Κώστας Γουλιάμος
In memoriam Μαρίας Κυρτζάκη (1948 - 21 Ιαν. 2016)
Το σύγχρονο ποιητικό τοπίο χαρακτηρίζεται από έντονη συγγραφική και εκδοτική δραστηριότητα, η οποία, ωστόσο, δεν συνιστά πάντοτε ένδειξη αντίστοιχης εμβάθυνσης στην ποιητική τέχνη, ούτε μαρτυρεί την ύπαρξη εκείνης της διανοητικής και αισθητικής συγκρότησης που ο Ελύτης προσδιόρισε ως «ποιητική νοημοσύνη».
Πλήθος ανθρώπων γράφουν και εκδίδουν χωρίς καλλιέργεια αισθήσεων, χωρίς βαθιά αίσθηση της γλώσσας και, κυρίως, χωρίς συνείδηση της ιστορικής διαδρομής, των αισθητικών κατακτήσεων και των μεγάλων διανοητικών και υφολογικών αναμετρήσεων της Ποίησης.
Εκείνο, όμως, που καθιστά το φαινόμενο ακόμη πιο προβληματικό είναι ότι σε αρκετές περιπτώσεις η ίδια η γραφή τους προδίδει μια σχεδόν αδιανόητη άγνοια της ποιητικής παράδοσης και των μεγάλων κατακτήσεών της.
Σαν να μην προηγήθηκαν ποιητές, ρεύματα, αισθητικές ανατροπές και γλωσσικές κατακτήσεις, με τις οποίες κάθε ποιητική φωνή οφείλει - έστω και σιωπηρά- να αναμετρηθεί. Η άγνοια δεν αποτελεί πρωτοτυπία.
Το ουσιώδες ζήτημα είναι ότι η ευκολία της γραφής και, συναλόλουθα, η δυνατότητα της έκδοσης και οι συναφείς προς τις εκδόσεις μηχανισμοί αγοραλογίας και δημοσίων σχέσεων, έχουν εκτοπίσει την ουσιαστική διανοητική κι αισθητική διεργασία που καθιστά τον λόγο ποιητικό.
Και ίσως εδώ εντοπίζεται η παθογένεια: στην προθυμία να ανακηρύσσεται κανείς ποιητής, χωρίς να έχει προηγηθεί η αναγκαία πνευματική μαθητεία στην ίδια την Ποίηση. Γιατί η ποιητική ιδιότητα δεν κατοχυρώνεται με την απλή άσκηση της γραφής ούτε πιστοποιείται ως απότοκο της εκδοτικής παρουσίας.
Απεναντίας, θεμελιώνεται στην ιστορική, κοινωνική κι`αισθητική συνείδηση που καθορίζει την ποιότητα της ποιητικής δημιουργίας.
Με αυτή τη σκέψη παραθέτω πιο κάτω ποίημα της Μαρίας #Κυρτζάκη που σημάδεψε με το έργο της την μεταπολιτευτική ποιητική περίοδο. Ο Μάνος #Χατζιδάκις μου σύστησε την Μαρία κάποια φθινοπωρινή μέρα του `80 στο Τρίτο Πρόγραμμα.
Σχιστή ὁδός (1992)
Καί δέν ἐπέθανες, βεβαίωσε ἡ φωνή
(Ὑπόγειο καλώδιο ἀναγκάζει
τίς συσκευές τοῦ κόσμου νά μιλοῦν)
Ὄχι δέν πέθανα καί ζῶ καί σοῦ μιλῶ
Πουλάκι εἶναι καί λαλεῖ πουλάκι εἶναι κι ἄς λέει
Ἔρχεται πέρασμα στενό ἔρχονται ἀγάπης λόγια
σχιστή τήν γλώσσα διασχίζει ἡ ὁδός
Φάνηκε φόνος.
Γιά θάνατο δέν ξέρει ὁ σκοτωμένος
Μόνο βυθίζεται λές χάνεται Σάν μυστικό
πέτρας παλιᾶς πού σήκωσε πατημασιά ἤ ἀεράκι
που πέρασε ἀπό ὄαση καί τώρα στροβιλίζεται
τά ἴχνη ἀφανίζοντας σέ ἔρημο
ἄνεμος κυκλικός
Γιά θάνατο δέν ξέρει ὁ σκοτωμένος.
Ὅταν τό μαῦρο φῶς σάν ἄσπρο τόν κυρίεψε
Στό ἀνεξίτηλο εἰσχωρεῖ ἀργά Τρομάζει
Βλέφαρο καί ταράζεται ὡσάν
μέ τίς συσπάσεις του νά δύναται
— πώς ναί πώς σώζει τήν φωνή
Γιά θάνατο δέν ξέρει δέν μιλᾶ Ἄπολις παραδίδεται
Ἀμαχητί μές στά δασάκια τοῦ μυαλοῦ ἀναζητᾶ
τίς ζωγραφιές τῶν αἰσθημάτων πώς ὑπῆρξαν.
Γιά θάνατο μιλοῦν οἱ ζωντανοί.
Λίγο μέ χάρτινα στεφάνια κέρματα
δοσοληψίες τῶν χεριῶν στοῦ ὀφθαλμοῦ
τήν ἀδηφάγο κατοχή συμπαραστάτες
Λίγο μέ δόξας ἀποήχους
Λίγο μέ ὕπνο κι ὄνειρα
Σέ περιγράφει ὁ θάνατος
Σάν θάνατος ὁ θάνατος περιγελᾶ Σέ περιφέρει
Ὡς ἐπιτάφιος τό ζῆν καί ἀλήθεια
ὅτι προόρισται γιά κιβωτός θανάτου
Μά δέν ἐπέθανες, βεβαίωσε ἡ φωνή.
Καί τί θά πεῖ δέν πέθανα καί πῶς
τόν θάνατο θάνατο ὀνομάζεις
πῶς νά ὑπάρξει ὄνομα στόν θάνατο πῶς
νά φθογγοῦται ὁ θάνατος καί πῶς
ὁ θάνατος νά καρπωθεῖ τό «ξέρω τοῦ θανάτου»
Εἰδέναι Οἶδα Οἰδίποδας.
Μόνο μέ ψεύδη βεβαιώνεται ἡ ζωή
*
Έλληνες
Σαν Έλληνες που ξέμειναν
σε άλλης γης πατρίδα.
Χάθηκε αυτή στα βάθη της Ασίας
σε παραλίες φιλοσόφων βούλιαξε
και στα νησιά των ποιητών έγινε κύμα
και αεράκι ήμαρ νοσταλγίας.
Πατρίδα είναι ό,τι νοσταλγείς.
Πέρα απ’ του Πύρρου την χαμένη ηδονή
της Πίνδου τ’ αποκούμπι
Πίσω απ’ του Αίμου τις κορφές
στην Θράκη του Ορφέα η Ευρυδίκη
μαύρο μαντίλι να φορεί
ρούχο μακρύ του πένθους
Γιατί πενθεί την μουσική.
Και ψάχνει ψάχνει στα τρανζίστορ στα FM
κι ύστερα πάλι αίματα μεσαία και
στα βραχέα αίματα τα σκοτεινά και συμπαγή
τα μέλη της το μέλος ψάχνει
λόγο πλάγιο να πει
την μελωδία που άστραψε
και σαν ζωή της φάνηκε.
Και σαν ζωή τους φάνηκε
πως νοσταλγούν αυτήν την άλλη την ζωή.
Πίσω από μάρμαρα ερείπια κρυφτήκαν
στον Παρθενώνα γύρισαν… Εκοίταξαν
με τις Καρυάτιδες μαζί περπάτησαν
τον βράχο άκρη άκρη στην πόλη του Ζαλόγγου.
Μέσα σε κοίλα θέατρα παράστησαν.
Όχι. Αυτοί δεν ξέρουν δεν νοούν
Δεν ξέρουν ούτε νοσταλγούν
και τα τρανζίστορ παίζουν άλλες μουσικές.
Μαρία Κυρτζάκη, Μαύρη Θάλασσα (2000)
* * *


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.