Κώστας Γουλιάμος
Η λογοτεχνική αξία ως κατασκευή ή, άλλως, ως οικονομία θορύβου
Διάβασα για τη “μεγάλη έρευνα” της #Bookpress και του #βιβλιοπωλείου #Πολιτεία. Και σχολιάζω
Κάθε απόπειρα να καταρτισθεί ένας κατάλογος με τα “καλύτερα” λογοτεχνικά έργα μιας ορισμένης 50ετίας εγείρει ουσιώδη θεωρητικά και μεθοδολογικά ζητήματα.Αρχικά, η επιλογή λειτουργεί ως μηχανισμός αφαίρεσης.
Αποσπά τα έργα από τις συγκεκριμένες ιστορικές, αισθητικές και κοινωνικές συνθήκες παραγωγής και πρόσληψής τους και τα μετατρέπει σε ισοδύναμες μονάδες ενός αποϊστορικοποιημένου αξιολογικού ισοζυγίου.
Όπως η αγορά εξισώνει ετερογενή εμπορεύματα μέσω της ανταλλακτικής αξίας, έτσι και η “ψηφοφορία” (επιλογή) εξισώνει ετερογενή λογοτεχνικά έργα μέσω μιας αντιιστορικής αντίληψης της “ποιότητας”.
Έπειτα, ποιος και με ποια κριτήρια νομιμοποιείται να αποφανθεί περί της λογοτεχνικής αξίας; Το ερώτημα δεν είναι τυπικό ούτε διαδικαστικό. Αφορά στην ίδια τη συγκρότηση του λογοτεχνικού κανόνα, δηλαδή εκείνης της συμβολικής τάξης πραγμάτων που (καθ)ορίζει ποια έργα θα διασωθούν στη συλλογική μνήμη και ποια θα περιπέσουν στη σιωπή και τον αποκλεισμό.
Ταυτόχρονα, η διατύπωση της πρόσκλησης προς τους συμμετέχοντες προϋποθέτει, χωρίς να το δηλώνει, ότι η κατηγορία του “καλύτερου βιβλίου” διαθέτει προφανές και κοινώς αποδεκτό περιεχόμενο.
Όμως η λογοτεχνική αξία δεν αποτελεί φυσικό γνώρισμα του έργου, ούτε αυταπόδεικτη ποιότητα, ανεξάρτητη από την ιστορική, κοινωνική και πολιτισμική της πρόσληψη.
Επιπλέον, κάθε αξιολογική κρίση προϋποθέτει συγκεκριμένη αισθητική θεωρία και μεθοδολογία περί της λειτουργίας της λογοτεχνίας και, πάντως, ένα πλέγμα ερμηνευτικών θεωρήσεων. Επομένως, η απουσία ρητώς διατυπωμένων κριτηρίων δεν καθιστά την κρίση ουδέτερη. Τουναντίον, καθιστά αθέατες τις προϋποθέσεις της.
Εξίσου προβληματική είναι η έννοια του “ειδικευμένου αναγνώστη”, όταν δεν συνοδεύεται από σαφείς όρους συγκρότησης του σώματος των “κριτών”.
Στον χώρο της επιστήμης και της κριτικής, η αξιοπιστία μιας διαδικασίας δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το κύρος των προσώπων αλλά από τη διαφάνεια του θεσμού.
Η δημοσιοποίηση των κριτηρίων επιλογής των αξιολογητών, καθώς και η γνωστοποίηση ενδεχόμενων σχέσεων επαγγελματικής, εκδοτικής ή οικογενειακής συνάφειας, δεν αποτελούν ζήτημα προσωπικής ηθικής αλλά στοιχειώδη όρο λογοδοσίας.
Η δε αντικειμενικότητα δεν ταυτίζεται με την ανυπαρξία δεσμών —μια συνθήκη πρακτικά ανέφικτη σ` έναν περιορισμένο λογοτεχνικό χώρο— αλλά με την αναγνώριση και τη δημοσιοποίησή τους, γεγονός που επιτρέπει την κριτική αξιολόγηση της ίδιας της αξιολογικής κρίσης του συμβολικού κεφαλαίου (βιβλίου-συγγραφέα).
Ο Πιερ Μπουρντιέ ήταν ο θεωρητικός που διατύπωσε τη θέση πως το λογοτεχνικό πεδίο αποτελεί χώρο ανταγωνισμού για την κατοχή συμβολικού κεφαλαίου. Εξού και η αξιολόγηση ενός έργου δεν είναι ποτέ ανεξάρτητη από το δίκτυο θεσμών που του απονέμει κύρος.
Η παρατήρηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη η μεταβολή που γνώρισε ο ελληνικός λογοτεχνικός χώρος κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες.
Η εντυπωσιακή αύξηση ηλεκτρονικών περιοδικών, ιστότοπων, ψηφιακών κόμβων ανάγνωσης και σελίδων πολιτισμικής ενημέρωσης δημιούργησε την εντύπωση μιας πρωτόγνωρης διεύρυνσης των όρων παραγωγής και διάχυσης του λογοτεχνικού λόγου.
Ωστόσο, η ποσοτική επέκταση των διαύλων δημοσιότητας δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκην και διεύρυνση της κριτικής. Συχνά συμβαίνει το αντίθετο: η οικονομία θορύβου/προσοχής και ορατότητας (προθήκες βιβλιοπωλείων, προτάσεις βιβλίων, κατάλογοι ευπώλητων, συνεντεύξεις, βραβεία κ.ο.κ ) συγκεντρώνεται σε περιορισμένα δίκτυα αμοιβαίας αναγνώρισης με δυναμική ανταλλακτηρίου ή/και αυτοαναφοράς, όπου η κριτική, η παρουσίαση, η βράβευση και η δημόσια προβολή συγκροτούν μια σχετικώς κλειστή κυκλοφορία συμβολικού κεφαλαίου.
Η εξέλιξη αυτή δεν μπορεί να ερμηνευθεί αποκλειστικώς ως συνέπεια προσωπικών στρατηγικών. Αντανακλά τη βαθύτερη μεταβολή των όρων παραγωγής της λογοτεχνίας.
Η αγορά του βιβλίου, ολοένα περισσότερο εξαρτημένη από την επικοινωνιακή διαχείριση, μετατοπίζει το κέντρο βάρους από το έργο προς την εικόνα του έργου.
Η αγοραλογία (marketing), οι δημόσιες σχέσεις, η διαρκής ψηφιακή παρουσία, η επ` αμοιβή κατασκευή συγγραφικών προφίλ ή συνεντεύξεων και η εμφάνιση πρακτικών που προσεγγίζουν το αγγλοσαξονικό σύστημα των literary agents δεν αποτελούν πλέον εξωτερικά βοηθήματα της εκδοτικής δραστηριότητας. Απεναντίας τείνουν να μεταβληθούν σε όρους παραγωγής της ίδιας της λογοτεχνικής “αξίας”. Το βιβλίο εισέρχεται στη δημόσια σφαίρα ήδη περιβεβλημένο από ένα πλέγμα προσδοκιών, αξιολογήσεων και επικοινωνιακών επενδύσεων, οι οποίες συχνά προηγούνται της αναγνωστικής εμπειρίας.
Εδώ ακριβώς ανακύπτει το κατεξοχήν ζήτημα. Η αισθητική κρίση δεν εκλείπει. Όμως μεταβάλλονται οι όροι μέσα στους οποίους ασκείται. Η λογοτεχνία εξακολουθεί να παράγει έργα υψηλής αξίας, αλλά η αναγνώριση της αξίας αυτής διέρχεται ολοένα συχνότερα από μηχανισμούς πολιτισμικής διαμεσολάβησης που υπακούουν στη λογική της αγοράς.
Υπάρχει, ωστόσο, και μία θεωρητική ένσταση, η οποία αφορά στην ίδια τη δυνατότητα για ενιαία αξιολόγηση έργων που εκδόθηκαν σε χρονικό εύρος μισού αιώνα. Επειδή ακριβώς η αναγνωστική πρόσληψη ενός λογοτεχνικού έργου δε συνιστά σταθερή ούτε διαχρονική κατηγορία. Μεταβάλλεται μαζί με τις ιστορικές μορφές της κοινωνικής εμπειρίας, τις ιδεολογικές συγκρούσεις, τις μετατοπίσεις της αισθητικής πρόσληψης και, βέβαια, τους ίδιους τους τρόπους με τους οποίους οργανώνεται η πολιτισμική σφαίρα.
Εκείνο που, λογουχάρη, θεωρείτο αισθητικά ρηξικέλευθο ή ιστορικά αναγκαίο κατά τη Μεταπολίτευση δεν προσλαμβάνεται κατ' ανάγκην και με τον ίδιο τρόπο στις σημερινές ψηφιακές -και σύνομα κβαντικές- συνθήκες. Γιατί κάθε εποχή (ανα)συντάσσει το δικό της ερμηνευτικό πεδίο και, συνακόλουθα, επαναδιαπραγματεύεται την ιεραρχία των έργων που κληρονομεί. Από τη σκοπιά της μαρξιστικής αισθητικής, η παρατήρηση αυτή είναι κεφαλαιώδης.
Η λογοτεχνική αξία δεν αποτελεί μια σταθερή κατηγορία, ανεξάρτητη από τις ιστορικές συνθήκες, αλλά μια δυναμική μορφή λόγου, που διαμορφώνεται μέσα από τις κοινωνικές σχέσεις, τις αισθητικές μεταβολές και τις ιδεολογικές αντιπαραθέσεις που χαρακτηρίζουν κάθε ιστορική περίοδο. Εξάλλου το έργο δεν μεταβάλλεται ως κείμενο. Μεταβάλλεται όμως η θέση του μέσα στο ιστορικό σύνολο, άρα και ο τρόπος με τον οποίο ενεργοποιείται η σημασία του.
Επομένως κάθε απόπειρα να συγκριθούν επί ίσοις όροις βιβλία που γεννήθηκαν σε διαφορετικές ιστορικές συγκυρίες προϋποθέτει μια προβληματική παραδοχή: ότι υπάρχει ένα αμετάβλητο μέτρο λογοτεχνικής αξίας, ανεξάρτητο από τις ιστορικές συνθήκες της πρόσληψης.
Μια τέτοια παραδοχή, όμως, αντιφάσκει προς κάθε ιστορικοϋλιστική αντίληψη της τέχνης, σύμφωνα με την οποία ούτε η αισθητική συνείδηση ούτε οι όροι της αναγνωστικής εμπειρίας παραμένουν αμετάβλητοι στον χρόνο.
Εν κατακλείδι, η κρίσιμη ένσταση δεν αφορά στα βιβλία που περιλαμβάνονται σε έναν τέτοιο κατάλογο, αλλά στην ίδια την εικόνα της λογοτεχνίας που ο κατάλογος -ως "κανόνας"- κατασκευάζει/επινοεί την αντίληψη περί λογοτεχνικής αξίας.
Σε τελική ανάλυση η συγκρότηση ενός τέτοιου λογοτεχνικού κανόνα δεν συνιστά απλώς πράξη αναγνώρισης, αλλά ταυτόχρονα και πράξη λήθης και αποκλεισμού.
Άλλωστε, κάθε απόπειρα συγκρότησης κανόνα οργανώνει όχι μόνο τη μνήμη της λογοτεχνίας, αλλά και τις σιωπές και τους αποκλεισμούς.
Με άλλα λόγια, κάθε κανόνας είναι συγχρόνως και μια μορφή λήθης και αποκλεισμού.
Υπό την έννοια αυτή, η κριτική οφείλει να αποκαλύπτει τους μηχανισμούς εκείνους που, εμφανιζόμενοι ως δήθεν “έγκυρες” διαδικασίες αξιολόγησης, διεκδικούν το προνόμιο της πολιτισμικής εξουσίας: ήτοι, να αποφασίζουν στο παρόν ποια έργα θα κληροδοτηθούν ως αξίες στο μέλλον και ποια θα αποκλειστούν από τη συλλογική μνήμη.
Η ιστορία της λογοτεχνίας διδάσκει ότι οι πλέον ανθεκτικοί κανόνες δεν συγκροτήθηκαν από “ψηφοφορίες” (επιλογές), αλλά από τη μακρά και συχνά αντιφατική δοκιμασία του χρόνου, της ανάγνωσης και της διαρκούς επανερμηνείας των έργων.
ΥΓ) Θεωρώ εύστοχο το σημερινό κείμενο της Θεώνη Κοτίνη για το ίδιο ζήτημα της “μεγάλης έρευνας” στο #Νέο #Πλανόδιον
Εταιρία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης Εταιρεία Συγγραφέων - Hellenic Authors Society #Literature
*
*
Ο Κώστας Γουλιάμος είναι τακτικό μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών, πρώην πρύτανης Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου, ποιητής, συγγραφέας.
Ήταν υποψήφιος βουλευτής με το ΚΚΕ (Μάιος – Ιούνιος 2023).
Ιούλιος 2025: Distinguished Fellow (Διακεκριμένο Μέλος) του International Engineering and Technology Institute (IETI)
Οκτ. 2024 Βραβείο Φιλίας από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας
Σεπ. 2023 Βραβείο “εξαιρετικής προσφοράς στη γενική εκπαίδευση”.
2021 Πανελλήνιο βραβείο ποίησης «Jean Moreas» στον Κώστα Γουλιάμο
*
Υποψήφιος ευρωβουλευτής με το ΚΚΕ στις εκλογές Ιουνίου 2024.
Ο Κώστας Γουλιάμος από την Μποτίλια Στον Άνεμο
_______
* * *

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.