Ο Φιντέλ θα ζει παντοτινά. Ο Φιντέλ είναι αθάνατος

Έφοδος στις Μονκάδες τ’ Ουρανού!: Fidel vivirá para siempre! Fidel es inmortal! - Ο Φιντέλ θα ζει παντοτινά! Ο Φιντέλ είναι αθάνατος!
Φιδέλ: Ένα σύγγραμμα περί ηθικής και δυο μεγάλα αρχίδια στην υπηρεσία της ανθρωπότητας (Ντανιέλ Τσαβαρία)
* Φιντέλ: Αυτός που τους σκλάβους ανύψωσε στην κορφή της μυρτιάς και της δάφνης − Κάρλος Πουέμπλα: Ως τη νίκη Κομαντάντε
*
Κάρλος Πουέμπλα: Και τους πρόφτασε ο Φιντέλ − Μετάφραση προσαρμοσμένη στη μελωδία − 4 Video − Aπαγγελία Νερούδα
* Πάμπλο Νερούδα: Φιντέλ, Φιντέλ, οι λαοί σ’ ευγνωμονούνε * Νικολάς Γκιγιέν: Φιντέλ, καλημέρα! (3 ποιήματα)
* Ντανιέλ Τσαβαρία: Η Μεγάλη Κουβανική Επανάσταση και τα Ουτοπικά Αρχίδια του Φιδέλ * Ντανιέλ Τσαβαρία: Ο ενεργειακός βαμπιρισμός του Φιδέλ * Ραούλ Τόρες: Καλπάζοντας με τον Φιντέλ − Τραγούδι μεταφρασμένο - Video


Τα φρούρια του ιμπεριαλισμού δεν είναι απόρθητα: Μικρή ιστορική αναδρομή στη νικηφόρα Κουβανική Επανάσταση και μέχρι τις μέρες μας ‒ Με αφορμή τα 88α γενέθλια του Φιντέλ ‒ Εκλογικό σύστημα & Εκλογές - Ασφάλεια - Εκπαίδευση - Υγεία (88 ΦΩΤΟ) * Φιντέλ (53)

Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2016

Νίκος Καββαδίας, o ιδανικός και άξιος εραστής τριών γυναικών: της Θάλασσας, της Αντίστασης και της Ποίησης (VIDEO - Ταινία - Χρονολόγιο)

Νίκος Καββαδίας
11 Ιανουαρίου 1910, Χαρμπίν Μαντζουρίας - 10 Φεβρουαρίου 1975, Αθήνα
Σχέδιο, Μπάμπης Ζαφειράτος, 7.V.2015 (Μελάνι, 29 χ 21 εκ.)


*
Επιμέλεια

*
«Θα προτιμούσα να έχω στο κεφάλι μου, αντί για το μυαλό τού Στάινμπεκ, τα σκατά ενός μικρού Βιετναμέζου». 
Νίκος Καβαδδίας 
(Για την υποστήριξη του Αμερικανού συγγραφέα στον πόλεμο του Βιετνάμ)

Μαραμπού & πούσι, Εκδόσεις Γαλαξία, Φεβρουάριος 1965



Μ Α Ρ Α Μ Π Ο Υ


ΛΕΝΕ για μένα οι ναυτικοί που εζήσαμε μαζί
πως είμαι κακοτράχαλο τομάρι διεστραμμένο,
πως τις γυναίκες μ’ ένα τρόπον ύπουλο μισώ
κι ότι μ’ αυτές να κοιμηθώ ποτέ μου δεν πηγαίνω.

Ακόμα, λένε πως τραβώ χασίσι και κοκό,
πως κάποιο πάθος με κρατεί φριχτό και σιχαμένο,
κι ολόκληρο έχω το κορμί με ζωγραφιές αισχρές,
σιχαμερά παράξενες, βαθιά στιγματισμένο.


Ακόμα, λένε πράματα φριχτά πάρα πολύ,
που είν’ όμως ψέματα χοντρά και κατασκευασμένα,
κι αυτό που εστοίχισε σε με πληγές θανατερές
κανείς δεν το ’μαθε, γιατί δεν το ’πα σε κανένα.

Μ’ απόψε, τώρα που έπεσεν η τροπική βραδιά,
και φεύγουν προς τα δυτικά των Μαραμπού τα σμήνη,
κάτι με σπρώχνει επίμονα να γράψω στο χαρτί,
εκείνο, που παντοτινή κρυφή πληγή μου εγίνη.

Ήμουνα τότε δόκιμος σ’ ένα λαμπρό ποστάλ
και ταξιδεύαμε Αίγυπτο γραμμή Νότιο Γαλλία.
Τότε τη γνώρισα - σαν άνθος έμοιαζε αλπικό -
και μια στενή μας έδεσεν αδελφική φιλία.

Αριστοκρατική, λεπτή και μελαγχολική,
κόρη ενός πλούσιου Αιγύπτιου όπου ’χε αυτοκτονήσει,
ταξίδευε τη λύπη της σε χώρες μακρινές,
μήπως εκεί γινότανε να τηνε λησμονήσει.

Πάντα σχεδόν της Μπασκιρτσέφ κρατούσε το Ζουρνάλ,
και την Αγία της Άβιλας παράφορα αγαπούσε,
συχνά στίχους απάγγελνε θλιμμένους γαλλικούς,
κι ώρες πολλές προς τη γαλάζιαν έκταση εκοιτούσε.

Κι εγώ, που μόνον εταιρών εγνώριζα κορμιά,
κι είχα μιαν άβουλη ψυχή δαρμένη απ’ τα πελάη,
μπροστά της εξανάβρισκα την παιδική χαρά
και, σαν προφήτη, εκστατικός την άκουα να μιλάει.

Ένα μικρό της πέρασα σταυρό απ’ το λαιμό
κι εκείνη ένα μου χάρισε μεγάλο πορτοφόλι
κι ήμουν ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος της γης,
όταν εφθάσαμε σ’ αυτήν που θα ’φευγε, την πόλη.

Την εσκεφτόμουνα πολλές φορές στα φορτηγά,
ως ένα παραστάτη μου κι άγγελο φύλακά μου,
και μια φωτογραφία της στην πλώρη ήταν για με
όαση, που ένας συναντά μες στην καρδιά της Άμμου.

Νομίζω πως θε να ’πρεπε να σταματήσω εδώ.
Τρέμει το χέρι μου, ο θερμός αέρας με φλογίζει.
Κάτι άνθη εξαίσια του ποταμού βρωμούν,
κι ένα βλακώδες Μαραμπού παράμερα γρυλίζει.

Θα προχωρήσω!...Μια βραδιά σε πόρτο ξενικό
είχα μεθύσει τρομερά με ουίσκυ, τζιν και μπύρα,
και κατά τα μεσάνυχτα, τρικλίζοντας βαριά,
το δρόμο προς τα βρωμερά, χαμένα σπίτια επήρα.

Αισχρές γυναίκες τράβαγαν εκεί τους ναυτικούς,
κάποια μ’ άρπαξ’ απότομα, γελώντας, το καπέλο
(παλιά συνήθεια γαλλική του δρόμου των πορνών)
κι εγώ την ακολούθησα σχεδόν χωρίς να θέλω.

Μια κάμαρα στενή, μικρή, σαν όλες βρωμερή,
οι ασβέστες απ’ τους τοίχους της επέφτανε κομμάτια,
κι αυτή ράκος ανθρώπινο που εμίλαγε βραχνά,
με σκοτεινά, παράξενα, δαιμονισμένα μάτια.

Της είπα κι έσβησε το φως. Επέσαμε μαζί.
Τα δάχτυλά μου καθαρά μέτρααν τα κόκαλά της.
Βρωμούσε αψέντι. Εξύπνησα, ως λένε οι ποιητές,
«μόλις εσκόρπιζεν η αυγή τα ροδοπέταλά της».

Όταν την είδα και στο φως τ’ αχνό το πρωινό,
μου φάνηκε λυπητερή, μα κολασμένη τόσο,
που μ’ ένα δέος αλλόκοτο, σα να ’χα φοβηθεί,
το πορτοφόλι μου έβγαλα γοργά να την πληρώσω.

Δώδεκα φράγκα γαλλικά...Μα έβγαλε μια φωνή,
κι είδα μια εμένα να κοιτά με μάτι αγριεμένο,
και μια το πορτοφόλι μου...Μ’ απόμεινα κι εγώ
ένα σταυρόν απάνω της σαν είδα κρεμασμένο.

Ξεχνώντας το καπέλο μου βγήκα σαν τον τρελό,
σαν τον τρελό που αδιάκοπα τρικλίζει και χαζεύει,
φέρνοντας μέσα στο αίμα μου μια αρρώστια τρομερή,
που ακόμα βασανιστικά το σώμα μου παιδεύει.

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εκάμαμε μαζί
πως χρόνια τώρα με γυναίκα εγώ δεν έχω πέσει,
πως είμαι παλιοτόμαρο και πως τραβάω κοκό.
Μ’ αν ήξεραν οι δύστυχοι, θα μ’ είχαν συγχωρέσει...

Το χέρι τρέμει...Ο πυρετός...Ξεχάστηκα πολύ,
ασάλευτο ένα Μαραμπού στην όχθη να κοιτάζω.
Κι έτσι καθώς επίμονα κι εκείνο με κοιτά,
νομίζω πως στη μοναξιά και στη βλακεία του μοιάζω…

Το πρώτο ποίημα από τη συλλογή Μαραμπού (1933), αφιερωμένη Στον ΜΕΜΑ ΓΑΛΙΑΤΣΑΤΟ (Κεφαλονίτη φίλο του)


*




Π Ο Υ Σ Ι
                                Στην Ελένη Χαλκούση

ΈΠΕΣΕ το πούσι αποβραδίς
- το καραβοφάναρο χαμένο -
κι έφτασες χωρίς να σε προσμένω
μες στην τιμονιέρα να με δεις.

Κάτασπρα φοράς κι έχεις βραχεί,
πλέκω σαλαμάστρα τα μαλλιά σου.
Κάτου στα νερά του Port Pegassu
βρέχει πάντα τέτοιαν εποχή.

Μας παραμονεύει ο θερμαστής
με τα δυο του πόδια στις καδένες.
Μην κοιτάς ποτέ σου τις αντένες
με την τρικυμία· θα ζαλιστείς.

Βλαστημά ο λοστρόμος τον καιρό
κι είν’ αλάργα τόσο η Τοκοπίλλα.
Από να φοβάμαι και να καρτερώ
κάλλιο περισκόπιο και τορπίλλα.

Φύγε! Εσέ σου πρέπει στέρεα γη.
Ήρθες να με δεις κι όμως δε μ’ είδες
έχω απ’ τα μεσάνυχτα πνιγεί
χίλια μίλια πέρ’ απ’ τις Εβρίδες.

Το πρώτο ποίημα από τη συλλογή Πούσι (1947), αφιερωμένη Στην ΕΛΓΚΑ ΚΑΒΒΑΔΙΑ (ανηψιά του)

Ν. Καββαδία
ΜΑΡΑΜΠΟΥ & ΠΟΥΣΙ
Εκδόσεις Γαλαξία, 1965 (σελ. 9 και 65)

*



ΤΡΑΒΕΡΣΟ, Κέδρος, Δεύτερη Έκδοση, Σεπτέμβριος 1977


ΤΡΑΒΕΡΣΟ, 1977.  Εικόνα εκτός σελιδαρίθμησης
Η προμετωπίδα και το κόσμημα του εξωφύλλου είναι, όπως τα θέλησε ο ποιητής, του φίλου του Γιάννη Μόραλη
(Από τον κολοφώνα του βιβλίου)


Βασίλης Λέκκας
Μουσική Χάρης Παπαδόπουλος


Μ Ο Υ Σ Ω Ν Α Σ


ΤΡΕΛΟΣ Μουσώνας ράγισε μεσονυχτίς τα ρέλια.
Στο χέρι σου χλωρό κλαρί, χαρτί κι ένα φτερό.
Τέσσεροι κάμανε καιροί τα ρούχα σου κουρέλια.
Να σε σκεπάσω θέλησα, γλιστράς και δεν μπορώ.

Κοράλλι ο κατραμόκωλος βαστάει να σε φιλέψει.
Γιατί μπήγεις τα νύχια σου στη σάπια κουπαστή;
Είν’ ένα φάδι αθώρητο και μου μποδάει τη βλέψη.
Γαλάζιο βλέπω μοναχά, γαλάζιο και σταχτί.

Παρακαλώ σε κάθησε να ξημερώσει κάπως.
Χρώμα να βρω, το πράσινο και τίντες μυστικές.
Κι απέ, το θρύλο να σου πω που μού
πε μαύρος κάπος
τη νύχτα που μας έγλειφε φωτιά στο Μαρακές.

Ακόμα ξέρω τον αρχαίο σκοπό του Μινικάπε,
τη φοινικιά που ζωντανή θρηνεί στο Παραμέ.
Μα ένα πουλί μου μήνυσε πως κάποιος άλλος στα ’πε
κάποιος, που ξέρει να ιστορά καλύτερα από με.

Κάματος είναι που μιλά στενόχωρα και κάψα.
Πεισματική, και πέταξες χαρτί, φτερό, κλαδί,
όμως δεν είμαστε παιδιά να πιάσουμε την κλάψα.
Τι θα ’δινα «Πάψε, Σεβάχ» για να ’μουνα παιδί!

Αυγή, ποιος δαίμονας Ινδός σού μόλεψε το χρώμα;
Γυρίζει ο ναύτης τον τροχό κι ο γύφτος τη φωτιά.
Και
μεις, που κάμαμε πετσί την καραβίσια βρώμα,
στο πόρτο θα κερδίσουμε και πάλι στα χαρτιά.

Ινδικός Ωκεανός 1951

ΝΙΚΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ
ΤΡΑΒΕΡΣΟ
ΚΕΔΡΟΣ 1977
(Το πρώτο ποίημα της συλλογής, που είναι αφιερωμένη Στο Φίλιππο Χατζόπουλο)


*



F A T A   M O R G A N A

                                                       Στη Θεανώ Σουνά

ΘΑ μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ’ το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.

Στρείδι ωκεάνιο αρραβωνιάζεται το φως.
Γεύση από φλούδι του ροδιού, στυφό κυδώνι
κι ο άρρητος τόνος, πιο πικρός και πιο στυφός,
που εναποθέτανε στα βάζα οι Καρχηδόνιοι.

Πανί δερμάτινο αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.

Χόρτο ξανθό τρίποδο σκέπει μαντικό.
Κι ένα ποτάμι με ζεστή, λιωμένη πίσσα,
άγριο, ακαταμάχητο, απειλητικό,
ποτίζει τους αμαρτωλούς που σ’ αγαπήσαν.

Rosso romano, πορφυρό της Δαμασκός,
δόξα του κρύσταλλου, κρασί απ’ τη Σαντορίνη.
Ο ασκός να ρέει, κι ο Απόλλωνας βοσκάς
να κολυμπάει τα βέλη του με διοσκορίνη.

Σκουριά πυρρόχρωμη στις μίνες του Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι.
Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γεννά,
μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει.

Καντήλι, δισκοπότηρο χρυσό, αρτοφόρι.
Άγια λαβίδα και ιερή από λαμινάρια.
Μπροστά στην Πύλη δύο δαιμόνοι σπαθοφόροι
και τρεις Αγγέλοι με σπασμένα τα κοντάρια.

*

Πούθ’ έρχεσαι; Απ’ τη Βαβυλώνα.
Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πώς τη λένε;
Φάτα Μοργκάνα.

Πάντα οι κυκλώνες έχουν γυναικείο
όνομα. Εύα από την Κίο.
Η μάγισσα έχει τρεις κόρες στο Αμανάτι
και η τέταρτη είν’ εν’ αγόρι μ’ ένα μάτι.

Ψάρια που πετάν μέσα στην άπνοια,
όστρακα, λυσίκομες κοπέλες,
φίδια της στεριάς και δέντρα σάπια,
άρμπουρα, τιμόνια και προπέλες.

Να ’χαμε το λύχνο του Αλαδίνου
ή το γέρο νάνο απ’ την Καντόνα.
Στείλαμε το σήμα του κινδύνου
πάνω σε άσπρη πέτρα με σφεντόνα.

Δαίμονας γεννά τη νηνεμία.
Ξόρκισε,
Allodetta, τ’ όνομά του.
Λούφαξεν ο δέκτης του ασυρμάτου,
και φυλλομετρά τον καζαμία.

Ο άνεμος κλαίει. Σκυλί στα λυσσιακά του.
Γεια χαρά, στεριά, κι αντίο, μαστέλο.
Γλίστρησε η ψυχή μας από κάτου,
έχει και στην κόλαση μπορντέλο.


*

Βασίλης Λέκκας
Μουσική Χάρης Παπαδόπουλος



G U E V A R A
                                          Στο Θανάση Καραβία

ΗΤΑΝΕ ντάλα μεσημέρι κι έδειξε μεσάνυχτα.
Έλεγε η μάνα του παιδιού: «Καμάρι μου, κοιμήσου».
Όμως τα μάτια μείνανε του καθενός ορθάνοιχτα
τότε που η ώρα ζύγιαζε με ατσάλι το κορμί σου.

Λεφούσι ο άσπρος μέρμηγκας, σύννεφο η μαύρη ακρίδα.
Όμοια με τις Μανιάτισσες μοιρολογούν οι Σχόλες.
Λάκισε ο φίλος, ο αδερφός. Που μ’ είδες και που σ’ είδα;
Φυλάει το αλώνι ο Σφακιανός κι ο Αρίδα την κορίδα.

Ποιος το ’λεγε, ποιος το ’λπιζε και ποιος να το βαστάξει.
Αλάργα φεύγουν τα πουλιά και χάσαν τη λαλιά τους.
Θερίζουν του προσώπου σου το εβένινο μετάξι,
νεράιδες και το υφαίνουνε να δέσουν τα μαλλιά τους.

Πάνθηρας ακουρμάζεται, θωράει και κοντοστέκει.
Γλείφει τα ρόδα απ’ τις πληγές, μεθάει και δυναμώνει.
Ξέρασε η γη τα σπλάχνα της και πήδησαν δαιμόνοι.
Σφυρί βαρεί με δύναμη, μένει βουβό το αμόνι.

Πυγολαμπίδες παίζουνε στα μάτια τ’ ανοιχτά.
Στ’ όμορφο στόμα σου κοιμήθηκε ένας γρύλος.
Πέφτει από τα χείλη σου που ακόμα είναι ζεστά,
ένα σβησμένο cigarillos.

Τ’ όνειρο πάει με τον καπνό στον ουρανό,
έσμιξε πια με το καράβι του συννέφου.
Το φως γεννιέται από παντού μα είναι αχαμνό
και τα σκοτάδια το ξεγνέθουν και σου γνέφουν.

Χοσέ Μαρτί (κόνδορας πάει και χαμηλώνει,
περηφανεύεται, ζυγιάζεται, θυμάται.
Με τα φτερά του θα σκοτείνιαζ’ ένα αλώνι).
Απόψε οι δυο συντροφιαστοί θα πιείτε μάτε.

Φτάνει ο Μπολίβαρ καβαλώντας το σαϊτάρι.
Παραμονεύει ορθή κουλέμπρα γκαστρωμένη.
Βότανα τρίβει η Περουβάνα σε μορτάρι
και μασουλάει φαρμακωμένη μανιτάρι.

Του Λόρκα η κόκκινη φοράδα χλιμιντράει
μ’ αυτός μπλεγμένος στα μετάξινα δεσμά του.
Μακρύ κιβούρι με τον πέτρινο κασμά του
σενιάρει ο φίλος και στο μπόι σου το μετράει.

Γέροντας ναύτης με τα μούτρα πισσωμένα
βάρκα φορτώνει με την πιο φτηνή πραμάτεια.
Έχει τα χέρια από καιρό ψηλά κομμένα.
Κι ήθελε τόσο να σου σφάλαγε τα μάτια.

1972

ΝΙΚΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ
ΤΡΑΒΕΡΣΟ
ΚΕΔΡΟΣ 1977 (σελ.11-12, 28-30, 23-25)
Η συλλογή είναι αφιερωμένη Στο Φίλιππο Χατζόπουλο)


*


Η προτομή του Νίκου Καββαδία βρίσκεται στο λιμάνι του Αργοστολού, σ’ έναν πλακόστρωτο χώρο διπλά απ’ το Ναυτικό Όμιλο της πόλης. Είναι τοποθετημένη πάνω σ’ έναν ακανόνιστο βράχο και εκεί πάνω βρίσκονται σε σιδερένια επιγραφή κάποιοι στίχοι απ’ το μελοποιημένο ποίημα του Πούσι. Η προτομή είναι φτιαγμένη από ορείχαλκο. Στο αριστερό του μπράτσο βρίσκεται η χρονολογία 1983 καθώς και το όνομα του γλύπτη Νίκου Ίκαρη, που ανάλαβε την αναστήλωση της προτομής. [Σημ. Μπ.: ο δημιουργός και της προτομής του τραγουδιστή Νίκου Γούναρη, στη Λεωφόρο Κηφισιάς, στο Μαρούσι]. Πίσω απ’ τον ακανόνιστο βράχο ανεμίζει η ελληνική σημαία. Το ότι βρίσκεται στο συγκεκριμένο σημείο αποτελεί φόρο τιμής στον Έλληνα ποιητή. Η ανέγερση της προτομής έγινε με πρωτοβουλία του Συλλόγου Κεφαλλήνων Νέας Υόρκης Κέφαλος. Ο λογοτέχνης Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου του 1910 στο Χαρμπίν της Μαντζουρίας. Ο πατέρας του, Χαρίλαος, είχε τη ρώσικη υπηκοότητα ενώ η μητέρα του, Δωροθέα [Αγγελάτου], ήταν Κεφαλλονίτικης καταγωγής. 

*

Ο Καββαδίας διαβάζει Καββαδία


*

Τα ποιήματα της Αντίστασης

Α Θ Η Ν Α   1 9 4 3


ΟΙ δρόμοι κόκκινες γιομάτοι επιγραφές
τρανά την ώρα διαλαλούν την ορισμένη.
Αγέρας πνέει βορεινός απ’ τις κορφές
κι αργοσαλεύουνε στα πάρκα οι κρεμασμένοι.

Μες στην Αθήνα όλα τα πρόσωπα βουβά
και περπατάν αργά στους δρόμους «εν κινδύνω»
ως τις εφτά που θ’ ακουστεί «Σιστάς Μοσκβά»
και στις οχτώ (βάλ’ το σιγά) «Εδώ Λονδίνο».

Φύσα ταχιά σπιλιάδα, φύσα βορεινή.
Γραίγο μου κατρακύλα απ’ την Κριμαία.
Κατά τετράδας παν στο δρόμο οι γερμανοί
κάτου από μαύρη, κακορίζικη σημαία.

Μήνα το μήνα και πληθαίνουν οι πιστοί,
ώρα την ώρα και φουντώνει το μελίσσι
ως τη στιγμή που μες στους δρόμους θ’ ακουστεί
η μουσική που κάθε στόμα θα λαλήσει.

Δημοσιεύτηκε στο παράνομο περιοδικό «Πρωτοπόροι»,
τον Δεκέμβριο του 1943 με το ψευδώνυμο Α. Ταπεινός.



Α Ν Τ Ι Σ Τ Α Σ Η


Στο παιδικό μας βλέμμα πνίγονται οι στεριές.
Πρώτη σου αγάπη τα λιμάνια σβυούν κι εκείνα.
Θάλασσα τρώει το βράχο απ’ όλες τις μεριές.
Μάτια λοξά και τ’ αγαπάς: Κόκκινη Κίνα.

Γιομάτα παν τα ιταλικά στην Ερυθρά.
Πουλιά σε αντικατοπτρισμό – Μαύρη Μανία.
Δόρατα μέσα στη νυχτιά παίζουν νωθρά.
Λάμπει αρραβώνα στο δεξί σου: Αβησσυνία.

Σε κρεμεζί, Νύφη λεβέντρα Ιβηρική.
Ανάβουνε του
Barriochino τα φανάρια.
Σπανιόλοι μου θαλασσοβάτες και Γκραικοί.
Γκρέκο και Λόρκα – Ισπανία και Πασιονάρια.

Κύμα θανάτου ξαπολιούνται οι Γερμανοί.
Τ’ άρματα ζώνεσαι μ’ αρχαία κραυγή πολέμου.
Κυνήγι παίζουνε μαχαίρι και σκοινί,
Οι κρεμασμένοι στα δεντρά, μπαίγνιο του ανέμου.

Κι απέ Δεκέμβρη, στην Αθήνα και Φωτιά.
Τούτο της Γης το θαλασσόδαρτο αγκωνάρι,
Λικνίζει κάτου από το Δρυ και την Ιτιά
το Διάκο, τον Κολοκοτρώνη και τον Άρη.

Δημοσιεύτηκε στα «Ελεύθερα Γράμματα» στις 10 Αυγούστου 1945
στο φύλλο υπ᾿ αριθμὸν 14.



Σ Τ Ο Ν   Τ Α Φ Ο   Τ Ο Υ   Ε Π Ο Ν Ι Τ Η


Επέταξα τη σάκα μου και τρέχω με τουφέκια
Μικρούλης φαίνομαι Αδερφέ, το μάτι δεν με πιάνει
Στη μάχη όμως κουβάλησα χιλιάδες τα φουσέκια
κι ακόμα μ’ είδαν Γερμανούς να στρώνω στο ρουμάνι.

Στη γειτονιά με ξέχασε το τόπι, το ξυλίκι.
Και μοναχά που πέρναγα με το χωνί στο στόμα.
Παιδί! Μα με λογάριασαν οι λυσσασμένοι λύκοι.
Τεράστιο το κουράγιο μου. Και πού να δεις ακόμα.

Μια μέρα μας μπλοκάρανε. Δυο εμείς και αυτοί σαράντα,
Σφαίρα τη βρήκε την καρδιά που ’μοιαζε με γρανίτη.
Σε μια γωνιά με θάψανε χωρίς ανθούς, μα πάντα
Σα ρόδο θα μοσκοβολάει ο τάφος του Επονίτη.


Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Νέα Γενιά»
χρόνος 3ος, αρ. φύλλου 51, 15 Ιουνίου 1945.
Το ποίημα βρέθηκε καθ’ υπόδειξη του Γιώργου Ζεβελάκη.



Σ Π Ο Υ Δ Α Σ Τ Ε Σ


ΣΑΣ είδα κάτου από την πύρινη βροχή
με τα πλακάτ και τα σκουτιά τα ματωμένα
εσάς που κάματε τη δύσκολην αρχή
κείνα τα χρόνια τα βαριά τα κολασμένα

Σήμερα βλέπω τα δικά σας τα παιδιά
σμάρι πηχτό μες στου πελάγου τη (σπι)λιάδα.
Πάντα κατάντικρα στην κάθε αναποδιά
και σ’ όσους πάνε να σταυρώσουν την Ελλάδα.


Αφιερωμένο στους Μάκη Ρηγάτο και Γιάννη Καούνη,
μέλη της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη. [Σημ. Μπ.: Κεφαλονίτες και οι δυο]
Δημοσιεύτηκε στην «Πανσπουδαστική» λίγο πριν απο το πραξικόπημα του 1967.

Πηγή των τεσσάρων ποιημάτων: uoa.g

*

Γ Υ Ν Α Ι Κ Α
Ινδικός Ωκεανός 1951. Στο τραβέρσο αφιερώνεται στον Αντώνη Μωραΐτη.
Εδώ, με ημερομηνία 18.4.73(;) για το αρχειο του Μάνου Χαριτάτου




ΛΙ - Ανάμεσα στο Διάβολο και τη Βαθιά Γαλάζια Θάλασσα (1995)


Βασισμένη στη νουβέλα του ΝΙΚΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ, Λι, μια τρυφερή ιστορία ανάμεσα σ' έναν έλληνα ναυτικό κι ένα δεκάχρονο κορίτσι από το Χονγκ Κονγκ (που εδώ αναπαράγεται στο επίπεδο της σχέσης λογοτεχνίας-κινηματογράφου): ένα δραματικό φιλμ γαλλοβελγικής παραγωγής, από την Βελγίδα δημιουργό MARION HÄNSEL, που προτάθηκε για Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών του 1995. Στους βασικούς ρόλους είναι ο Stephen Rea (Νίκος) και η Ling Chu (Λι).



*

Σ Α Λ Ο Ν Ι Κ Η

 
Στο αντίτυπο της περίφημης πρώτης έκδοσης της ποιητικής συλλογής Πούσι που βρίσκεται στη Βιβλιοθήκη Στρατή Τσίρκα, στο ΕΚΕΒΙ, βρέθηκε ανάμεσα στις σελίδες διπλωμένο ένα δίφυλλο με χειρόγραφο το ποίημα Θεσσαλονίκη, το οποίο ο Καββαδίας φαίνεται ότι είχε στείλει το 1946, ένα χρόνο δηλαδή πριν κυκλοφορήσει το βιβλίο, στη σύζυγο του Τσίρκα Αντιγόνη Χατζηανδρέα (Για την κυρία Αντιγόνη Τσίρκα, διαβάζουμε κάτω από τον τίτλο). Το χειρόγραφο διασώζει μια προηγούμενη, από τη γνωστή μας, γραφή του ποιήματος, ασφαλώς λιγότερο δουλεμένη από την τελική.

Αύγουστος 1934, S/S IONION Ν. Καββαδίας. Ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία του Μαραμπού. Έχει ήδη κλέισει τα 24 χρόνια του.

*

Ο Μήτσος  Κασόλας για τον Καββαδία
Και ο ποιητής απαγγέλλει το ποίημά του
ΓΥΝΑΙΚΑ



*

Γ Υ Ν Α Ι Κ Α

                                              Στον Αντώνη Μωραΐτη

ΧΟΡΕΨΕ πάνω στο φτερό του καρχαρία.
Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα.
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία.
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.

Από παιδί βιαζόμουνα, μα τώρα πάω καλιά μου.
Μια τσιμινιέρα με όρισε στον κόσμο και σφυρίζει.
Το χέρι σου, που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου,
για μια στιγμή αν με λύγισε, σήμερα δε με ορίζει.

Το μετζαρόλι ράγισε και το τεσσαροχάλι.
Την τάβλα πάρε, τζόβενο, να ξαναπάμε αρόδο.
Ποιος σκύλας γιος μας μούντζωσε κι έχουμε τέτοιο χάλι,
που γέροι και μικρά παιδιά μας πήραν στο κορόιδο;

Βαμμένη. Να σε φέγγει κόκκινο φανάρι.
Γιομάτη φύκια και ροδάνθη, αμφίβια Μοίρα.
Καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι,
πρώτη φορά, σε μια σπηλιά, στην Αλταμίρα.

Σαλτάρει ο γλάρος το δελφίνι να στραβώσει.
Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ που μ’ είδες.
Στην άμμο πάνω σ’ είχα ανάστροφα ζαβώσει
τη νύχτα που θεμέλιωναν τις Πυραμίδες.

Το τείχος περπατήσαμε μαζί το Σινικό.
Κοντά σου ναύτες απ’ την Ουρ πρωτόσκαρο εβιδώναν.
Ανάμεσα σε ολόγυμνα σπαθιά στο Γρανικό
έχυνες λάδι στις βαθιές πληγές του Μακεδόνα.

Πράσινο. Αφρός, θαλασσινό βαθύ και βυσσινί.
Γυμνή. Μονάχα ένα χρυσό στη μέση σου ζωστήρι.
Τα μάτια σου τα χώριζαν εφτά Ισημερινοί
μες στου Giorgione το αργαστήρι.

Πέτρα θα του ’ριξα και δε με θέλει το ποτάμι.
Τι σου ’φταιξα και με ξυπνάς προτού να φέξει.
Στερνή νυχτιά του λιμανιού δεν πάει χαράμι.
Αμαρτωλός που δε χαρεί και που δε φταίξει.

Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο.
Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Εδώ κοντά σου, χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα.

Ινδικός Ωκεανός 1951


ΝΙΚΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ
ΤΡΑΒΕΡΣΟ
ΚΕΔΡΟΣ 1977 (σελ.15-16)
Η συλλογή είναι αφιερωμένη Στο Φίλιππο Χατζόπουλο) 

Το ναυτικό του φυλλάδιο

*

Σημείωση
Το σχέδιο του Κόλλια, από τα πρώτα της Μποτίλιας (13ο), καμωμένο με αφορμή το ευφάνταστο Οι τόποι και οι στίχοι του Νίκου Καββαδία στους χάρτες της Google, εμφιαλώθηκε Στους παραλλήλους του Κόλια. Σήμερα (11/1/2015), αντικαταστάθηκε απο την... ψυχρή εικόνα του ποιητή, μετακομίζοντας μόνιμα πλέον στο παρόν αφιέρωμα.
Επισκεφτείτε τους Παραλλήλους, αν δεν το έχετε κάνει ήδη, για να δείτε τη γεωγραφία του Μαραμπού.
Αξίζει τον κόπο.

Επιμέλεια αφιερώματος: Μπ. Ζ.
*


* * *

 Χ ρ ο ν ο λ ό γ ι ο



1910
Γεννιέται στις 11 Ιανουαρίου στο παραποτάμιο Νικόλσκι Ουσουρίσκι, μια μικρή επαρχιακή πόλη του Χαρμπίν της Μαντζουρίας, ο Νίκος (Κόλιας) Καββαδίας, δευτερότοκος γιος του μεγαλέμπορου Χαρίλαου Καββαδία και της Δωροθέας το γένος Αγγελάτου που κατάγονταν από την Κεφαλονιά. Είχε μια μεγαλύτερη αδελφή (Ευγενία-Τζένια) και δυο μικρότερους αδερφούς (Δημήτρη-Μίκια και Αργύρη). Ο πατέρας του διατηρούσε γραφείο επιχείρηση εισαγωγών-εξαγωγών, με κύριο πελάτη τον τσαρικό στρατό.

1914
Εξαιτίας της επανάστασης στο Σετσουάν, η οικογένεια Καββαδία εγκαταλείπει την χώρα και με τον υπερσιβηρικό φτάνει μέσω Τουρκίας στην Ελλάδα για να εγκατασταθεί στο Αργοστόλι. Περνώντας από την Αθήνα θα καταλύσουν στο ξενοδοχείο «Διάνα» και τα δύο μεγαλύτερα παιδιά θα παρακολουθήσουν για πρώτη φορά θέατρο, τα Παναθήναια με την Μαρίκα Κοτοπούλη. Στο Αργοστόλι θα γραφτούν στο νηπιαγωγείο της σχολής Ελένης Μαζαράκη «Παρθεναγωγείον αι Μούσαι».
Ο πατέρας επιστρέφει στη Ρωσία, τα ίχνη του χάνονται λόγω της Οκτωβριανής Επανάστασης, φυλακίζεται αλλά τελικά διαφεύγει ακολουθώντας τα υπολείμματα του αντιμπολσεβίκου στρατηγού Βράνκελ. Θα επιστρέψει στην Ελλάδα τον Νοέμβριο του 1920 οικονομικά κατεστραμμένος και ψυχικά απροσάρμοστος. Αργότερα θα ανοίξει συνεταιρικά ένα μικρό εμπορικό κατάστημα στο Πασαλιμάνι, όπου συγκεντρώνονταν ρώσοι εμιγκρέδες: «Ο πατέρας μου... ο λαθρέμπορος του Λάο Γιαν, ο χαρτοπαίχτης του Τιεν Τσιν, ο μπακάλης του Πασαλιμανιού στα στερνά του, ο πιο ανελέητος άνθρωπος που γνώρισα...», θα γράψει στη Βάρδια.

1921
Η οικογένεια Καββαδία μετακομίζει τον Μάρτιο στον Πειραιά, αρχικά στην οδό Φραγκιαδών (Φρεαττύδα) κι έπειτα στην οδό Βούλγαρη 118 (Πασαλιμάνι), όπου ο Νίκος θα τελειώσει το δημοτικό στη σχολή
Saint Paul με συμμαθητές τον Γιάννη Τσαρούχη και τον π. Γιώργη Πηρουνάκη, και το Γυμνάσιο στο Παρθεναγωγείο των αδελφών Μπάρδη. Στο γυμνάσιο συμμαθητής του ήταν και ο γιος του Παύλου Νιρβάνα, Κώστας Αποστολίδης, ο οποίος θα τον φέρει σε επαφή με τον πατέρα του που θα του συμπεριφερθεί σαν ισότιμος φίλος και θα τον ενθαρρύνει στα πρώτα του βήματα. Κατ’ αναλογία προς το ψευδώνυμο του Νιρβάνα θα υιοθετήσει αργότερα και ο ίδιος το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλχάλλας. Στα μαθητικά του χρόνια ασκείται στην πυγμαχία στο παλιό Γυμναστήριο του Πειραιά, που βρισκόταν απέναντι απ’ το μπακάλικο του πατέρα του, με τον πρωταθλητή Νίκο Μενεξή.

1922
Εκδίδει το μαθητικό τετρασέλιδο φυλλάδιο Σχολικός Σάτυρος (τρία τεύχη), με έμμετρα κείμενα γραμμένα από τον ίδιο. Συνεργάζεται με τη Διάπλαση των παίδων χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο «Ο μικρός ποιητής».

1927
Δημοσιεύει τους πρώτους στίχους του στο περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας με το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλχάλλας, ψευδώνυμο που θα κρατήσει ώς το 1930.

1928
Τελειώνει το γυμνάσιο και δίνει εξετάσεις για την Ιατρική Σχολή. Την ίδια χρονιά, όμως, ο πατέρας του αρρωσταίνει βαριά, γεγονός που τον υποχρεώνει ν’ αναλάβει τις οικονομικές ευθύνες της οικογένειας. Θα εργαστεί στο ναυτικό γραφείο Ζωγράφου που πρακτόρευε και τα βαπόρια των θείων του Γιαννουλάτων, αδελφών της μητέρας του, συνεχίζοντας, παράλληλα με τις «αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία», τη συνεργασία του με λογοτεχνικά περιοδικά. Γνωρίζεται με τους πνευματικούς ανθρώπους του Πειραιά και δημοσιεύει συνεργασίες στο περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας, στον Διανοούμενο, στον Ρυθμό και στην εφημερίδα Πειραϊκό Βήμα.

1929
Τον Οκτώβριο πεθαίνει ο πατέρας του. Μπαρκάρει ναύτης στο φορτηγό πλοίο «Άγιος Νικόλαος»: «Δεν ξεκίνησα για τίποτα. Μονάχα για να ταξιδεύω. Εκείνοι που μαζί πρωτομπαρκάραμε, σε τέσσερα χρόνια πήρανε το χαρτί τους, εσύ το ίδιο. Εμένα μ’ άρεσε η πλώρη. Η ξενοιασιά. Πιάσανε πολλοί πατριώτες μας καπετάνιοι να με συμβουλέψουνε. Άλλοι με κοροϊδεύανε και με δαχτυλοδείχνανε. Με πήρε το φιλότιμο. Ετοιμάστηκα να πάρω του τρίτου. Τότε συνάντησα έναν εφοπλιστή, ξάδελφο της μάνας μου. Ο μόνος άνθρωπος που με καταλάβαινε και με συγχωρούσε. Μου ʼδινε πάντα δουλειά, χωρίς να με ρωτάει γιατί ταξιδεύω. Του τα ʼπα. Να γίνεις μαρκονιστής, μου ʼπε. Απο να σπάσουμε μια πλώρη, καλύτερα να τσακίσουμε έναν ασύρματο. Έπινα... καταλαβαίνεις...» (Βάρδια).
 

1930
Απ’ τη χρονιά αυτή ξεκινάει μια περίοδος διαρκών ταξιδιών ώς το 1936. Ο κόσμος της θάλασσας γίνεται η κύρια πηγή έμπνευσής του. Ταξιδεύει με το ατμόπλοιο «Πολικός» και στη συνέχεια με τα φορτηγά «Νίκη» (1931), «Ιόνιον» (1934), «Αντζουλέτα» (1934) και «Χαράλαμπος» (1936).

1932
Δημοσιεύεται το πρώτο πεζογράφημά του, «Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη» στο Πειραϊκόν Βήμα (φύλλα 1 και 2, στις 31 Ιανουαρίου και 7 Φεβρουαρίου αντίστοιχα), κείμενο τεχνικά άρτιο, στο οποίο εντοπίζονται πολλά βασικά θέματα της κατοπινής μυθολογίας του Καββαδία.

1933
Η οικογένεια Καββαδία εγκαθίσταται στην Αθήνα, σε μια διώροφη κατοικία στην οδό Κιμώλου 18 (Κυψέλη). Εκδίδεται σε 245 αντίτυπα από τις εκδόσεις «Κύκλος» η ποιητική συλλογή
Μαραμπού, με εισαγωγικό σημείωμα του ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ. Η θετική παρουσίασή της στην πρώτη σελίδα της Πρωίας (15/12/1933) από τον δύσκολο στους επαίνους Φώτο Πολίτη θα κάνει ιδιαίτερη εντύπωση: «Ο νέος αυτός ποιητής έχει πραγματικήν ανθρωπιά μέσα του. Και ξέρει να μεταδίδει και σ’ εμάς τις συγκινήσεις του. Μπορεί να εξελιχτεί ποιητικά, μπορεί να δώσει κι άλλη τροπή στο πνεύμα του. Αυτά δεν έχουν σημασία. Σημασία έχει η παρατήρησή του, η λαχτάρα του για γνώση και ευρύτερη ζωή. Τέτοιοι νέοι είναι τα πρώτα θεμέλια ενός πολιτισμού μελλοντικού, που θ’ ανανεώσει τις ηθικές ανθρώπινες αξίες», θα γράψει μεταξύ άλλων. Η κριτική (Ν. Καλαμάρης, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, Άλκης Θρύλος, Κλ. Παράσχος, Γ. Κοτζιούλας, κ.ά.) θα επισημάνει το νεαρό της ηλικίας του ποιητή, την ιδιότυπη θεματική του και τον αγνό ανθρωπισμό που κρύβει κάτω από μια φαινομενική κυνικότητα. Χαρακτηριστική η αποστροφή του Ν. Καλαμάρη: «Τα ποιήματα της συλλογής Μαραμπού είναι τα μόνα φετινά ποιήματα που παρουσιάζουν ενδιαφέρον. Δεν τα θεωρώ τέλεια ποιήματα, κάθε άλλο, πρέπει όμως να έχουμε υπ’ όψη μας πως αυτός που τα ʼγραψε είναι μόλις είκοσι χρονών» (Νέοι Πρωτοπόροι, τχ. 8-9/1933, σ. 279).

1938
Ως προστάτης οικογένειας, δεν υπηρετεί κανονική στρατιωτική θητεία αλλά καλείται για στρατιωτική εκπαίδευση δύο μηνών στην Ξάνθη.

1939
Καταλαβαίνοντας ότι λόγω των συνεχών περιπλανήσεών του δεν μπορεί να πραγματοποιήσει το αρχικό του όνειρο να γίνει πλοίαρχος, επιλέγει τη συντομότερη λύση: παίρνει δίπλωμα ραδιοτηλεγραφητή Β΄τάξεως, ειδικότητα με την οποία θα ναυτολογείται σε όλα του τα ταξίδια μετά το 1945. Η οικογένειά του μετακομίζει στην οδό Αγίου Μελετίου 10, όπου θα συγκατοικήσουν όλοι για 23 χρόνια.

1940-1945
Στρατεύεται και πολεμάει στην Αλβανία, όπου υπηρετεί αρχικά ως ημιονηγός τραυματιοφορέας και αργότερα, λόγω της ειδικότητάς που είχε ως ασυρματιστής, χρησιμοποιείται στο σταθμό υποκλοπής της ΙΙΙ Μεραρχίας. Συνεργάζεται με το περιοδικό Η λόγχη που κυκλοφορούσαν οι συμπολεμιστές του στο χωριό Κούδεσι. Οι πολεμικές του εμπειρίες θα μεταφερθούν στα μικρά αφηγήματα «Στο άλογό μου» (1941) και «Του πολέμου» (1969). Μετά την κατάρρευση του μετώπου θα επιστρέψει, όπως και όλοι οι συμπολεμιστές του, πεζός στην Αθήνα. Στη διάρκεια της Κατοχής μένει ξέμπαρκος και συμμετέχει στην Εθνική Αντίσταση ως μέλος του ΕΑΜ ναυτικών στην αρχή κι έπειτα του ΕΑΜ λογοτεχνών. Κατά την περίοδο 1945-46 είναι επικεφαλής του ΕΑΜ Λογοτεχνών-Ποιητών, θέση
  για την οποία τον πρότεινε ο έως τότε Γραμματέας της Εταιρείας Λογοτεχνών Θέμος Κορνάρος, ο οποίος είχε φυλακιστεί για το βιβλίο του «Αγύρτες και Κλέφτες στην Εξουσία». Σε αυτή τη θέση, τον Νίκο Καββαδία διαδέχθηκε ο ποιητής Νικηφόρος Βρεττάκος, καθώς ο Καββαδίας μπάρκαρε με το πλοίο «Κορινθία» στις 6 Οκτωβρίου 1945.
Μεταφράζει μαζί με τον Βασ. Νικολόπουλο τρία μονόπρακτα του Ευγένιου Ο’ Νηλ, με ήρωες ναυτικούς και ανθρώπους του λιμανιού (Γιουτζίν Ο' Νηλ, Το ταξίδι του γυρισμού κι άλλα μονόπραχτα, εκδ. Καραβία, Αθήνα, χ.χ. ‒ εκδόθηκε το 1944). Αυτή την περίοδο θα δημοσιεύσει και τρία πολιτικά ποιήματα που δεν θα ενταχθούν στις μετέπειτα ποιητικές του συλλογές. Πρόκειται για τα ακόλουθα: «Αθήνα 1943» (Πρωτοπόροι, Δεκέμβριος 1943, με το ψευδώνυμο Α. Ταπεινός), «Στον τάφο του Επονίτη» (Νέα Γενιά, τχ. 51/1945, σ. 2) και «Αντίσταση» (Ελεύθερα Γράμματα, τχ. 14/1945). Στον τόμο Το θαύμα της Αλβανίας απ’ τη σκοπιά της ΙΙΙ Μεραρχίας του Ξένου Ξενίτα δημοσιεύεται και το αφήγημα Στο άλογό μου (Αθήνα 1945, σσ. 136-137).

1947

Κυκλοφορεί το
Πούσι και σε δεύτερη έκδοση το Μαραμπού εμπλουτισμένο με τρία ακόμη ποιήματα («Καφάρ», «Coaliers», «Μαύρη λίστα»), και τα δύο από τις εκδόσεις του στενού του φίλου Α. Καραβία. Το Πούσι κοσμείται από ξυλογραφίες επτά χαρακτών, φίλων του ποιητή ( Γ. Βακαλό, Γ. Βελισσαρίδη, Δ. Γιαννουκάκη, Γ. Μόραλη, Γ. Μόσχου, Α. Τάσου, Α. Κορογιαννάκη). Ο Αιμ. Χουρμούζιος, αν και κατά τ’ άλλα θετικός, θα τον κατηγορήσει από τις σελίδες της Νέας Εστίας (τ. 483/1947, σσ. 1018-1019) για «έλλειψη ήθους» γιατί στα ποιήματά του, αν και πολλά από αυτά γράφτηκαν κατά τη διάρκεια της Κατοχής, δεν υπάρχει «μια νύξη, κάποια θύμηση της τραγωδίας της φυλής του, πουθενά... Ή μάλλον δυο στίχοι υπομνηστικοί των εκτελέσεων στην Καισαριανή και της τραγωδίας του Διστόμου, μα κι αυτοί για χάρη του Γκαρθία Λόρκα...». Με την εξαίρεση του «Federico García Lorca», ο Καββαδίας δεν είχε συμπεριλάβει τα προαναφερθέντα πολιτικά ποιήματα της εποχής στη συλλογή, τα οποία φαίνεται μ’ αυτόν τον τρόπο να αποκηρύσσει, όχι για το ιδεολογικό τους περιεχόμενο αλλά για την ποιητική τους αξία.

1949
Υπεύθυνος ασυρματιστής στο επιβατικό «Κυρήνεια», το οποίο αναφέρεται και στο ποίημά του «Οι εφτά νάνοι στο
s/s Cyrenia».

1953
Δίπλωμα Ασυρματιστή Α΄. Ταξιδεύει με τα ατμόπλοια «Ιωνία», «Κορινθία» (Απρίλιος-Αύγουστος), με το φορτηγό «Πρωτεύς» (Σεπτέμβριος-Νοέμβριος) και πάλι με το ατμόπλοιο «Κορινθία» (Δεκέμβριος).

1954
Κυκλοφορεί το πεζό
Βάρδια (εκδ. Α. Καραβία), σημαντικό ερμηνευτικό κλειδί για την κατανόηση της ποίησής του. «Ο καθοριστικός και καθοδηγητικός ρόλος της μνήμης, οι αντιθέσεις ανάμεσα στη ζωή και το όνειρο, τη φαντασίωση και την πραγματικότητα, η πολλαπλότητα των προσώπων –περισσότερο σκίτσων παρά χαρακτήρων– η αναγνώριση του έρωτα και του θανάτου ως κυρίαρχων θεμάτων στη Βάρδια, η ιδιόμορφη κι ελεύθερη γλώσσα των ναυτικών, ο έκδηλος και ειλικρινής ανθρωπισμός του, η ασθματική καταγραφή των εντυπώσεων ή αλλιώς η παραληρηματική γραφή, είναι ζητήματα που με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο επανέρχονται στα κριτικά κείμενα που υποδέχτηκαν τη Βάρδια», παρατηρεί η Μαίρη Μικέ.  

1957
Στο Κόμπε της Ιαπωνίας αυτοκτονεί μέσα στην καμπίνα του ο μικρότερος αδελφός του, πρώτος πλοίαρχος σε φορτηγά πλοία, γεγονός που συγκλονίζει τον ποιητή, βυθίζοντάς τον στη σιωπή. Θα ξαναγράψει ποίημα μόλις το 1967 (το αυτοβιογραφικό «Κοσμά του Ινδικοπλεύστη»).

1961
Με τη μεσολάβηση του Χουρμούζιου, κυκλοφορούν οι συλλογές Μαραμπού και Πούσι σε
κοινή έκδοση από τον «Γαλαξία» της Ελένης Βλάχου.

1964
Μετακομίζει με τη μητέρα του και την αδελφή του στην οδό Γέλωνος 4, στους Αμπελοκήπους.

1965
Τον Μάιο πεθαίνει η μητέρα του. Ο ποιητής και η αδελφή του μετακομίζουν στην οδό Δεινοκράτους 5 (Κολωνάκι), στην ίδια πολυκατοικία που έμενε η αγαπημένη ανιψιά του Έλγκα. Στον γιο της Φίλιππο, που θα γεννηθεί την επόμενη χρονιά, θα αφιερώσει «Τα παραμύθια του Φίλιππου» της συλλογής Τραβέρσο.
 

1968
Επισκέπτεται με την αδελφή του την Κεφαλονιά μετά από τριάντα πέντε χρόνια απουσίας. Εκεί γράφει και το πεζό Λι (Χριστούγεννα). Θα ξαναεπισκεφτεί το νησί ακόμα δύο φορές, το 1970 και το 1972.

1969
Στις 3 Ιανουαρίου γράφει το μικρό πεζό Του πολέμου. Κυκλοφορεί η Βάρδια στα
γαλλικά (N. Kavvadias, En bourlinguant, trad. Michel Saunier, ed. Stock, Paris 1969).  

1973
Τα βιβλία του
Μαραμπού και Πούσι επανεκδίδονται από τον Κέδρο. Τον Νοέμβριο προσκαλείται από τον καθηγητή Κ. Μητσάκη για να παραστεί σε εκδήλωση προς τιμήν του στο Λογοτεχνικό Εργαστήρι του Σπουδαστηρίου της Νέας Ελληνικής Φιλολογίας του Α.Π.Θ.

1974
Τον Δεκέμβριο υπογράφει την αντιμοναρχική διακήρυξη ενόψει του σχετικού δημοψηφίσματος (8 Δεκεμβρίου). Η υγεία του έχει κλονιστεί και προαισθάνεται το τέλος του.

1975
Την Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου πεθαίνει στην αθηναϊκή κλινική «Άγιοι Απόστολοι» από εγκεφαλικό επεισόδιο. Δεν θα προλάβει να δει τυπωμένη την ποιητική συλλογή
Τραβέρσο που ετοίμαζε. Θα κυκλοφορήσει δύο μήνες μετά τον θάνατό του, με προμετωπίδα του Γιάννη Μόραλη (εκδ. Κέδρος). Στο σημειωματάριό του βρέθηκαν τρεις στίχοι που ήθελε να τους προτάξει στο «Τραβέρσο», κάτι που τελικά δεν έγινε...

«Μα ο ήλιος αβασίλεψε κι ο αητός απεκοιμήθη
και το βοριά το δροσερό τον πήραν τα καράβια.
Κι έτσι του δόθηκε καιρός του Χάρου και σε πήρε».

«Έζησα, φίλος του κι εγώ», θα γράψει ο Κόρφης για το Τραβέρσο, «την ιστορία των τελευταίων αυτών ποιημάτων του και ξέρω με τι ένταση γραφήκανε. Αυτός που χρόνια είχε κόψει το σπίρτο και τον καπνό και μπορούσε να περάσει χρόνο ολόκληρο χωρίς να συνθέσει ένα ποίημα, που κι όταν έγραφε τυραννικά τον βασάνιζε η αμφιβολία, μέσα σε λίγα χρόνια συμπλήρωσε τη συλλογή του και την έδωσε στον εκδότη. Ποιήματα καυτά, άμεσα, πάνω στ’ αχνάρια βέβαια του Πούσι, αλλά τόσο διαφορετικά. Ο στίχος κερδίζει σε σκληρότητα, σε δύναμη. Τα περιγραφικά, τα διακοσμητικά στοιχεία λιγοστεύουν».

Την ίδια χρονιά το περιοδικό Αντί αφιερώνει σελίδες στο έργο του (τχ. 18, 3/5/1975, σσ. 49-51). Στην κυριακάτικη Αυγή της 26ης Οκτωβρίου 1975 δημοσιεύεται το αφήγημα Του Πολέμου.

1976
Επανεκδίδεται η Βάρδια από τον Κέδρο.

1977
Κυκλοφορεί δίσκος της Μαρίζας Κωχ με τίτλο το όνομά της, με οχτώ μελοποιημένα ποιήματα του Καββαδία. Με αφορμή τη σειρά της ΕΡΤ «Πορεία 090»
 για τη ζωή των ναυτικών σ’ ένα καράβι που πήγαινε προς Ινδίες και Κίνα, ο Θάνος Μικρούτσικος ετοιμάζει έναν κύκλο τραγουδιών που θα κυκλοφορήσει την επόμενη χρονιά με τίτλο Ο Σταυρός του Νότου (ερμηνευτές: Γιάννης Κούτρας, Αιμιλία Σαρρή, Βασίλης Παπακωνσταντίνου) και θα σημειώσει τεράστια επιτυχία. Το Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας απονέμει για πρώτη φορά τα βραβεία «Ν. Καββαδία» στη μνήμη του.

1978
Αφιέρωμα στον ποιητή από το περιοδικό Τομές, τχ. 32. Κυκλοφορεί το βιβλίο του Τάσου Κόρφη
Νίκος Καββαδίας. Συμβολή στη μελέτη της ζωής και του έργου του (εκδ. Κέδρος).

1981
Αφιέρωμα στη διμηνιαία ναυτική επιθεώρηση Κανάλι 14 (τομ. 1, τχ. 2).

1982
Κυκλοφορεί σε επιμέλεια Άντειας Φραντζή το βιβλίο Επτά κείμενα για τον Ν. Καββαδία (εκδ. Πολύτυπο), με κείμενα των Αλέξανδρου Αργυρίου, Γιώργου Ιωάννου, Στρατή Τσίρκα και Ντίνου Χριστιανόπουλου, στην πλειοψηφία τους δημοσιευμένα προηγουμένως στο περιοδικό Αντί. Αφιέρωμα στην Καινούρια Εποχή, τχ. 23-24-25 (Άνοιξη - Καλοκαίρι - Φθινόπωρο 1982). Ο Σταύρος Τορνές σκηνοθετεί ταινία για τον ποιητή που προβάλλεται από την εκπομπή της ΕΡΤ «Παρασκήνιο».

1983
Αφιέρωμα στο έργο του ποιητή από το περιοδικό
Η Λέξη τχ. 27 (Σεπτέμβριος 1983).
Κυκλοφορεί η Βιβλιογραφία (1928-1982) Καββαδία από τον Κυριάκο Ντελόπουλο (εκδ. Ε.Λ.Ι.Α.).

1986
Κυκλοφορεί ο δίσκος
S/S «IONION» 1934 των Ηλία Αριώτη και Νότη Χασάπη (υπογράφουν ως «Οι Ξέμπαρκοι») με έντεκα μελοποιημένα ποιήματα του Καββαδία.

1987
Κυκλοφορούν σε ένα βιβλίο τα μικρά αφηγήματα
Λι και Του πολέμου/Στο άλογό μου από τις εκδόσεις «Άγρα» που αναλαμβάνουν πλέον την επανέκδοση όλου του έργου του.

1988
Κυκλοφορεί το Μαραμπού στα
ολλανδικά, σε μετάφραση Hero Hokweda (εκδ. Het Griekse Eiland).  

1990
Επανεκδίδεται η γαλλική μετάφραση της Βάρδιας
 με νέο τίτλο (Le quart) και περιλαμβάνεται στα 100 καλύτερα βιβλία της χρονιάς, σύμφωνα με τον κατάλογο που παρουσιάζει η Libération. O A. de Gaudemar, παρουσιάζοντας το βιβλίο, θα χαρακτηρίσει την γραφή του Καββαδία ως «ένα μείγμα μεταξύ Κόνραντ, Μπρεχτ, Σαντράρ, Ζενέ και Ντυράς». Την ίδια χρονιά κυκλοφορούν στα γαλλικά, σε έναν τόμο, τα αφηγήματα ΛιΤου πολέμουΣτο άλογό μου, σε μετάφραση της Michelle Barbe (εκδ. Climats).     

1991
Κυκλοφορεί ο δίσκος του Θάνου Μικρούτσικου Γραμμές των Οριζόντων με όλα τα τραγούδια από τον Σταυρό του Νότου σε νέες εκτελέσεις και με την προσθήκη έξι ακόμα μελοποιημένων ποιημάτων (ερμηνευτές: Γιώργος Νταλάρας, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας, Θάνος Μικρούτσικος).
Η
Michelle Barbe εκπονεί διδακτορική διατριβή στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης (Paris IV) για το έργο του (Nikos Kavvadias, poète de la separation).

1992
Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Άγρα» το βιβλίο του Γ. Τράπαλη Γλωσσάρι στο έργο του Ν. Καββαδία.

1993
Κυκλοφορεί η Βάρδια στα
ολλανδικά, σε μετάφραση Hero Hokwerda (εκδ. Meulenhoff)..

1994
Βιογραφική ταινία για τον ποιητή από τον γάλλο
Olivier Guitton. Η Βάρδια κυκλοφορεί στα ισπανικά, σε μετάφραση της Natividad Gálvez (Ediciones del Oriente y del Mediterráneo).

1995
Χρυσόσκονη στα γένια του Μαγγελάνου. Εισαγωγή και ανθολόγηση: Δημήτρης Καλοκύρης. Αθήνα, Ερμής, 


1995
Το Λι γίνεται ταινία με τον τίτλο «
Between the Devil and the Deep Blue Sea» από την Βελγίδα Marion Hansen, σε μουσική Wim Mertens. Παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ των Καννών.

1997
Αφιέρωμα στο περ. Νέο Επίπεδο (τχ. 27).
Κυκλοφορεί επιλογή από το έργο του στα
σερβικά, σε μετάφραση Zoran Mutić.

1998
Αφιέρωμα στο περιοδικό
Νέα Εστία (τχ. 1702).
Κυκλοφορεί επιλογή ποιημάτων του στα αγγλικά, σε μετάφραση
Simon Darragh (Wireless operator, London Magazine).

1999
Αφιέρωμα στις
Επτά ημέρες της Καθημερινής (28/2), σε επιμέλεια Κωστή Γιούργου και στο περιοδικό Ίβυκος, τ. 3 (21).

2001
Κυκλοφορεί η Βάρδια στα γερμανικά, σε μετάφραση της
Maria Petersen (εκδ. Alexander Fest Verlag).

2002
Για τη σειρά της ΕΡΤ «Εποχές και κείμενα» ετοιμάζεται
ντοκιμαντέρ για τον Νίκο Καββαδία, σε σκηνοθεσία Τάσου Ψαρρά. «Ο ποιητής Νίκος Καββαδίας», τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ του Ηλία Γιαννακάκη για τη σειρά της ΕΤ 1 «Παρασκήνιο».

2003
Αφιέρωμα του περ. Διαβάζω (τχ. 437) στο έργο του.
Κυκλοφορεί η Βάρδια στα αγγλικά, σε μετάφραση
Simon Darragh (First dog, Shoestring Press).  

2005
Κυκλοφορεί σε επιμέλεια
Guy (Michel) Saunier το βιβλίο Νίκος Καββαδίας, Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη. Αθησαύριστα πεζογραφήματα και ποιήματα (εκδ. Άγρα).
Κυκλοφορεί το λεύκωμα του Γιώργου Κόρδη Λένε για μένα οι ναυτικοί... Εικαστικές αναφορές στην ποίηση του Νίκου Καββαδία (εκδ. Αρμός).

2006
Κυκλοφορούν στις Ηνωμένες Πολιτείες, σε δίγλωσση έκδοση (ελληνικά αγγλικά), τα ποιήματά του, σε μετάφραση
Gail Holst-Warhaft. Η Βάρδια κυκλοφορεί στην Εσθονία, σε μετάφραση Kalle Kasemaa.  

2007
Επιλογή ποιημάτων του κυκλοφορεί στα ισπανικά, σε δίγλωσση έκδοση, και μετάφραση του
Alfonso Lozano. 

2010
Κυκλοφορεί αφιέρωμα της
Λέξης (τχ. 202/2009). Συνοδεύεται από cd, στο οποίο ο Θάνος Μικρούτσικος διαβάζει 20 ποιήματα του Καββαδία.

Πηγές:
-Αρχείο συγγραφέων Ε.ΚΕ.ΒΙ
- Τάσος Κόρφης, «Βιοχρονολόγιο Νίκου Καββαδία», Νέα Εστία τ. 1702/1998, σσ. 738-740.
- Φίλιππος Φιλίππου, «Νίκος Καββαδίας. «Ταξίδεψε όλη τη ζωή – ως το θάνατο...», Η Καθημερινή/Επτά ημέρες, Κυριακή 28 Φεβρ. 1999, σσ. 2-5.


Χρήσιμοι σύνδεσμοι: os3.gr



*
Οι φωτογραφίες των βιβλίων, όπως και η προμετωπίδα του Μόραλη,
προέρχονται από το προσωπικό αρχείο του Μπ.Ζ.


Μπάμπης Ζαφειράτος - Μποτίλια Στον Άνεμο
και
Όλα τα Πρόσωπα της Μποτίλιας


* * *

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.