Ο Φιντέλ θα ζει παντοτινά. Ο Φιντέλ είναι αθάνατος

Έφοδος στις Μονκάδες τ’ Ουρανού!: Fidel vivirá para siempre! Fidel es inmortal! - Ο Φιντέλ θα ζει παντοτινά! Ο Φιντέλ είναι αθάνατος!
Φιδέλ: Ένα σύγγραμμα περί ηθικής και δυο μεγάλα αρχίδια στην υπηρεσία της ανθρωπότητας (Ντανιέλ Τσαβαρία)
* Φιντέλ: Αυτός που τους σκλάβους ανύψωσε στην κορφή της μυρτιάς και της δάφνης − Κάρλος Πουέμπλα: Ως τη νίκη Κομαντάντε
*
Κάρλος Πουέμπλα: Και τους πρόφτασε ο Φιντέλ − Μετάφραση προσαρμοσμένη στη μελωδία − 4 Video − Aπαγγελία Νερούδα
* Πάμπλο Νερούδα: Φιντέλ, Φιντέλ, οι λαοί σ’ ευγνωμονούνε * Νικολάς Γκιγιέν: Φιντέλ, καλημέρα! (3 ποιήματα)
* Ντανιέλ Τσαβαρία: Η Μεγάλη Κουβανική Επανάσταση και τα Ουτοπικά Αρχίδια του Φιδέλ * Ντανιέλ Τσαβαρία: Ο ενεργειακός βαμπιρισμός του Φιδέλ * Ραούλ Τόρες: Καλπάζοντας με τον Φιντέλ − Τραγούδι μεταφρασμένο - Video


Τα φρούρια του ιμπεριαλισμού δεν είναι απόρθητα: Μικρή ιστορική αναδρομή στη νικηφόρα Κουβανική Επανάσταση και μέχρι τις μέρες μας ‒ Με αφορμή τα 88α γενέθλια του Φιντέλ ‒ Εκλογικό σύστημα & Εκλογές - Ασφάλεια - Εκπαίδευση - Υγεία (88 ΦΩΤΟ) * Φιντέλ (53)

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016

Άκι Καουρισμάκι: Ένας Ελληνοφινλανδός στο Λιμάνι της Χάβρης

Ακι Καουρισμάκι (Aki Olavi Kaurismäki)
4 Απριλίου 1957, Οριματίλα, Φινλανδία
Σχέδιο, Μπάμπης Ζαφειράτος, 22.Ι.2016 (Μελάνι, 29 χ 21 εκ.)
Μια Μποτίλια στην Καισαριανή
Όπως ήδη είναι γνωστό στους φίλους της Μποτίλιας Στον Άνεμο, από τις 14 Γενάρη 2016 ξεκίνησε τις προβολές στην αίθουσα του Δημαρχείου Καισαριανής η νεοσύστατη
Μέχρι τώρα, στο εναρκτήριο μικρό αφιέρωμα για τους Μετανάστες και τους Πρόσφυγες, έχουν ήδη προβληθεί δυο εξαιρετικές ταινίες:
Το Λιμάνι της Χάβρης (2011) του Άκι Καουρισμάκι (14/1/2016) και
Biutiful (2010) του Αλεχάντρο Γκονζάλες Ινιάριτου (20/1/2016)
Την «τριλογία» θα κλείσει το επίσης σπουδαίο φιλμ Η Υπόσχεση (1996) των Αδερφών Νταρντέν (27/1/2016), με το οποίο οι Βέλγοι δημιουργοί, τηρούν στο ακέραιο και τη δική τους υπόσχεση, παραμένοντας πιστοί σε ένα κοινωνικό «ταξικό» σινεμά, δίπλα στους κατατρεγμένους αυτού του κόσμου, όπως φαίνεται και από την τελευταία τους δουλειά, Δύο ημέρες, μία νύχτα (2014), με την Μαριόν Κοτιγιάρ.
* * *
Τις δυο πρώτες ταινίες του αφιερώματος και τους δημιουργούς τους είχε την τιμή να παρουσιάσει η
Μποτίλια Στον Άνεμο
 (Στην τρίτη, θα απουσιάσει λόγω ανωτέρας βίας)
*
Στην έναρξη, εξαιρετική ήταν η Εισήγηση για το Προσφυγικό, της
Λίνας Κροκίδη
Mέλους της συντονιστικής γραμματείας της
«Δημοκρατικής Συσπείρωσης για τη Λαϊκή Ελευθερία και την Αλληλεγγύη»
*
 Οι άλλες παρουσιάσεις
Μετανάστες – Πρόσφυγες
20/1/2016: BIUTIFUL: Η ανορθόγραφη ζωή μας (δημοσίευση, 24/1)
*
ΠόλεμοςΦασισμός
17/2/2016: Έλα Να Δεις: Το Κατίν και η Αποκάλυψη του καπιταλισμού από τον Έλεμ Κλίμοφ (VIDEO) (δημοσίευση, 19/2)
4/3/2016: Αποκάλυψη Τώρα: Από τον Τζόζεφ Κόνραντ στον Χο Τσι Μινχ (δημοσίευση, 11/3)
(Το πλήρες κείμενο της με Σημειώσεις και Παράρτημα)
*
Παρουσίση στην ΟΓΕ Χολαργού - Παπάγου
28/2/2016: Οι Διασταυρούμενες Ζωές μας στην παγίδα του καπιταλισμού - Νέα παρουσίαση της ταινίας, με αφορμή τα 17 χρόνια από το ιμπεριαλιστικό έγκλημα των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ, το 1999 (δημοσίευση, 7/3)
*
Ακολουθεί το κείμενο για τον Καουρισμάκι και το Λιμάνι της Χάβρης
*
Ένας Φινλανδός στο Λιμάνι της Χάβρης
* * *
3.771 πρόσφυγες πνίγηκαν στη Μεσόγειο το 2015 ‒πολλοί από αυτούς στο Αιγαίο‒ κατά την προσπάθειά τους να περάσουν στις «απάνεμες στεριές» της ΕΕ.
(Από τον ημερήσιο τύπο)
Εν πρώτοις να ευχαριστήσω τη Λέσχη για την τιμή που μου έκανε, να παραβρεθώ σε αυτή την παρθενική της προβολή, να της ευχηθώ να ξετυλίξει δεκάδες μπομπίνες… ψηφιακού φιλμ, και σκοπεύοντας, να μην ξαστοχήσει ποτέ από τον ταξικό της προσανατολισμό.
Να δηλώσω εξαρχής ότι δεν είμαι επαγγελματίας κριτικός κινηματογράφου, αλλά σκληρά εργαζόμενος θεατής.
Ο Σκηνοθέτης
Καταρχήν να συστηθούμε: Ποιος είναι ο Καουρισμάκι; Τι σόι άνθρωπος είναι;
Ο Καουρισμάκι είναι ένας πανύψηλος ‒κοντά 2 μέτρα ‒ Φινλανδός με γιαπωνέζικο όνομα, που τα τελευταία 30 χρόνια είναι κατά το ήμισυ Πορτογάλος, καλλιεργώντας σταφύλια (και τι άλλο θα μπορούσε, αφού πρόκειται για γνωστό πότη), ενώ μια φορά το χρόνο ζει σαν πασάς στα Γιάννενα, στο σπίτι του πέριξ της λίμνης, ινκόγκνιτο, καπνίζοντας (όχι ναργιλέ βέβαια) ασύστολα. «Όταν μετακόμισα από την Φιλανδία είχα στο μυαλό μου δυο επιλογές. Η μία ήταν η Πορτογαλία και η άλλη η Ελλάδα» έχει πει.
Θα μπορούσε δε να θεωρηθεί ο προάγγελος… του Λαφαζάνη, «Εάν ήμουν Έλληνας θα επέστρεφα στη δραχμή», έλεγε το 2012 στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Μέχρι εδώ η ομοιότητα, όμως.
«Ποια παγκοσμιοποίηση; ‒λέει. Είναι ο παγκόσμιος καπιταλισμός που μας σκοτώνει και μας εξοντώνει. Τελεσίδικα και με τρόπο βέβαιο. Θέλουν να καταναλώνουμε περισσότερο. Γι’ αυτό δημιούργησαν και την Ε.Ε. Για να φτιάξουν περισσότερους καταναλωτές. Στη συνέχεια, βέβαια, κατασκεύασαν ένα σύστημα ιδεών που δεν ταίριαζε με αυτό που ήθελαν να κάνουν. Το χρήμα παραμένει κυρίαρχο». 
Κάποιοι τον θεωρούν περίεργο. Σαν ήρωα των ταινιών του. Φυσικό, μιας κι όλοι οι ήρωές του είναι, κατά κάποιο τρόπο, τα alter ego του. Διαφορετικά δε θα μπορούσε να δημιουργήσει και να σκηνοθετήσει τους χαρακτήρες, όπως διατείνεται.
*
Aki Olavi Kaurismäki
Γεννημένος το 1957, λαντζέρης, ταχυδρόμος και κριτικός κινηματογράφου αρχικά, κατέληξε βοηθός σκηνοθέτη του σπουδαγμένου μεγαλύτερου αδελφού του, Μίκα, και γρήγορα, εναλλάσσοντας ρόλους μαζί του, πέρασε στη σκηνοθεσία.
Λάτρεις και οι δυο του Ευρωπαϊκού σινεμά, του Γκοντάρ και της περίφημης, φρέσκιας ακόμα και σήμερα ταινίας του, Alfaville, (1965), βαφτίζουν την πρώτη τους εταιρία Villealfa και στην πρώτη ταινία τού Μίκα, τον Ψεύτη (1981), Βιλεάλφα ονομαζόταν και ο πρώτος ήρωας που υποδύθηκε ο Άκι, σε δικό του σενάριο.
Στην πρώτη του ταινία, το Έγκλημα και Τιμωρία (1983) του Ντοστογιέφσκι ‒που τη γύρισε σε πείσμα του Χίτσκοκ, ο οποίος είχε εξομολογηθεί στον Τρυφώ ότι ήταν το  μόνο βιβλίο που δεν θα τολμούσε ποτέ να ακουμπήσει‒ ο Ντοστογιεφσκικός φοιτητής μεταμορφώνεται από το μαγικό και χιουμοριστικό φακό του Άκι σε εργάτη σφαγείου. Αν και κατά τον ίδιο χρειαζόταν περισσότερο χιούμορ η ταινία. Χρειαζόμαστε –λέει‒ το χιούμορ, αλλά σήμερα κανείς δεν γελάει.
*
Ζαν-Πιερ Λεο, το παιδί θαύμα από Τα 400 Χτυπήματα (1959) του Φρανσουά Τρυφώ. Από τις μεγάλες αγάπες του Καουρισμάκι. έχει παίξει ακόμα στην Μποέμικη Ζωή (1991). Στο Λιμάνι της Χάβρης κάνει μια σύντομη εμφάνιση στο ρόλο του καταδότη.
Ζαν Λυκ Γκοντάρ: Τα 400 χτυπήματα είναι το πιο περήφανο, το πιο πεισματάρικο, το πιο ξεροκέφαλο, με άλλα λόγια, το πιο ελεύθερο φιλμ του κόσμου!
Ήδη λοιπόν με αυτή του την ταινία ο σκηνοθέτης έχει αποφασίσει.
–Με τους προλετάριους· τον εργατόκοσμο· τους κατατρεγμένους ενός κόσμου που κατασκευάζει τον άνθρωπο δυο φορές μετανάστη (λαθραίο ή νόμιμο):
  • Τη μια, όταν προσπαθεί να γλυτώσει από τους κυνηγούς του μέγιστου κέρδους, σε μια αβίωτη εργασιακή καθημερινότητα,
  • Την άλλη, όταν αυτοί οι κυνηγοί, για να ελέγξουν βίαια τις αγορές, θα φέρουν πόλεμο και θα τον μετατρέψουν σε πνιγμένο προσφυγόπουλο.
Στο βυθό της θάλασσας ή στον πάτο της στεριάς· το ίδιο κάνει.
Κι αφού το θέμα των προβολών αυτών είναι το προσφυγικό και οι μετανάστες, ας ακούσουμε τον ίδιο τον Καουρισμάκι:
«Η ανασφάλεια των ανθρώπων για τη ζωή και το μέλλον τους χρησιμοποιείται από εκείνη την απρόσωπη εξουσία που τη δημιούργησε […] Και η Χρυσή Αυγή, [εδώ σ’ εσάς] εκμεταλλεύεται την ανεργία, τη φτώχεια και το θέμα των μεταναστών… Ακριβώς όπως έκανε και ο Χίτλερ για να ανεβεί στην εξουσία. […] Η συμφωνία του Δουβλίνου είναι μεγάλη ντροπή… Είναι έγκλημα».
Σκιές Στον Παράδεισο (1986). Κάτι Ούτινεν και Μάτι Πελονπάα (1951-1995). Η υπάλληλος και ο σκουπιδιάρης. Ο Πελονπάα προοριζόταν για τον ρόλο στο Μακριά Πετούν τα Σύννεφα.
Καουρισμάκι: Ήθελα να κάνω μια ταινία για την ανεργία στη Φινλανδία. Προσπαθούσα να κατεβάσω καμιά ιδέα, αλλά δεν είχα έμπνευση. Ώσπου ένα βράδυ στο Κιότο της Ιαπωνίας, εκεί όπου καθόμουν στο μπαρ ενός ξενοδοχείου περιμένοντας τη γυναίκα μου και τον φίλο μου τον Μάτι Πελονπάα (σ.σ. πρωταγωνιστή στις περισσότερες από τις ταινίες του), είδα σε μια γωνία έναν ανέκφραστο maitre d’ hotel. Στεκόταν εκεί μόνος χωρίς να κάνει απολύτως τίποτα. Σκέφτηκα ότι ο άνθρωπος αυτός ήταν άνεργος, και ας εισέπραττε ένα μισθό κάθε μήνα. Όταν ύστερα από λίγο ήρθε ο Μάτι, του είπα: «Κοίταξέ τον καλά, αυτός θα είναι ο επόμενος ρόλος σου». Έμελλε όμως να παίξει σε μια άλλη ταινία. Πέθανε δύο εβδομάδες πριν από τα γυρίσματα. Και το Μακριά πετούν τα σύννεφα είναι αφιερωμένο στη μνήμη του.
Οι ήρωες του νυχτοφύλακες, πωλήτριες, ανθρακωρύχοι, σκουπιδιάρηδες, απολυμένοι… Άνθρωποι όλοι της εργατικής τάξης, αφού όπως μας λέει κι ο ίδιος:
«κι εγώ είμαι από εργατική τάξη. […] Δεν ξέρω καθόλου τους πλούσιους ανθρώπους. Αν έκανα φαρσοκωμωδίες…»
Κι όλοι αυτοί οι τύποι βρίσκονται και μας περιμένουν εκεί: Γωνία Φινλανδίας και σούρουπου.
Βέβαια, ο μαγικός Φινλανδός δεν έχει και τη μαγική συνταγή για να βγούμε από το αδιέξοδο, αν και σχεδόν πάντα αφήνει χαραμάδες, για να χωράνε οι άνθρωποί του να περάσουν (κι εμείς μαζί τους), γιατί «αγαπάει τους χαρακτήρες του και θέλει να τους δίνει ελπίδα διαφυγής». Διαφυγή μεν, αλλά χωρίς λύση.
Στο χέρι μας είναι κάθε φορά να μεταφράσουμε τη γραφή του με τον σωστό κοινωνικό κώδικα.
Άλλωστε, «Η ποίηση απεχθάνεται τις τεκμηριωμένες αποδείξεις και την αυστηρή λογική», όπως είχε γράψει ο ανεπανάληπτος Βασίλης Ραφαηλίδης για τον Παζολίνι.
Και ο Καουρισμάκι είναι ποιητής· κι οι ποιητές δεν είναι φιλόσοφοι και κοινωνιολόγοι. Καταγράφουν.
*
Οι ταινίες του
Τα θέματά του, σχεδόν ποτέ, δεν εξαντλούνται σε μια μόνο ταινία. Το σύνολο του έργου του μετριέται με τριλογίες.
Θα σταθώ, επί τροχάδην, μόνο στις δυο σημαντικότερες και καλύτερές του.
Η τριλογία του προλεταριάτου η πρώτη: Σκιές στον Παράδεισο (1986), Άριελ (1988) και Η Γυναίκα με τα σπίρτα (1990).
Ο σκουπιδιάρης που λέγαμε, στην πρώτη, ο ανθρακωρύχος στη δεύτερη, και η εργάτρια στην τρίτη. Με τον έρωτα να παίζει πρωτεύοντα ρόλο στη ζωή τους. (Όπως και στην ταινία που θα δούμε).
Κι οι τρεις έχουν μια δουλειά που τους επιτρέπει να ζουν με αξιοπρέπεια: λίγο καλύτερα από τα σκουπίδια που μαζεύουν, λίγο πιο πάνω από τις στοές του ανθρακωρυχείου που κατεβαίνουν, και να καίγονται γρήγορα σαν σπίρτα στο σκοτάδι.
Η ποίηση πανταχού παρούσα: Ο σκουπιδιάρης φίλος τού ήρωα, που θέλει ν’ αλλάξει ζωή πέφτει νεκρός από καρδιακή προσβολή την ώρα της δουλειάς· ο φακός στέκεται για λίγο πάνω του· κι αμέσως μετά, το πλάνο αλλάζει· κι ένα σκυλί που φεύγει μέσα στα λασπόνερα, κυνηγημένο λες κι αυτό, σαν την ζωή του πεθαμένου…
Η τριλογία του Ελσίνκι, των χαμένων, ή τριλογία της ανεργίας η δεύτερη: Μακριά πετούν τα σύννεφα (1996), Ο άνθρωπος χωρίς παρελθόν (2002) και Φώτα στο σούρουπο (2006).
‒ Το ζευγάρι της σερβιτόρας και του οδηγού τραμ ‒στην πρώτη‒ που χάνουν τη δουλειά τους, αλλά εξακολουθούν να πετούν όχι στα σύννεφα, αλλά να «πετούν» όπως τα σύννεφα κάνοντας όνειρα για το μέλλον τους.
‒ Ένας  άνθρωπος με αμνησία, στη δεύτερη, ατενίζει το μέλλον σε μια από τις πιο αισιόδοξες ταινίες του Καουρισμάκι. [Μέγα βραβείο στις Κάννες και βραβείο γυναικείας ερμηνείας στην Κάτι Ούτινεν ‒έχει παίξει σε 8 ταινίες του‒, καλύτερη ταινία της χρονιάς απ’ τη FIPRESCI].
‒ Και ο νυχτοφύλακας, της τρίτης, με τη μοιραία ξανθιά, που μέσα στη μοναξιά της μεγαλούπολης θα βλέπει τα φώτα να σουρουπώνουν γύρω του, απαθής και  άμοιρος, αφού έτσι κι αλλιώς με τη ζωή τού νυχτοφύλακα, δεν βλέπει φως από πουθενά. (Η πιο απαισιόδοξη ταινία του).
Οι ταινίες του δεν λύνουν, βέβαια, το πρόβλημα της ανεργίας:
«Ο Zαν Pενουάρ ‒λέει χαρακτηριστικά Ο Καουρισμάκι‒ προσπάθησε να σταματήσει το B’ Παγκόσμιο Πόλεμο με τη Μεγάλη Χίμαιρα. Δεν τα κατάφερε». (Σ.σ. Η ταινία του 1937 με Ζαν Γκαμπέν, Ντίτα Πάρλο, Έριχ φον Στρονχάιμ, μια από τις 50 καλύτερες από καταβολής κινηματογράφου).
*
Ποίηση, τρυφερότητα, και ένας μη ρεαλιστικός ρεαλισμός κινείται στα ανήλιαγα τοπία του. Με το φως να περνάει μόνο μέσα από τα μάτια των χαρακτήρων του· μαζί με τις σκιές τους.
Αλλά και ζωή. Και η γυναίκα. Πάντοτε παρούσες.
«Για την ίδια τη ζωή θα θυσίαζα τα πάντα»[…] «Δεν μπορούμε να επιβιώσουμε χωρίς τις γυναίκες. Η ζωή χωρίς αυτές θα ήταν ανυπόφορη» ‒εκμυστηρεύεται.
*
Μα ο Καουρισμάκι δεν μένει μόνος με τους χαρακτήρες του.
Ο κοινωνικός προβληματισμός του εκφράζεται και πέρα από τις ταινίες του, μποϊκοτάροντας διάφορα φεστιβάλ.
Το 2002, στο Φεστιβάλ της Νέας Υόρκης, όταν η Αμερικανική κυβέρνηση αρνήθηκε να χορηγήσει βίζα στον Ιρανό συνάδελφό του Αμπάς Κιαροστάμι, είχε δηλώσει:
«Αν η σημερινή αμερικανική κυβέρνηση δε θέλει έναν Ιρανό, δεν έχει ανάγκη ούτε από έναν Φινλανδό. Εμείς δεν έχουμε καν πετρέλαιο». 
Kaurismäki twisting on the red carpet as he arrives at the Palais des festivals to attend the screening of The Man Without a Past during the 55th Cannes Film Festival, 22 May 2002
Την επόμενη χρονιά (2003), όταν με τον Άνθρωπο χωρίς Παρελθόν, ήταν υποψήφιος για το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας είχε μποϊκοτάρει τη φιέστα, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τον πόλεμο στο Ιράκ. [Τώρα που εκλέχτηκε ο Ομπάμα είμαι αισιόδοξος‒έχει πει. Πιστεύω ότι οι Η.Π.Α. δεν θα επιτεθούν στο Ιράν την επόμενη εβδομάδα, αλλά σε τρία χρόνια. Άρα είμαι πολύ αισιόδοξος].
«Ο διαγωνισμός των Όσκαρέλεγε σε συνέντευξή του‒ είναι παιχνίδι σε νηπιαγωγεία για τα πρωινά της Kυριακής. Tο 1962 κάτι γινόταν. Tώρα πρέπει να δεις 99 ταινίες για να είναι μία καλή. Αν το σινεμά ήταν καλό, δεν θα ήμουν εγώ εδώ», παρατηρεί αυτοσαρκαζόμενος.
Έχει ακόμα αρνηθεί τις προσκλήσεις δυο Φινλανδών προέδρων. «Λυπάμαι, θα λείπω σε ταξίδι στα προάστια» απάντησε την πρώτη φορά, και τη δεύτερη «φοβάμαι ότι εκείνη την ώρα έχει αγώνα χόκεϊ».
Μουσική
Άριελ (1988)
Η Μουσική κρατάει πρωτεύοντα ρόλο στις ταινίες του Καουρισμάκι. Μπορούμε να ακούσουμε από Έλμορ Τζέιμς και Τζων Λη Χούκερ, μέχρι Τσαϊκόφσκι και Σοστακόβιτς· από Μπλάιντ Λέμον Τζέφερσον μέχρι Τόσκα και Μανόν Λεσκώ του Πουτσίνι· ή όπως στο σημερινό Λιμάνι, από τσιγγάνικα μέχρι ταγκό του Κάρλος Γκαρντέλ και Μπαχ.
Σε συνέντευξή του επισημαίνει:
«Η μουσική πρέπει να έχει να κάνει κάτι με τη συγκεκριμένη σκηνή. Για παράδειγμα, να συγκινήσει το κοινό. Ή να είναι σε αντίστιξη. Αν θέλω το κοινό να αισθανθεί λύπη, θα χρησιμοποιήσω Τσαϊκόφσκι ή Μπαχ, αν θέλω χαρά θα χρησιμοποιήσω Τσακ Μπέρι. Δεν ξέρω αν το πετυχαίνω, αλλά το προτιμώ. Στο Χόλιγουντ δεν τους αρέσει η αντίστιξη. Αν έχει μια σκηνή που το κορίτσι λέει “σ’ αγαπώ πατέρα” κι εκείνος απαντήσει “κι εγώ σ’ αγαπώ”, τότε μπαίνει μια δυνατή συγκινητική μουσική και όλοι κλαίνε και τρώνε το ποπ-κορν τους. […] Ο σύγχρονος αμερικανικός κινηματογράφος δεν είναι καν για παιδιά. Είναι δικαιολογία για να πουλήσουν ποπ-κορν».
Κι είναι αδύνατο με αυτό το Λιμάνι που θα δούμε σε λίγο να μη μιλήσεις για έναν τόπο πρωταγωνιστή σε δυο ταινίες που σημάδεψαν το σινεμά. Αξίζει τον κόπο μια μικρή παρένθεση.
Αταλάντη (1934) ‒στη χώρα μας πρωτοπαίχτηκε το 2010‒, του Ζαν Βιγκό, με Ντίτα Πάρλο, Ζαν Νταστέ, Μισέλ Σιμόν. Ο Βιγκό, πέθανε στα 29 του φυματικός λίγο μετά την ταινία του, στην οποία «αποκαλύπτεται ένας μεγαλοφυής ποιητής, ο Ρεμπώ του κινηματογράφου, αφήνοντας υποσχέσεις έργων που θα είχαν ξεπεράσει τα δημιουργήματα των μεγάλων συγχρόνων του», όπως γράφει Ο Ζωρζ Σαντούλ στην Ιστορία του Παγκόσμιου Κινηματογράφου.
«Είναι μια ταινία ‒θα πει ο Καουρισμάκι‒ που γυρίστηκε από κάποιον που ήξερε ότι θα πέθαινε σύντομα, γι’ αυτό και κατέδειξε την ομορφιά της ζωής έτσι όπως εκείνος δεν θα τη ζούσε ποτέ».
Το Λιμάνι των Αποκλήρων (1938), η δεύτερη, των κομμουνιστών Μαρσέλ Καρνέ και Ζακ Πρεβέρ στο σενάριο, με Ζαν Γκαμπέν - Μισέλ Μοργκάν (διάσημο και στη ζωή ζευγάρι εραστών), τον Μισέλ Σιμόν της Αταλάντης ‒μεγάλη μορφή του γαλλικού σινεμά‒, Πιερ Μπρασέρ. Ένα φιλμ νουάρ που άφησε εποχή [Ο μη έχων πού την κεφαλή κλίναι λιποτάχτης και η αθώα νέα, προσπαθώντας να κρατηθούν στη ζωή θα καταποντιστούν στα βρώμικα νερά του λιμανιού] ξεσηκώνοντας ταυτόχρονα θύελλα εξαιτίας της πεσιμιστικής οπτικής του άνθρωπου που δέχεται τη μοίρα του, με την αστική τάξη και την κυβέρνηση Πεταίν να απαγορεύουν την ταινία, αλλά και τον ομότεχνο και ομοϊδεάτη Ζαν Ρενουάρ (της Μεγάλης Χίμαιρας που προαναφέραμε) να την αποκηρύσσει.
Στο σημερινό λιμάνι, 80 χρόνια μετά το προηγούμενο, όπου τα πλαστά χαρτιά είναι περισσότερα κι από τα ψάρια της θάλασσας ‒όπως θα πει για τη Μεσόγειο κάποια στιγμή ο Τσανγκ, που… δεν τον λένε Τσανγκ, ο Βιετναμέζος συνάδελφος του ήρωα– οι απόκληροι μόνο ενδυματολογικά διαφέρουν.

Το Λιμάνι της Χάβρης

Evelyne Didi, Quoc Dung Nguyen, Little Bob, Blondin Migue, Kati Outinen, Aki Kaurismaki, Jean Pierre Darroussin, AndreWilms
Γαλλική ταινία, με τους: Αντρέ Βιλμς, Κάτι Ούτινεν, Ζαν-Πιερ Νταρουσέν, Μπλοντέν Μιγκέλ, Ελίνα Σάλο, Εβελίν Ντιντί. Σε μικρούς ρόλους ο Ζαν-Πιερ Λεό και ο Πιερ Εταίξ
(Δραματική 2011 | Έγχρωμη | Διάρκεια: 93')
Δυο λόγια: Ένας μεσήλικας, πρώην συγγραφέας, νυν λούστρος –και πώς να τα φέρει βόλτα, αφού σήμερα όλα τα παπούτσια που κυκλοφορούν είναι αθλητικά;– ο οποίος στην Μποέμικη Ζωή (1991) του ίδιου σκηνοθέτη μάς συστήθηκε σκέτος Μαρσέλ και 20 χρόνια μετά (2011) μας δηλώνεται με το επώνυμο Μαρξ (πάλι ο εξαιρετικός Αντρέ Βιλμς), με τη σκυλίτσα του τη Λάικα και με έναν λογαριασμό στο φούρνο μεγαλύτερο κι από τον ποταμό Κόνγκο (όπως θα του πει η Υβέτ η φουρνάρισσα), θα κάνει τα πάντα για να φυγαδεύσει το κυνηγημένο από έναν σύγχρονο Ιαβέρη (ο Ζαν-Πιερ Νταρουσέν από τα Χιόνια του Κιλιμάντζαρο, της ίδιας χρονιάς) παράνομο προσφυγόπουλο, με τη βοήθεια του εργατόκοσμου της γειτονιάς, που ζει κυνηγημένος κι αυτός από την ίδια αδίστακτη καπιταλιστική εξουσία. Και χωρίς να περιμένει… Nobel.


Ο Καουρισμάκι είναι από τους σκηνοθέτες εκείνους, που όπως κι οι Αδελφοί Νταρντέν, («Ο γαλλικός κινηματογράφος ‒θα μας πει ο ίδιος μιλώντας για τον ευρωπαϊκό‒ φτιάχνεται μόνον από τους αδερφούς Νταρντέν. Και είναι Βέλγοι»), επιμένει σταθερά να κινηματογραφεί την ανθρωπιά και την αλληλεγγύη μιας εργατικής τάξης μπλεγμένης στα γρανάζια των «μοντέρνων καιρών μας».
Το Λιμάνι της Χάβρης έχει τιμηθεί με το βραβείο FIPRESCI στις Κάννες το 2012.

Ο καταδότης Ζαν-Πιερ Λεό (72χρονος το 2016) και ο Κουώκ-Ντανγκ Νγκουγιέν

Ο Πιέρ Εταίξ (88χρονος το 2016), μεγάλη μορφή της γαλλικής κωμωδίας, στο ρόλο του γιατρού Μπεκέρ, με την Κάτι Ούτινεν 
Και πριν δούμε τη συνέχεια επί της οθόνης, ένας μικρός επίλογος:

«Για σας ο κινηματογράφος είναι θέαμα.
Για μένα είναι σχεδόν μία αντίληψη του κόσμου.
Ο κινηματογράφος είναι φορέας της κίνησης.
Ο κινηματογράφος ανανεώνει τις λογοτεχνίες.
Ο κινηματογράφος είναι τόλμη.
Ο κινηματογράφος είναι αθλητής.
Ο κινηματογράφος διαδίδει ιδέες.
Αλλά ο κινηματογράφος είναι άρρωστος.
Ο καπιταλισμός τού έριξε στα μάτια χρυσόσκονη.
Επιτήδειοι επιχειρηματίες τον σέρνουν στους δρόμους.
Ο κομμουνισμός πρέπει να διαφυλάξει τον κινηματογράφο
από τα χέρια των κερδοσκόπων».
Βλαδίμηρος Μαγιακόβσκη, 1922
Καλή σας θέαση.
Μπάμπης Ζαφειράτος
Αθήνα, 14/1/2016

_________________________
Τα αποσπάσματα των συνεντεύξεων, που κατά καιρούς έχει δώσει ο Καουρισμάκι στην Ελλάδα, προέρχονται κυρίως από
CAMERA STYLO ONLINE


Άλλες πηγές ενδεικτικά:
53o Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης 2-11.11.2012

Ο χαρισματικός Άκι Καουρισμάκι

*

Φιλμογραφία Καουρισμάκι

1981 The Saimaa Gesture (συν-σκηνοθεσία Mika Kaurismäki)
1983 Έγκλημα και τιμωρία
1985 Calamari Union
1986 Σκιές στον παράδεισο
1986 Rocky VI (μμ)
1987 Ο Άμλετ κάνει μπίζνες
1987 Thru the Wire (μμ)
1987 Rich Little Bitch (μμ)
1988 Άριελ
1988 L.A. Woman (μμ)
1989 Οι Λένινγκραντ Κάουμποϊς πάνε Αμέρικα
1989 Dirty Hands (TV)
1989 Η γυναίκα με τα σπίρτα
1990 Προσέλαβα έναν επαγγελματία δολοφόνο
1991 Μποέμικη ζωή
1991 Those Were the Days (μμ)
1992 These Boots (μμ)
1993 Total Balalaika Show (ντοκ)
1993 Θα φας το κεφάλι σου, Τατιάνα
1993 Leningrad Cowboys Meet Moses
1996 Μακριά πετούν τα σύννεφα
1999 Ο Γιούχα
2002 Dogs Have No Hell (μμ)
2002 Ο άνθρωπος χωρίς παρελθόν
2004 Bico (μμ)
2006 Φώτα στο σούρουπο
2007 The Foundry (μμ)
2011 Το λιμάνι της Χάβρης
2012 El centro histórico (συν-σκηνοθεσία: Pedro Costa, Victor Erice, Manoel de Oliveira)

(myfilm)


* * *
Ζαν-Πιερ και Λυκ Νταρντέν
Για Νταρντέν βλέπε από Μποτίλια:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.