Πατρίς Λουμούμπα κερδίζει τις πρώτες εκλογές και σχηματίζει κυβέρνηση.
Ωστόσο, οι φιλοσοβιετικές θέσεις της νέας κυβέρνησης δεν άρεσαν στους ιμπεριαλιστές, οι οποίοι στήριξαν τον πραξικοπηματία Μομπούτου, ανέτρεψαν τη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση και στη χώρα επιβλήθηκε δικτατορία.
Το Βέλγιο συνέχισε να στέλνει ενισχύσεις, και ο υποστηριζόμενος από τους Ευρωπαίους Μωυσής Τσόμπε, ηγέτης του κόμματος Κόνακατ και αντίπαλος του Λουμούμπα, κήρυξε στις 11 Ιουλίου την ανεξαρτησία της Κατάνγκα, της οποίας τα ορυχεία χαλκού εκμεταλλευόταν σχεδόν κατά αποκλειστικότητα η πανίσχυρη Βελγική Ένωση Ορυχείων.
Ο Λουμούμπα το φθινόπωρο συλλαμβάνεται και φυλακίζεται.
Η παρουσία του, ακόμα και στη φυλακή, γίνεται ακόμη πιο ενοχλητική κι έτσι μεθοδεύεται η φυσική του εξόντωση.
Τον Ιανουάριο του 1961 τον απομακρύνουν από τη Λεοπολντβίλ και τον μεταφέρουν σε φυλακή της Κατάνγκα, όπου το καθεστώς του Μωυσή Τσόμπε μεταχειρίζεται κτηνωδώς κάθε αντίπαλό του, ακόμη και λιποτάκτες.
Πραγματικά μέσα σε ελάχιστες εβδομάδες μετά την εκεί μεταγωγή του, στις 17 Ιανουαρίου του 1961, ο Λουμούμπα, μετά από φριχτά βασανιστήρια, δολοφονείται.
Στις 10 Φεβρουαρίου ο ραδιοφωνικός σταθμός της Ελιζαμπετβίλ ανακοίνωσε ότι δήθεν ο Λουμούμπα δραπέτευσε από τη φυλακή του και στη συνέχεια σφαγιάστηκε από μέλη φυλής εχθρικής προς τη δική του. Η αναγγελία της δολοφονίας ξεσήκωσε παγκόσμια κατακραυγή κατά των Η.Π.Α., του Βελγίου και της Μεγάλης Βρετανίας.
Ο Λουμούμπα από τότε γίνεται και παραμένει το σύμβολο του αφρικανικού αλυτρωτισμού.

Τον Φεβρουάριο του 2002 η βελγική κυβέρνηση παραδέχθηκε ότι φέρει «αναμφισβήτητα μέρος της ευθύνης για τα γεγονότα που οδήγησαν στον θάνατο του Λουμούμπα».

Τον Ιούλιο του 2002 έγγραφα που δημοσιοποίησε η κυβέρνηση των ΗΠΑ αποκάλυψαν ότι η CIA έπαιξε ρόλο στη δολοφονία του Λουμούμπα, βοηθώντας τους αντιπάλους του με χρήματα και πολιτική υποστήριξη, και στην περίπτωση του Μομπούτου με όπλα και στρατιωτική εκπαίδευση. Αντίστοιχες κατηγορίες απευθύνθηκαν και στην Αγγλία (Μ16).

Πηγές: 902 (Σαν Σήμερα, 30 Ιουνίου) 
κι ακόμα 
Βικιπαίδεια και ΒΗΜΑ (ακόμα κι αυτοί καλά τα λένε. Για τα σύγχρονα εγκλήματα δεν βγάζουν άχνα).


και

***

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.