Ο Φιντέλ θα ζει παντοτινά. Ο Φιντέλ είναι αθάνατος

Έφοδος στις Μονκάδες τ’ Ουρανού!: Fidel vivirá para siempre! Fidel es inmortal! - Ο Φιντέλ θα ζει παντοτινά! Ο Φιντέλ είναι αθάνατος!
Φιδέλ: Ένα σύγγραμμα περί ηθικής και δυο μεγάλα αρχίδια στην υπηρεσία της ανθρωπότητας (Ντανιέλ Τσαβαρία)
* Φιντέλ: Αυτός που τους σκλάβους ανύψωσε στην κορφή της μυρτιάς και της δάφνης − Κάρλος Πουέμπλα: Ως τη νίκη Κομαντάντε
*
Κάρλος Πουέμπλα: Και τους πρόφτασε ο Φιντέλ − Μετάφραση προσαρμοσμένη στη μελωδία − 4 Video − Aπαγγελία Νερούδα
* Πάμπλο Νερούδα: Φιντέλ, Φιντέλ, οι λαοί σ’ ευγνωμονούνε * Νικολάς Γκιγιέν: Φιντέλ, καλημέρα! (3 ποιήματα)
* Ντανιέλ Τσαβαρία: Η Μεγάλη Κουβανική Επανάσταση και τα Ουτοπικά Αρχίδια του Φιδέλ * Ντανιέλ Τσαβαρία: Ο ενεργειακός βαμπιρισμός του Φιδέλ * Ραούλ Τόρες: Καλπάζοντας με τον Φιντέλ − Τραγούδι μεταφρασμένο - Video


Τα φρούρια του ιμπεριαλισμού δεν είναι απόρθητα: Μικρή ιστορική αναδρομή στη νικηφόρα Κουβανική Επανάσταση και μέχρι τις μέρες μας ‒ Με αφορμή τα 88α γενέθλια του Φιντέλ ‒ Εκλογικό σύστημα & Εκλογές - Ασφάλεια - Εκπαίδευση - Υγεία (88 ΦΩΤΟ) * Φιντέλ (53)

Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2016

Νικηφόρος Βρεττάκος: Δακρυσμένος φρουρός της Ποίησης (Ρίτσος) ‒ 1+6 ποιήματα, 5 τραγούδια

Νικηφόρος Βρεττάκος
1 Ιανουαρίου 1912, Κροκεές Λακωνίας - 4 Αυγούστου 1991, Πλούμιτσα Λακωνίας
Σχέδιο, Μπάμπης Ζαφειράτος, 30.XII.2015 (Μελάνι, 29 χ 21 εκ.)


Χρειάζονται οι στρατιώτες
για να φυλάνε τα σύνορα.
Τα σύνορα χρειάζονται για να υπάρχουνε
οι στρατιώτες.
Τα σύνορα και οι στρατιώτες
για να
μην αφήνουν
να κάνουν τη δουλειά τους
οι νόμοι
του Ήλιου κι η Ποίηση.

(Τα Σύνορα και οι Στρατιώτες)


Ο αιώνας, θαρρώ,
σα να γέρνει κι αυτός
με μια επίφοβη κλίση
σ’ ένα άσχημο ηλιοβασίλεμα.

(Ο Αιώνας)
 



Γ Ι Α Ν Ν Η Σ   Ρ Ι Τ Σ Ο Σ

Σ Τ Ο Ν   Ν Ι Κ Η Φ Ο Ρ Ο   Β Ρ Ε Τ Τ Α Κ Ο


ΝΙΚΗΦΟΡΕ
σε περιμένει ο αδελφός σου o Ταΰγετος
σε περιμένει ή Ελλάδα
σε περιμένουμε.

Το χρώμα της ελιάς λίγο-λίγο
γυρίζει πιότερο προς το τεφρό
που λείπεις.

Στο κυπαρίσσι σκαλισμένο τ’ όνομά σου
με τον παλιό παιδικό σου σουγιά
ματώνει
που λείπεις.

Ένα σύννεφο με «αναμμένα ρόδα»
στο λιόγερμα της Μάνης
μαδάει στα τζάμια του σπιτιού σου
που λείπεις.

Ένας μικρός άγγελος
σκυμμένος στο λαιμό του μοσκαριού σου
κλαίει που λείπεις.

Όμως εσύ Νικηφόρε δε λείπεις.
Παιδιά με φυσαρμόνικες της τσέπης
σε τραγουδάνε τ’ ανοιξιάτικα βράδια.

Τα στάχια γαλανίζουν απ’ τον ίσκιο σου
καθώς ανηφορίζεις τα χαράματα
με μια ανθοδέσμη αστέρια στο δεξί σου χέρι
συνομιλώντας άφωνα
με το πνεύμα
του επερχομένου ήλιου.

Όσα τραγούδησες σε τραγουδάνε
Δε λείπεις.

Πάντα παρών στο πόστο σου
στη μέσα πύλη της Ελλάδας
ορθός
με τη λόγχη του στίχου σου
ευγενικός δακρυσμένος φρουρός
της Ποίησης και της Ελευθερίας.

                                                   ΑΘΗΝΑ, 25.VI.74

Περιέχεται στο βιβλίο
«Νικηφόρος Βρεττάκος, Μελέτες για το έργο του»,
εκδ. «Διογένης», 1976, σελ. 6-7.

Γιάννης Ρίτσος
Μονεμβασιά, Πρωτομαγιά 1909 Αθήνα, 11 Νοεμβρίου 1990
Σχέδιο, Μπάμπης Ζαφειράτος, 10.V.2015 (Μελάνι, 29 χ 21 εκ.)
ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ
ΣΥΝΤΡΟΦΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
Αφιέρωμα στα 40 χρόνια του ΕΑΜ
ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ, 1988 (σελ. 142)
Μεταγραφή Μπ.Ζ.



* * *

Ν Ι Κ Η Φ Ο Ρ Ο Σ   Β Ρ Ε Τ Τ Α Κ Ο Σ

Ο Βρεττάκος σε φωτό αγνώστων στοιχείων

6   π ο ι ή μ α τ α


ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΕ ΤΗ ΦΥΣΑΡΜΟΝΙΚΑ

ΔΕΝ είναι πια το πολυβόλο που θα κρίνει τη λευτεριά.
Δεν είναι πια οι βασανιστές που θα μας καταλύσουν.
Δεν είναι κείνος που θα βγει να σ’ αντιμετωπίσει,
παιδί του αγέρα με τη φυσαρμόνικα!

Άγαλμα του πεζοδρομίου που σε φυσά ο μαΐστρος
στο ένα σου πόδι ενώ σφυρίζεις τους καημούς της πατρίδας
με μια φωνή σαν του ρυακιού που κελαηδεί μες στην καρδιά σου,
‒μικρή καρδιά της λευτεριάς που τρέμει όπως η πούλια‒
παιδί του αγέρα με τη φυσαρμόνικα!

Αγκάλιασε τις πιπεριές της λεωφόρου το αίμα σου.
Έγινε το αίμα σου πουλί κι ανέβη να μας κελαηδήσει
πάνω απ' τα κυπαρίσσια του Συντάγματος:
«Τιτίβ, τιτσίου! Μη φοβόσαστε!»
Έγινες το πουλί κι η μυγδαλιά, το άστρο και το παράθυρο.

Ζωγραφισμένο από τις αστραπές στην πόρτα μας,
που την αγκάλιαζεν ο θάνατος τη νύχτα να την παραβιάσει,
έσπρωχνες το σκοτάδι μόνο σου! Και ’μεις, τι να σου ειπούμε;
Μια τέτοια μέθη αθανασίας δεν τη χωρά η καρδιά μας,
παιδί του αγέρα με τη φυσαρμόνικα!

Και μεις, ποιητή των ποιητών, πώς να σε τραγουδήσουμε!
Σύντροφε της ελπίδας μας, πες μας πώς να σε ειπούμε!
Πες μας, γιατί υποφέρουνε τα χείλη μας!
Δε θέλουμε τα λόγια μας να πέσουνε στο χώμα,
δε θέλουμε να χάσουμε μια τέτοια αποστολή!
Αλλιώς καλύτερα να βγαίναμε να σκοτωθούμε στη μάχη,
αλλιώς καλύτερα να φεύγαμε στους ωκεανούς με τα καράβια,
παρά να κλέβουμε τα ψίχουλα του ψωμιού των απελπισμένων,
όταν εσύ φρουρείς μονάχο τα στενά της νύχτας,
παιδί του αγέρα με τη φυσαρμόνικα!

Θα βγώ στον κάμπο να μαζέψω τα πεσμένα φώτα του ήλιου
να πλάσω τις αχτίδες του ‒ τούτο το καλοκαίρι,
να πλάσω τις αχτίδες του σε φύλλα, για να γράψω
τον ουρανό και το τραγούδι σου, Ελληνόπουλο,
γιατί το χώμα δε με φτάνει! Δε με φτάνει το αίμα μου!
Γιατί τα δάκρυα δε φτάνουνε να πλάσω τον πηλό μου!
Τι να το κάνω το σπίτι μου! Έξω σε τραγουδάνε,
έξω μιλούν για σένανε· δε μου φτάνει η φωνή μου!
Θα τρέξω εκεί που σ’ άκουσα να λες «Όχι» στο θάνατο,
θα τρέξω εκεί που πήγαινες σφυρίζοντας αντίθετα
στ’ αστροπελέκι, αντίθετα στη διαταγή και στο γλυκό
              ψωμί της γης, αντίθετα
στα γαλανά σου μάτια που ήταν για τον έρωτα!

Και θα τινάξω τους καημούς σου από τις πιπεριές!
Και θα μαζέψω τις φωνούλες σου! Και θα σκεπάσω
              της ποίησής μου
την Άγια Τράπεζα με τ’ αλατζένιο σου πουκάμισο!
Και θα μαζέψω τ’ αγριολούλουδα, σα να σηκώνω
              τη σημαία σου
για να τη στήσω με το χάραμα στην είσοδο της πατρίδας,
στην είσοδο του χρόνου και των καραβιών. Σα να σηκώνω
τον «Άρτο» της Ελλάδας απ’ την άσφαλτο,
διάτρητον απ’ τις σφαίρες των εχθρών! Να σε σηκώσω
και να σε βάλω σ’ ένα μπρούτζινο βάθρο και να σφυρίζεις
στο ένα σου πόδι, γέρνοντας αμέριμνα στον ώμο σου,
κάτω απ’ τα συννεφάκια των καιρών
μες στην πλατεία του Συντάγματος!

Πώς να σε ιδώ! Πώς να σε ειπώ! Πώς να σε ζωγραφίσω,
παιδί του αγέρα με τη φυσαρμόνικα!


Η Παραμυθένια Πολιτεία (1947)
ΟΔΟΙΠΟΡΙΑ, Α΄. 1929 – 1957 (σελ. 101)



ΑΝ ΔΕΝ ΜΟΥ ’ΔΙΝΕΣ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΚΥΡΙΕ

ΑΝ δε μου ’δινες την ποίηση, Κύριε,
δε θα ’χα τίποτα για να ζήσω.
Αυτά τα χωράφια δε θα ’ταν δικά μου.
Ενώ τώρα ευτύχησα να ’χω μηλιές,
να πετάξουνε κλώνους οι πέτρες μου,
να γιομίσουν οι φούχτες μου ήλιο,
η έρημός μου λαό,
τα περιβόλια μου αηδόνια.
Λοιπόν; Πως σου φαίνονται; Είδες
τα στάχυα μου, Κύριε; Είδες τ’ αμπέλια μου;
Είδες τι όμορφα που πέφτει το φως
στις γαλήνιες κοιλάδες μου;
Κι
 έχω ακόμη καιρό!
Δεν ξεχέρσωσα όλο το χώρο μου, Κύριε.
Μ’ ανασκάφτει ο πόνος μου κι
 ο κλήρος μου μεγαλώνει.
Ασωτεύω το γέλιο μου σαν ψωμί που μοιράζεται.
                                                                           Ωστόσο,
δεν ξοδεύω τον ήλιό σου άδικα.
Δεν πετώ ούτε ψίχουλο απ’ ό,τι μου δίνεις.
Γιατί σκέφτομαι την ερμιά και τις κατεβασιές του χειμώνα.
Γιατί θα ’ρθει το βράδυ μου. Γιατί φτάνει όπου να ’ναι
το βράδυ μου, Κύριε, και πρέπει
να ’χω κάμει πριν φύγω την καλύβα μου εκκλησιά
για τους τσοπάνηδες της αγάπης.


Ο Χρόνος Και Το Ποτάμι (1957)
ΟΔΟΙΠΟΡΙΑ, Α΄. 1929 – 1957 (σελ. 206)



ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΣ

ΒΡΗΚΑ μέσα στα μάτια σου τα βιβλία που δεν έγραψα·
πεδιάδες, δάση, πολιτείες, ορίζοντες, κανάλια.
Βρήκα τ’ αυτοκρατορικά όρη της γης κι απάνω τους
τις δύσες με τα κόκκινα σύννεφα. Τα μεγάλα
ταξίδια που δεν έκαμα βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τους γελαστούς μου φίλους
που μού τους σκέπασεν η γης, η χλόη, το χιόνι, η νύχτα.
Τα λόγια που θα μου ’λεγαν βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Όσους σταυρούς δεν έμπηξαν στη γης μετά τις μάχες,
μακριές σειρές, ανώνυμους σταυρούς, πάνω και κάτω,
τους σταυρούς όλων των εθνών, βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τον πόλεμο τελειωμένο.
Πουλάκια και ήλιος στα κλαδιά! Το παιδικό μου σύμπαν
με τις χρυσές του ζωγραφιές βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα τους μελαγχολικούς γήλοφους της πατρίδας μου
να στέκονται μες στη σιωπή σα ν’ ακούσανε τη φωνή μου.
Έρχομαι! Ως να τους φώναξα «έρχομαι», να κουνάνε
τις ταπεινές τους κουμαριές, βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τις νύχτες να κυλάνε
μεγάλους ποταμούς σιωπής, όπως στα έξη μου χρόνια.
Της θλίψης την αστροφεγγιά, βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τον κόσμο να με θυμάται
κι όλα όσα γνώρισα παιδί να με φωνάζουν με τ’ όνομά μου.
Της δικαιοσύνης τη σκηνή, την καλοσύνη που έγνεφε
να πλησιάσουν τα βουνά, βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα την αιωνιότητα του ήλιου ανανεωμένη.
Τη χλόη, τ’ αστέρια, την αυγή. Στ’ άσπρα σαν την Ειρήνη
ντυμένη τη μητέρα μου, βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Αν ήτανε όλα εδώ πιο απλά, όπως η «καλημέρα»
κι η «καληνύχτα», όπως το φως στα τζάμια την αυγή,
αν ήτανε όλα εδώ πιο απλά, τότε, σ’ αυτό τον κόσμο,
θε να ’χαμε ένα απέραντο σπίτι. Θε να ’μαστε άγγελοι.
Το αιώνιο μου παράπονο βρήκα μέσα στα μάτια σου.


Το Βιβλίο της Μαργαρίτας (1949)
ΟΔΟΙΠΟΡΙΑ, Α΄. 1929 – 1957 (σελ. 112)



Ο ΑΝΘΡΑΚΩΡΥΧΟΣ

Ο,ΤΙ κι αν γράψεις, λόγια θα ναι.
Αυτά τα λόγια που ζητώ να εξαφανίσω·
κι είναι γι’ αυτό που έχω κόψει το χέρι μου.
Κι είναι γι’ αυτό που ζυμώνομαι
νύχτα μέρα με τη φωτιά, που πατήθηκα
κι έλιωσα κάτω όπως ένα
τριαντάφυλλο κόκκινο,
                                 Θέλω να γίνω ενός άλλου
είδους νερό. Μιαν άλλου είδους γλώσσα,
Σαν αχτίνες χρυσές να τρυπώνω τα λόγια μου
μες απ’ τους πόρους σας, δίχως να ξέρετε,
προχωρώντας και φέγγοντας, βαθύτερα, όλο
και βαθύτερα μες στις καρδιές σας, καθώς
τις μαύρες στοές της γης
                                      κατεβαίνοντας
ο ανθρακωρύχος με το λυχνάρι του.


Το Βάθος Του Κόσμου (1961)
Από την ενότητα, Ο Πόνος και Η Συμπαράσταση 
ΟΔΟΙΠΟΡΙΑ, Β΄. 1958 – 1967 (σελ. 33)



ΟΛΟΝΥΧΤΙΑ

ΔΕ με κατάλαβες· όλη τη νύχτα
ήμουνα πλάι σου, προσπαθούσα να κλείσω
τα παράθυρα, πάλευα ‒ όλη τη νύχτα.
Επέμενε ο άνεμος.
Άπλωσα τότε
σαν δυο φύλλα ουρανού τις παλάμες μου
              πάνω σου,
σε σκέπασα, κι έφυγα πατώντας στα δάχτυλα.
Έπειτα βγήκα στον εξώστη και κοίταζα
δίχως χέρια τον κόσμο.


Το Βάθος Του Κόσμου (1961)
Από την ενότητα, Ο Πόνος και Η Συμπαράσταση
ΟΔΟΙΠΟΡΙΑ, Β΄. 1958 – 1967 (σελ. 93)



ΓΡΑΜΜΑ

ΔΕΝ έχω ένα φύλλο απ’ τα παλιά πράσινα δέντρα.

Σου γράφω τη λύπη μου σ’ αυτό το χαρτί.
τόσο ελαφριά που να στη φέρει ο άνεμος,
τόσο καλή και τρυφερή που να μη παραξενευτεί ο ήλιος,
ευγενική σαν τη σιωπή που περπατεί στο χορτάρι
τη νύχτα, απλή και καθαρή σαν το νεράκι που τρέχει
και δε μαντεύεις πως το γέννησε η χτεσινή καταιγίδα.

Πολλοί σκοτώθηκαν. Πολλοί ζούμε. Όλοι μας είμαστε
λαβωμένοι. Είναι βαρύς από τον πόνο μας ο κόσμος.

Mε τη σιωπή της θάλασσας θα λάβεις τη λύπη μου.
Σου στέλνω αυτό το αιώνιο μου Μη με λησμόνει!
Είναι ένα φως διπλωμένο ανάμεσα σ’ ένα μικρό συννεφάκι.
Σου στέλνω αυτό το αρνάκι, μια κ’ είσαι κοντά στο Θεό,
να τ’ οδηγήσεις σ’ ένα πράσινο κήπο του.

Σου στέλνω αυτό το βρέφος με το τσακισμένο ποδαράκι.
Ανέβασέ το στο παράθυρο με τον αυγερινό,
κοντά στον κόσμο, κοντά στο όνειρο,
κοντά στην καλοσύνη σου, που είναι ζεστή σα μια ανάσα μητέρας,
κοντά στο τζάκι που ονειρεύεσαι με το χέρι στο μέτωπο
την ευτυχία του πεινασμένου, του στρατιώτη, του άρρωστου.
Βάλτο κοντά στην πράσινη σημαία. Κοντά στο κόκκινο
άλογο. Στη μητέρα σου πλάι, που τριγυρισμένη
απ’ του Γενάρη τους σπουργίτες, γνέθει την ελπίδα.
Βάλτο κοντά στο στεναγμό της φιλίας. Κοντά-κοντά.
Βάλτο να κάτσει, κι άνοιχ’ του σαν ένα γέλιο το παράθυρο
να ιδεί τον κόσμο.



*

ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ ΚΑΙ ΟΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ
Από τη συλλογή: Το Βάθος Του Κόσμου (1961)
Ενότητα: Η Ειρήνη Έρχεται Στον Κόσμο
ΟΔΟΙΠΟΡΙΑ,  Β΄. 1958-1967 (σελ. 208)

Ο ΑΙΩΝΑΣ
Από την ενότητα: Η Θέα του Κόσμου
ΟΔΟΙΠΟΡΙΑ, Γ΄. 1967 – 1970 (σελ. 113)

Με τον Μίκη σε φωτό αγνώστων λοιπών στοιχείων

* * *

3+2   τραγούδια


ΠΙΚΡΑΜΕΝΟΣ ΑΝΑΧΩΡΗΡΤΗΣ
(1992)
Μουσική σύνθεση: Παναγιώτης Κωνσταντακόπουλος
Απαγγελία: Νικηφόρος Βρεττάκος
Τραγούδι: Βασίλης Σκουλάς
Φιλική Συμμετοχή: Μαρία Δημητριάδη

____________

Πικραμένος Αναχωρητής
Βασίλης Σκουλάς
Ακούγεται ο ποιητής


Θα φύγω σε ψηλό βουνό, σε ριζιμιό λιθάρι
να στήσω το κρεβάτι μου κοντά στη νερομάνα
του κόσμου που βροντοχτυπούν οι χοντρές φλέβες του ήλιου,
ν’ απλώσω εκεί την πίκρα μου, να λιώσει όπως το χιόνι.

Μην πιάνεσαι απ’ τους ώμους μου και στριφογυρίζεις
άνεμε!
φεγγαράκι μου!
Καλέ μου!
Αυγερινέ μου!

Φέξε το ποροφάραγκο! Βοήθα ν’ ανηφορίσω!
Φέρνω ζαλιά στις πλάτες μου τα χέρια των νεκρών!
Στη μια μεριά έχω τα όνειρα, στην άλλη τις ελπίδες!
Κι ανάμεσα στις δυο ζαλιές το ματωμένο στέφανο!

Μη με ρωτάς καλέ μου αϊτέ, μη με ξετάζεις ήλιε μου!
Ρίχτε στο δρόμο συννεφιά να μη γυρίσω πίσω!

Κοιτάχτηκα μες στο νερό, έκατσα και λογάριασα,
ζύγιασα το καλό και το κακό του κόσμου. Κι αποφάσισα,

να γίνω το μικρότερο αδερφάκι των πουλιών!

*

Νύχτα Στο Ίδιο Τραπέζι
Μαρία Δημητριάδη


Όταν έπεσε η νύχτα ‒ μαζεύτηκες.
Κι ήρθες τόσο κοντά, που δεν άφησες χώρο
ν’ απλώνω τα χέρια μου.
(Πλάθω πέτρες να φτιάξω
κεριά της ανάστασης).
Μα δεν βλέπεις λοιπόν
πως η ώρα περνά, πως ο Θεός μου μετρά
τις μέρες, και βιάζομαι;
Πότε νάβγει ο ήλιος,
να σε στείλω, στο σύμπαν να μαζεύεις λουλούδια.

Να σε στείλω στην άνοιξη να μου φέρεις νερό.

*

Όλα Τα Χρόνια Που Έλειπα
Μαρία Δημητριάδη


Όλα τα χρόνια που έλειπα, ξέρεις για σένα γύριζα
Έψαχνα το τριαντάφυλλο να βρω, που άλλος κανένας

δε θα μπορούσε να σου φέρει. Τι βουνά,
τι ερήμους και τι θάλασσες πέρασα, τι βροχές
μου αυλάκωσαν το μέτωπο, τι αρμύρες με παιδέψαν,
ποτέ, κανείς δε θα το μάθει. Έστυψα την καρδιά μου
σ’ ένα άγιο δισκοπότηρο κι από ’κει μέσα φύτρωσε
το ωραίο αυτό τριαντάφυλλο, το καθαρό

σαν της Λαμπρής το Λυκαυγές. Βάλ’ το στη ζώνη,
στο στήθος σου ή στα μαλλιά. Θα σου πηγαίνει
όπως πηγαίνει κάθε πρωί στον κόσμο ο ήλιος.

Ο Χρόνος και το Ποτάμι (1957)
ΟΔΟΙΠΟΡΙΑ, Α΄. 1929 – 1957 (σελ. 223)

Ο ποιητής με τον συνθέτη
Ο ποιητής με τον συνθέτη Την Πέμπτη 1η Αυγούστου 1991 ο Νικηφόροςπέθανε Κυριακή πρωί της 4ης Αυγούστου‒ μου τηλεφωνεί κατά τις 9 το πρωί. Πάω εκεί, στο σπίτι του, ήταν με την κα Πίτσα την γυναίκα του. Μου έφτιαξε καφέ. Ήταν πολύ σκεπτικός. Μου ζήτησε να ακούσει την ερμηνεία του Πικραμένου Αναχωρητή από πρόσφατη συναυλία της 21ης Ιουλίου που είχε ερμηνεύσει ο Βασίλης Σκουλάς –Κρητικός λυράρης και μοναδικός ερμηνευτής. Όχι μόνο του άρεσε! Τρείς φορές το άκουσε. Πάμε δίπλα στο γραφείο του και με ρωτάει αν έχω κενό στην κασέτα. «Να σου διαβάσω δυο ποιήματα –μου λέει– για να έχεις την αρχή και το τέλος των συναυλιών σου από μένα». Μου διαβάζει και τον ηχογραφώ, τα ποιήματα: «Όλα τα χρόνια που έλειπα» και «Πικραμένος Αναχωρητής»!… Κυριακή πρωί ο Νικηφόρος αναχώρησε!!! Δεν είχα συνειδητοποιήσει, πως μ’ αυτό τον τρόπο μ’ αποχαιρέτησε μια για πάντα!
Παναγιώτης Κωνσταντακόπουλος (συνθέτης)
Πώς μελοποίησα τον Νικηφόρο Βρεττάκο


* * *

Τ᾿ Όνομά Σου
Νικηφόρος Βρεττάκος
Μουσική: Τερψιχόρη Παπαστεφάνου
Χορωδία Τρικάλων - Δανάη Μπαραμπούτη
Ελεύθεροι Πολιορκημένοι
(1971)


Τ᾿ όνομά σου: ψωμί στο τραπέζι
Τ᾿ όνομά σου: νερό στην πηγή
Τ᾿ όνομά σου: αγιόκλημα αναρριχόμενων άστρων

Τ᾿ όνομά σου: παράθυρο ανοιγμένο τη νύχτα στην πρώτη του Μάη
Τ᾿ όνομά σου: δυο δρυς που το ουράνιο τόξο στηρίζει τις άκρες του

Τ᾿ όνομά σου: ένας ψίθυρος απ᾿ αστέρι σε αστέρι
Τ᾿ όνομά σου: μουρμούρισμα ρυακιών μεταξύ τους
Τ᾿ όνομά σου: μονόλογος ενός πεύκου στο Σούνιο

Τ᾿ όνομά σου: ρινίσματα ήλιου
Τ᾿ όνομά σου: στροφή από φλάουτο τη νύχτα
Τ᾿ όνομά σου: στα χείλη των αγγέλων τριαντάφυλλο

Τ᾿ όνομά σου: ένα ελάφι βουτηγμένο ως το γόνατο σε μιαν άμπωτη ήλιου
Τ᾿ όνομά σου: δυο δρυς που το ουράνιο τόξο στηρίζει τις άκρες του

Τ᾿ όνομά σου: ένας ψίθυρος απ᾿ αστέρι σε αστέρι
Τ᾿ όνομά σου: μουρμούρισμα ρυακιών μεταξύ τους

Τ᾿ όνομά σου: μονόλογος ενός πεύκου στο Σούνιο

Τ᾿ όνομά σου: πορεία πέντε κύκνων που σέρνουν την πούλια στα μεσούρανα
Τ᾿ όνομά σου: Ειρήνη στα κλωνάρια του δάσους

Τ᾿ όνομά σου: Ειρήνη στους δρόμους των πόλεων
Τ᾿ όνομά σου: αέτωμα περιστεριών στον ορίζοντα
Τ᾿ όνομά σου: αλληλούια πάνω στο Έβερεστ


Μ Ε Γ Α Λ Υ Ν Α Ρ Ι

Τ’ όνομά σου: ρινίσματα ήλιου.
Τ’ όνομά σου: τοπίο χωρισμένο σε χρώματα.
Τ’ όνομά σου: αγιόκλημα αναρριχόμενων άστρων.
Τ’ όνομά σου: δυο δρυς που το ουράνιο τόξο στηρίζει
τις άκρες του.

Τ’ όνομά σου: ένας ψίθυρος απ’ αστέρι σε αστέρι.
Τ’ όνομά σου: ομιλία δύο ρυακιών μεταξύ τους.
Τ’ όνομά σου: μονόλογος ενός πεύκου στο Σούνιο.

Τ’ όνομά σου: ένα ελάφι βουτηγμένο ως το γόνατο σε μιαν
άμπωτη ήλιου.

Τ’ όνομά σου: ροδόφυλλο σ’ ενός βρέφους το το μάγουλο.
Τ’ όνομά σου: πεντάγραμμο στις κεραίες των γρύλλων.
Τ’ όνομά σου: ο ηνίοχος στην άμαξα του ήλιου.

Τ’ όνομά σου: πορεία πέντε κύκνων που σέρνουν την πούλια
μεσούρανα.

Τ’ όνομά σου: Ειρήνη στα κλωνάρια του δάσους.
Τ’ όνομά σου: Ειρήνη στους δρόμους των πόλεων.
Τ’ όνομά σου: Ειρήνη στις ρότες των πλοίων.

Τ’ όνομά σου: ένας άρτος, βαλμένος στην άκρη της γης
που περίσσεψε.

Τ’ όνομά σου: αέτωμα περιστεριών στον ορίζοντα.

Τ’ όνομά σου: αλληλούια πάνω στο Έβερεστ.


Ο Χρόνος Και Το Ποτάμι (1957)
ΟΔΟΙΠΟΡΙΑ, Α΄. 1929 – 1957 (σελ. 247)

*

Το Νανούρισμα Της Μαριάννας
(ανέκδοτο, 1963)
Νικηφόρος Βρεττάκος
Μουσική: Χρήστος Λεοντής
Αλέκα Μαβίλη

________________

Τα  ποιήματα περιλαμβάνεται στη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Νικηφόρου Βρεττάκου: ΟΔΟΙΠΟΡΙΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Αθήνα 1972, εκδόσεις ΔΙΟΓΕΝΗΣ, που διηύθυνε ο ποιητής Κώστας Κουλουφάκος.

Η ΟΔΟΙΠΟΡΙΑ εκτείνεται σε τρεις τόμους: Α' 1929-1957, Β' 1958-1967, Γ' 1967-1970.

Το κόσμημα των εξωφύλλων και τρία χαρακτικά –ένα για κάθε τόμο– ανήκουν στη Βάσω (Κατράκη) και συνοδεύονται –δική της, μάλλον, επιλογή και πηγή έμπνευσης– στην αντικριστή τους σελίδα από στίχους του Ν. Β.
Τα χαρακτικά:
ακόμα:

*


Προτομή Νικηφόρου Βρεττάκου (1912-1991)
Έτος: (;)
Θέση: Καραΐσκου 106, Πειραιάς
Γλύπτης: Νίκος Περαντινός ( 1910 – 1991 )
Η προτομή είναι προσφορά των παιδιών του Νικηφόρου Βρεττάκου, Κώστα Βρεττάκου και Τζένης Παπαδημητρίου Βρεττάκου.
Το στήσιμο της προτομής στην οδό Καραΐσκου έγινε γιατί εκεί ήταν το σπίτι όπου ο ποιητής κατοίκησε από το 1946 μέχρι το 1962.
Aποκαλυπτήρια: 20 Μαρτίου 2002.
(Γλυπτοθήκη)




Μονόγραμμα

Ο ποιητής Νικηφόρος Βρεττάκος παρουσιάζει τη ζωή και το έργο του, ως αναπόσπαστο κομμάτι του τόπου καταγωγής του που είναι οι Κροκεές της Σπάρτης. Το βουνό του Ταΰγετου και το πατρικό του σπίτι στο κτήμα Πλούμιτσα αποτελούν σημεία προσωπικής αναφοράς του ποιητή. Αφηγείται τα παιδικά του βιώματα που διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της ευασθησίας του και εξηγούν τη χρήση των θρησκευτικών συμβόλων στο έργο του, ως επιρροών του κοινωνικού του περιβάλλοντος. Διηγείται τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπισε ο ίδιος και η οικογένειά του και περιγράφει τα επαγγέλματα που άσκησε για βιοποριστικούς λόγους. Αναφέρεται στις εμπειρίες του από τα χρόνια της γερμανικής Κατοχής και την αντιστασιακή του δράση και αφηγείται τη ζωή του μέχρι και την επιστροφή του στην Ελλάδα μετά την αυτοεξορία του στην Ελβετία και τη Σικελία την περίοδο της Δικτατορίας. Παράλληλα, κάνει αναδρομή στο ποιητικό του έργο και παραθέτει στοιχεία σχετικά με τις δημιουργίες του «Το Ταξίδι του Αρχάγγελου» (1938), «Πλούμιτσα», «Στον Ρόμπερτ Οπενχάιμερ» (1954) και «Αποχαιρετισμός στον ελληνικό ήλιο».

Πλούμιτσα Κροκεών Λακωνίας
Αποκαλυπτήρια της προτομής στις 9 Οκτωβρίου 2010 από τη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Σπάρτης,το Σύλλογο Φίλων του Αρχείου του Νικηφόρου Βρεττάκου και την οικογένεια του ποιητή.
(Αντίγραφο, μάλλον, της προτομής του Πειραιά)


*
Επιμέλεια (επιλογή ποιημάτων, φωτό, βίντεο) Μπ. Ζ.





2 σχόλια:

  1. Καλή χρονιά με αγωνιστική διάθεση εμπρός στα μελλούμενα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Να μετατρέψουμε
      αυτό το "άσχημο ηλιοβασίλεμα"
      σε μια "κατακόκκινη ανατολή"

      Με δύναμη πάλι και πάλη

      Διαγραφή

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.