Κώστας Γουλιάμος
Η οικονομία της κολακείας: Φιλαυτία και λογοτεχνικοί κύκλοι
Ο Bernard Mandeville (1670-1733), αναλύοντας τα ανθρώπινα πάθη και τον ρόλο τους στην κοινωνική ζωή, ανέδειξε μία από τις θεμελιώδεις αντιφάσεις της νεότερης αστικής κοινωνίας: τον τρόπο με τον οποίο η ιδιοτέλεια, η επιδίωξη κοινωνικής αναγνώρισης και η στρατηγική προβολή του εαυτού μετατρέπονται σε μηχανισμούς απόκτησης και εδραίωσης κοινωνικής ισχύος.
Στο πλαίσιο αυτό, η επιδίωξη του ατομικού συμφέροντος δεν λειτουργεί απλώς ως έκφραση προσωπικών επιθυμιών, αλλά ως μέσο αναπαραγωγής προνομίων, ενίσχυσης της κοινωνικής θέσης αλλά και εξασφάλισης δυνατοτήτων κοινωνικής ανέλιξης.
Στον «Μύθο των Μελισσών», η φιλαυτία, η ματαιοδοξία και η επιθυμία διάκρισης αντιμετωπίζονται από τον Mandeville ως δυνάμεις που, υπό συγκεκριμένους κοινωνικούς όρους, αποκαλύπτουν το χάσμα ανάμεσα στα δημόσια διακηρυγμένα κίνητρα και στις πραγματικές επιδιώξεις που καθορίζουν την ανθρώπινη δράση.
Η ηθική επίφαση μπορεί να συγκαλύπτει την ιδιοτέλεια, ενώ η κοινωνική επιδοκιμασία να επιβραβεύει όχι την πραγματική αξία, αλλά την «επιδέξια» διαχείριση των εντυπώσεων.
Η κολακεία, σε αυτή την προοπτική, δεν αποτελεί απλώς μια μορφή διαπροσωπικής υποκρισίας. Απεναντίας, λειτουργεί ως τεχνική επιρροής, καθώς τροφοδοτεί τη ματαιοδοξία, ενισχύει την αυταπάτη της προσωπικής υπεροχής, καθιστώντας έτσι το άτομο περισσότερο εξαρτημένο από εκείνους που έχουν τη δύναμη να του απονέμουν αναγνώριση.
Η προβληματική του Mandeville γίνεται επίκαιρη όταν μεταφερθεί από τους χρόνους της πρώιμης αστικής κοινωνίας στους μηχανισμούς πολιτιστικής εξουσίας του 21ου αιώνα.
Στους σημερινούς λογοτεχνικούς κύκλους, λόγου χάρη, η επιθυμία για αναγνώριση μπορεί να συγκροτεί ένα πλέγμα αμοιβαίων εξυπηρετήσεων, φιλοφρονήσεων και επιλεκτικών συμμαχιών, μέσα στο οποίο η αξιολόγηση του έργου διαπλέκεται με την προσωπική προβολή και τη διαχείριση κύρους.
Η δημόσια επιδοκιμασία, οι αλληλοϋμνητικές παρουσιάσεις, οι βραβεύσεις, η επιλεκτική ανάδειξη ορισμένων συγγραφέων ή ποιητών και η αποσιώπηση άλλων ενδέχεται να συγκροτούν μια άτυπη οικονομία ανταλλαγών, όπου ο έπαινος προσφέρεται με την προσδοκία ανταπόδοσης, ενώ η αναγνώριση λειτουργεί ως μέσο ενίσχυσης της θέσης μέσα στο πολιτιστικό πεδίο.
Αναμφίβολα δεν πρόκειται απλώς για την επιβίωση της ανθρώπινης ματαιοδοξίας, αλλά για την κοινωνική οργάνωσή της μέσα από αγοραίες πρακτικές δικτύων δημοσίων σχέσεων που επηρεάζουν τη διάχυση των έργων, τη συγκρότηση λογοτεχνικών ιεραρχιών και τα κριτήρια της δημόσιας αποδοχής.
Στις σύγχρονες συνθήκες, μάλιστα, η πρακτική αυτή ενισχύεται από την ψηφιακή «οικονομία της προσοχής», η οποία μετατρέπει την ορατότητα σε διαρκώς διεκδικούμενο πόρο.
Η συχνότητα της παρουσίας, η απήχηση μιας δημόσιας παρέμβασης και η έκταση της διαδικτυακής επιδοκιμασίας εκλαμβάνονται ως τεκμήρια λογοτεχνικής σημασίας.
Υπό αυτό το πρίσμα, η διάκριση του Mandeville ανάμεσα στην «αυτο-εικόνα» και στα ιδιοτελή κίνητρα αποκτά σήμερα νέα στρεβλή διάσταση. Όπου η επιδίωξη προσωπικού κύρους μεταμφιέζεται σε ανιδιοτελή μέριμνα για τη λογοτεχνία, η καλλιέργεια σχέσεων σε πολιτιστική αλληλεγγύη και η αμοιβαία επιβεβαίωση σε αναγνώριση της δημιουργικής αξίας.
Με αυτόν τον τρόπο, οι προσωπικές φιλοδοξίες δεν εμφανίζονται ως ιδιωτικές επιδιώξεις, αλλά περιβάλλονται με λεξιλόγιο συλλογικής προσφοράς και πνευματικής σημαντικότητας.
Σπεύδω πάντως να διευκρινίσω πως η κριτική αυτής της κατάστασης δεν σηματοδοτεί απαξίωση των λογοτεχνικών κοινοτήτων ούτε την άρνηση της ανάγκης για αναγνώριση.
Αφορά, αντιθέτως, τους όρους υπό τους οποίους οι σχέσεις αυτές οργανώνονται και τις εξουσιαστικές σχέσεις που αναπαράγουν.
Όταν η κολακεία υποκαθιστά την τεκμηριωμένη κρίση, η προσωπική εγγύτητα υπερισχύει της αισθητικής αξιολόγησης και η ένταξη σε έναν κύκλο αποδεικνύεται σημαντικότερη από το περιεχόμενο ενός έργου, η λογοτεχνική ζωή κινδυνεύει να μετατραπεί σε κλειστό σύστημα αμοιβαίας νομιμοποίησης.
Έτσι, οφείλουμε ν’ αναζητήσουμε τα πραγματικά κίνητρα, τις ανταλλαγές και τις κοινωνικές λειτουργίες που κρύβονται πίσω από τις εκδηλώσεις αναγνώρισης.
Η ουσιαστική υπεράσπιση της λογοτεχνίας αρχίζει ακριβώς εκεί όπου η κριτική απελευθερώνεται από τις υποχρεώσεις της κολακείας και όπου η αξία του έργου δεν εξαρτάται από την ισχύ των σχέσεων που το περιβάλλουν, αλλά από την αισθητική, διανοητική και κοινωνική δύναμη με την οποία παρεμβαίνει στον κόσμο.
Συνολικά, η κριτική της λογοτεχνικής ζωής οφείλει να στραφεί όχι μόνο απέναντι στην υποκρισία των προσώπων, αλλά και απέναντι στις συνθήκες που καθιστούν την υποκρισία λειτουργική και ενίοτε ανταποδοτική.
Γιατί, όταν η πολιτιστική αναγνώριση εξαρτάται από την προσαρμογή σε κλειστούς κύκλους επιρροής, η λογοτεχνίας αυτο-περιορίζεται, ενώ η κριτική της δύναμη αμβλύνεται.
Η υπεράσπιση, συνεπώς, της λογοτεχνίας προϋποθέτει την αμφισβήτηση των μηχανισμών που φετιχοποιούν το πολιτιστικό κύρος. Που μετατρέπουν την αναγνώριση σε μέσο εξάρτησης, αναπαράγοντας μορφές και τρόπους ανισότητας της πρόσβασης στο δημόσιο λόγο.
Εξάλλου μια ζωντανή λογοτεχνική κοινότητα δεν θεμελιώνεται στην ομοφωνία της κολακείας ούτε στην ανταλλαγή συμβολικών προνομίων, αλλά στη δυνατότητα της ουσιαστικής διαφωνίας, στην ανεξαρτησία της κρίσης και στην παρουσία έργων και φωνών που δεν χρειάζονται την επικύρωση των κυρίαρχων κύκλων για να διεκδικήσουν τη θέση τους στον πολιτισμό.
Εκεί ακριβώς κρίνεται αν η λογοτεχνία θα λειτουργεί ως πεδίο αναπαραγωγής του ηγεμονικού λόγου ή ως χώρος κριτικής αμφισβήτησης και ρηγμάτωσης των σχέσεων που το παράγουν και το συντηρούν.
Εταιρεία Συγγραφέων - Hellenic Authors Society Εταιρία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης Ένωση Μεσσήνιων Συγγραφέων ΕΝΩΣΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ΚΥΠΡΟΥ | CYPRUS WRITERS' UNION
*
Το “ὑπέκκαυμα” και το “καλῶς ἀκοῦσαι” του Πλούταρχου
Η εννοιολογική απόκλιση μεταξύ Ισοκράτη και Πλούταρχου ως προς το “ἀκούειν” εντοπίζεται από την κοινωνική εύκλεια και υπακοή στη γνωσιολογική συγκρότηση.
Ενώ στον Ισοκράτη ο όρος συνδέεται με την προσαρμογή, στον Πλούταρχο αναδεικνύεται σε ενεργητική συνθήκη κριτικής νόησης.
Η δε θέση του “οὐ γὰρ ὡς ἀγγεῖον ὁ νοῦς ἀποπληρώσεως ἀλλ’ ὑπεκκαύματος δεῖται” υπογραμμίζει πως η αυθεντική παιδεία δεν συνίσταται στην παθητική εναπόθεση γνώσεων, αλλά στην αφύπνιση και σε μια ερευνητική ορμή προς την αλήθεια.
Η φιλοσοφική αυτή παρακαταθήκη αναδεικνύει τις δομικές παθογένειες της σύγχρονης κεφαλαιοκρατικής πραγματικότητας.
Στο πεδίο της εκπαίδευσης, παρατηρείται βαθύ έλλειμμα ανθρωπιστικής παιδείας, καθώς στα συστήματα είναι ευδιάκριτη η κατίσχυση εργαλειακής γνώσης.
Αντίστοιχα, το έλλειμμα “ἀκούειν” αντανακλάται στο λόγο αστών πολιτικών και αστικών ή/και συστημικών κομμάτων.
Εγκλωβισμένοι σε επικοινωνιακούς μονολόγους και στην αυτοαναφορικότητά τους, αδυνατούν να συζητήσουν μετατρέποντας το λόγο σε κενή ρητορεία ή/και προσχηματικό διάλογο.
Περιφέροντες ως δοκησίσοφοι την αλαζονεία και έπαρσή τους, αγνοούν την “ἀρχὴν τοῦ καλῶς βιῶναι τὸ καλῶς ἀκοῦσαι νομίζοντες”.
Συνολικά, θα πρόσθετα πως στο “ὑπέκκαυμα” του Πλούταρχου μπορεί κανείς να αναγνωρίσει ―από πολλές απόψεις― τη ρίζα της Μαρξιστικής θεωρίας της Πράξης.
Όπου η χειραφετική Πράξη είναι το “ὑπέκκαυμα” για την ανατροπή των υλικών συνθηκών που καθηλώνουν την αφύπνιση και χειραγωγούν την συνείδηση.
*
*
Ο Κώστας Γουλιάμος είναι τακτικό μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών, πρώην πρύτανης Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου, ποιητής, συγγραφέας.
Ήταν υποψήφιος βουλευτής με το ΚΚΕ (Μάιος – Ιούνιος 2023).
Ιούλιος 2025: Distinguished Fellow (Διακεκριμένο Μέλος) του International Engineering and Technology Institute (IETI)
Οκτ. 2024 Βραβείο Φιλίας από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας
Σεπ. 2023 Βραβείο “εξαιρετικής προσφοράς στη γενική εκπαίδευση”.
2021 Πανελλήνιο βραβείο ποίησης «Jean Moreas» στον Κώστα Γουλιάμο
*
Υποψήφιος ευρωβουλευτής με το ΚΚΕ στις εκλογές Ιουνίου 2024.
Ο Κώστας Γουλιάμος από την Μποτίλια Στον Άνεμο
________
*
* * *


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.