Ο Φιντέλ θα ζει παντοτινά. Ο Φιντέλ είναι αθάνατος

Έφοδος στις Μονκάδες τ’ Ουρανού!: Fidel vivirá para siempre! Fidel es inmortal! - Ο Φιντέλ θα ζει παντοτινά! Ο Φιντέλ είναι αθάνατος!
Φιδέλ: Ένα σύγγραμμα περί ηθικής και δυο μεγάλα αρχίδια στην υπηρεσία της ανθρωπότητας (Ντανιέλ Τσαβαρία)
* Φιντέλ: Αυτός που τους σκλάβους ανύψωσε στην κορφή της μυρτιάς και της δάφνης − Κάρλος Πουέμπλα: Ως τη νίκη Κομαντάντε
*
Κάρλος Πουέμπλα: Και τους πρόφτασε ο Φιντέλ − Μετάφραση προσαρμοσμένη στη μελωδία − 4 Video − Aπαγγελία Νερούδα
* Πάμπλο Νερούδα: Φιντέλ, Φιντέλ, οι λαοί σ’ ευγνωμονούνε * Νικολάς Γκιγιέν: Φιντέλ, καλημέρα! (3 ποιήματα)
* Ντανιέλ Τσαβαρία: Η Μεγάλη Κουβανική Επανάσταση και τα Ουτοπικά Αρχίδια του Φιδέλ * Ντανιέλ Τσαβαρία: Ο ενεργειακός βαμπιρισμός του Φιδέλ * Ραούλ Τόρες: Καλπάζοντας με τον Φιντέλ − Τραγούδι μεταφρασμένο - Video


Τα φρούρια του ιμπεριαλισμού δεν είναι απόρθητα: Μικρή ιστορική αναδρομή στη νικηφόρα Κουβανική Επανάσταση και μέχρι τις μέρες μας ‒ Με αφορμή τα 88α γενέθλια του Φιντέλ ‒ Εκλογικό σύστημα & Εκλογές - Ασφάλεια - Εκπαίδευση - Υγεία (88 ΦΩΤΟ) * Φιντέλ (53)

Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2016

Πάβλο Νερούδα: Ο αδερφός του κόσμου

Πάβλο Νερούδα - Ρικάρδο Ελιέσερ Νεφταλί Ρέγιες Μπασοάλτο
(Pablo Neruda - Ricardo Eliécer Neftalí Reyes Basoalto)
Παράλ, Χιλή, 12 Ιουλίου 1904 - Σαντιάγο, Χιλή, 23 Σεπτεμβρίου 1973
Σχέδιο (2ο από 2 του Νερούδα), Μπάμπης Ζαφειράτος, 23.IX.2016 (Μολύβι, 29 χ 21 εκ.)



*** 

Γ Ι Α Ν Ν Η Σ   Ρ Ι Τ Σ Ο Σ

Σ Τ Ο Ν   Π Α Μ Π Λ Ο   Ν Ε Ρ Ο Υ Ν Τ Α
Καθυστερημένη απάντηση σ’ επιστολή του ανεπίδοτη


ΠΑΜΠΛΟ
Πάμπλο Νερούντα
αδελφέ μου
αδελφέ του κόσμου
το γράμμα που μου στειλες δεν το λαβα –
 πολλά σίδερα βάζουν στη νύχτα
για να μην ανταμώσουν τα χέρια μας.
Δεν ξέρουν
                  πώς τα χέρια μας σκάβουν κάτω απ’ τα σίδερα
Δεν ξέρουν
                   πως οι στίχοι μας ανατέλλουν πάνω απ τα σίδερα
Δεν ξέρουν
                   πως για μας σίδερα δεν υπάρχουν.

Μες στο μεγάλον άνεμο, πάνω απ τις πολιτείες, μες στις νύχτες
χτυπάν ολάνοιχτα τα δυο παντζούρια της καρδιάς μας.

Όταν το λάδι της σιωπής φτάνει πιο πάνω απ’ τις στέγες
ακούω να ξεδιπλώνονται οι σημαίες των στίχων σου κι ο καλπασμός
          του αλόγου σου.
Η νύχτα φουσκώνει απ’ την αναμονή των τυμπάνων.

Όταν χτυπάει την πόρτα μου το φως
επιμένοντας να μου χαρίσει ακόμη ένα παράθυρο
επιμένοντας να του υπογράψω την κατάφασή του
είσαι σι Πάμπλο πού χτυπάς την πόρτα μου
εσύ πού βεβαιώνεις το γνήσιο της υπογραφής μου.
Σ’ ευχαριστώ.

*

ΠΑΜΠΛΟ
το σπίτι μου είναι μικρό
τά βιβλία μου σκονίζονται σε σανιδένια κασόνια.
Πάνω στα γόνατα της ψυχής μου γράφω.
Ένας κήπος τρία μέτρα
δυο κυδωνιές
πολλές αγριομαργαρίτες έντεκα τριαντάφυλλα
οι γλάστρες τα σπουργίτια το πηγάδι
τ’ αλέτρι του φεγγαριού στη γωνιά
και κείνη η μυστική μυλόπετρα πάντοτε τη δουλειά της.

Φοβάμαι μη σκοντάψει το υψηλό μέτωπό σου
στα καδρόνια της στέγης μου.
Για την καρδιά μου δε φοβάμαι.

Κοίτα
στον τοίχο της κρεβατοκάμαράς μου
η πολιούχος σκιά απ’ την περικεφαλαία του Κολοκοτρώνη
η άλλη σκιά απ’ την ημισέληνο σπάθα του Μακρυγιάννη
λίγο πιο κει
οι δυο ζευγαρωμένες σκιές
λύρα και δόρυ
του Μαραθωνομάχου.

Έμπα.
Εδώ δε λυγίζουν τα μέτωπα ούτε τα ποιήματα.

*

ΠΑΜΠΛΟ
                  Πάμπλο Νερούντα
έρχεσαι πάντα την ώρα της ανάγκης
αρρενωπός και μελαγχολικός
μ’ έναν ανάστροφο έφιππο ήλιο στα καπούλια του ορίζοντα
με τα λάθη των ίσκιων αποστρατευμένα στο χαμόγελό σου
με το σταυρό σταυρωμένων στα φρύδια σου.
Ετούτη η σκάλα μες στα μάτια σου
έχει εξαντλήσει το ύψος
από τις ρίζες του άργιλου ως τα διάφανα φύλλα του αιθέρα.

Καθένας
κάποιο δικό του κεφαλόσκαλο θα βρει μέσα στα μάτια σου
να γνωριστεί, να καθίσει, ν’ ανασάνει.

Όμως εσύ
ποτέ δεν αναπαύεσαι.
Σιωπή.
Άυπνη Ορθοστασία.
Η μοναξιά του νικητή.

Και βλέπω
να βρέχει κάποτε μέσα στο φως σου
μια λεπτή θλίψη, μια διαγώνια σκιά
όπως λοξεύει κάποτε η ματιά μας, μη και δουν πώς είδαμε κάποιες
          αδυναμίες των φίλων
όπως λοξεύει κάποτε το χέρι όταν δεν ξέρουν να πάρουν αυτό που
          τους δίνει
όπως λοξεύει κάποτε το στόμα ψιθυρίζοντας μιαν άλλη λέξη.

Τώρα μονάχο καρδιοχτύπι σου: να δώσεις
να πεις  α υ τ ή  κι  όχι μιαν  ά λ λ η  λέξη.

Γιατί ναι ακόμη κάτι το αμετάδοτο –
μια κλωστή αίμα απ’ το μελίγγι ως το σαγόνι της νύχτας.

*

Καλωσόρισες στο φτωχικό μου, αδελφέ μου.
Αλήθεια
το πιο βαρύ φορτίο
είναι το φως που δεν μπορούμε να το δώσουμε.

*

ΠΑΜΠΛΟ
πριν λίγα χρόνια μόνο σε γνώρισα.
Ήταν κάτι παράξενα απογεύματα στις πέτρες της εξορίας
όταν τα πάντα απόμεναν μουγγέ μες στο όχι τους
κι εμείς
μπορούσαμε ακόμη να πιστεύουμε στο τρίξιμο του χώματος
στο σφίξιμο των χεριών
στο μέσα ξεδίπλωμα της διάτρητης σημαίας.

Κι ήμασταν πάλι χαρούμενοι
που μπορούσαμε να μαστέ χαρούμενοι.
Ένας νέος
έβγαλε τα παπούτσια του και χόρεψε στ αγκάθια
ένας άντρας
έκρυψε στις παλάμες του το πρόσωπό του κι έκλαψε φιλιωμένος με
          την οργή του
ο μπάρμπα-Μήτσος
έμαθε τ’ αλφαβήτα στα εβδομήντα του
κι έγραψε στη γυναίκα του το πρώτο γράμμα της ζωής του.

Μπορούσαμε λοιπόν να πιστεύουμε.

Καθένας έχει ζεσταμένο μες στον κόρφο του ένα αστέρι
πού μας γυρεύει να του δώσουμε  όνομα
κι ο αποσπερίτης που τρεμόπαιζε πάνω στο λόφο
είχε έναν ήχο σαν τη βέρα του φυλακισμένου
που τη χτυπάει στον καγκελόφραχτο φεγγίτη του κελιού του
δίνοντας το ρυθμό μιας μακρινής παιδικής φυσαρμόνικας μέσα στη μνήμη
δίνοντας το ρυθμό στη μέσα του θάλασσα.

Α, ναι, κανείς δεν είναι που να θέλει τον πόνο.
Juntos frente al sollozo
όλοι, όλοι
                  συγκεντρωμένοι κόντρα στο λυγμό,
ένας στίχος σου
                            κι ένας δικός μου
δυο άστρα
                  τέσσερα
όλα τ’ άστρα
                       ο αγώνας μας
                                               οι άνθρωποι.

Κι έμαθα πως σε γνώριζα χιλιάδες χρόνια πριν
Κι έμαθες πως με γνώριζες χιλιάδες χρόνια πριν
Κι ό,τι είπαμε κι ό,τι ήτανε να πούμε ήταν για όλους.

*

ΤΩΡΑ
έχω έναν αδελφό, μια μάνα, έναν πατέρα,
έχω ψωμί, τριαντάφυλλα, τσιγάρα,
ένα φεγγάρι-κιθάρα σε κάθε μαύρη νύχτα,
τον χεροδύναμο ίσκιο ενός τρακτέρ στον γκρεμισμένο τοίχο,
έχω μια τεντωμένη μεμβράνη τυμπάνου
στο κούφωμα κάθε πληγής.
Χτυπώ. Κι ακούω.
Juntos frente al sollozo –

Πάμπλο
              Πάμπλο Νερούντα
                                             αδελφέ μου
ορθοί κι οι δυο μας
με τη διάφανη ασπίδα του ποιήματος
στεκόμαστε μπροστά στις ξιφολόγχες.

Γεια σου σύντροφε.

*

ΕΧΕΙΣ ΝΙΚΗΣΕΙ, ΠΑΜΠΛΟ,
τον άγγελο του ύπνου
τον τυλιγμένον με κοχύλια και τζιτζίκια.

Έχεις νικήσει
εκείνα τα λεπταίσθητα δάχτυλα
                                                    των γιασεμιών
που σφίγγαν τό λαιμό του τραγουδιού σου.

Βάδισες από μοναξιά σε μοναξιά,
από χέρι σε χέρι·

είδες αυτά τα ιστιοφόρα φέρετρα ν’ ανεβαίνουν το κάθετο ποτάμι
φορτωμένα φουρνάρηδες λευκούς σαν αγγέλους
και σκεφτικές κοπέλες παντρεμένες με συμβολαιογράφους.

Είδες το μόνο θάνατο που ζει ξαπλωμένος και άξαφνα φυσάει
φυσάει έναν ήχο σκοτεινό φουσκώνοντας τα σεντόνια
κι είδες τα κρεβάτια να ταξιδεύουν για ένα λιμάνι
όπου ο θάνατος περιμένει με στολή ναυάρχου.

Διέσχισες πολλές ζωές
διάνυσες εποχές και θανάτους
διαπέρασες τις τάξεις, διαφοροποιήθηκες στον ήλιο
διαφοροποίησες τη μοναξιά και τη σιωπή
ώσπου να συναντήσεις το αταξικό γαλάζιο
καταφάσκοντας τον έρωτα, την ιστορία, το μέλλον.

Τώρα δε φτάνει το τετράγωνο της σπιτικής στροφής
οι αναλογίες σου κινούνται σε μια πέμπτη διάσταση
το αίμα σου ρέει στις φλέβες των μετάλλων και των άστρων.

*

ΠΑΜΠΛΟ
πολλά βήματα χάθηκαν μέσα στο χρόνο.
Ένα όμορφο πόδι νεανικό
 έχει αφήσει το αχνάρι του στο δρόμο
σαν κοίλωμα βιολιού.
Καινούργιος άργιλος γέμισε το αχνάρι.
Το πόδι εχάθη στον ορίζοντα.
Έλα να βγάλεις τον καινούργιον άργιλο απ’ το παλιό αχνάρι
να μείνει ακέριο το πόδι
να μείνει το κοίλωμα του βιολιού και το φως
για χτες, για σήμερα, για πάντα.

Τούτο το χέρι του ολόγυμνου αγάλματος κομμένο απ’ τον αγκώνα
ίσως θα σήκωνε στο φως σα βρέφος την ψυχή μας.
Δωσ’ του το χέρι του.
Κάθε κομμένο χέρι μάς πονάει ως τη ρίζα.
Έλα να κάτσουμε ένα απόβραδο πάνω σ’ ένα σπασμένο κιονόκρανο
όταν ζεστή η αναπνοή του χώματος σμίγει την ιστορία μες στο κόκκινο
          φέγγος
κι η πέτρα και τ’ αρχαίο σύννεφο κι η πικροδάφνη έχουν την ίδια ουσία.

Δε θα ’χω τίποτα, Πάμπλο, να σου πω. Δω πέρα
όλα τα λέει η κάθετη σιωπή των μαρμάρων. Δω πέρα
άκου πώς πλαταγίζουν στον ακύμαντο αγέρα οι πέτρινες σημαίες.

Έλα λοιπόν να ξαναβάλεις τους κίονες στο θησαυρό του Ατρέα
να βάλεις ένα στίχο σου για τ’ άλλο χέρι της Νίκης
να βάλεις μιαν αδρή σου λέξη για το κομμένο πέος του Έρμη –

Δώσε σ’ όλους τα πόδια τους, τα μάτια τους, τα φτερά τους
δώσ’ τους τις μεγάλες πόρτες των πνευμόνων
δώσ’ τους τις χαλύβδινες δεξαμενές των νεφρών
πέντε πελασγικά αγκωνάρια θεμέλια του κορμιού
μια καρδιά κόκκινη σημαία πάλλοντας το σφυγμό του κόσμου
ένα αγέρινο αέτωμα στο υψηλό μέτωπό τους –

Δώσε χιλιάδες χέρια να χτίζουν το παρόν
χιλιάδες μάτια να βλέπουν το μέλλον
και δώσε σ’ όλους μια ψυχή μονάχα.

Χτίσε τα πάντα απ’ την αρχή όπως έχτισες στο στίχο σου τα
          Μάτσου Πίτσου.

Έτσι να δω μες απ’ τον τέλειο Ηνίοχο
να βγαίνει ο Γιάννης ο Ξυπόλυτος
ο Γιάννης το παιδί του Πράσινου Άστρου
ο Γιάννης ο εγγονός της Γαλαζόπετρας
κουβαλώντας στους ώμους του έναν κάθιδρον ήλιο
να φτιάξουμε πιο πάνω απ’ το Ναό του Απόλλωνα
τον ανδριάντα του Αγνώστου Προλετάριου.

*

ΠΑΜΠΛΟ
                εδώ σιμά
                                 πιο σιμά στην καρδιά μας
είναι η Καισαριανή κι η Κοκκινιά
είναι το Δίστομο και τα Καλάβρυτα. Εδώ
σ’ έναν διάτρητο καμένο τοίχο θα διαβάσεις
ολόκληρη την ιστορία του ανθρώπου.

Εσύ που ξέρεις την αντίσταση στη νύχτα και στο κρύο
εσύ που ταξίδεψες έφιππος απέραντες νύχτες
ντυμένος μόνο το πουκάμισο απ’ τη μυρωδιά του μουσκεμένου δάσους
εσύ που ξέρεις τ’ αμπάρια των πλοίων τα κατάφορτα με τις σκιές των
          πνιγμένων
εσύ που διακρίνεις τον αδελφό απ’ τον τρόπο που διπλώνει την εφημερίδα του
απ’ τον τρόπο που δαγκώνει το ψωμί και σωπαίνει
απ’ τη γωνία που κάνουν τα γόνατά του το βράδυ
απ’ το θόρυβο που κάνουν τα φρύδια του μόλις ξημερώνει
και προπάντων απ’ το μαχαίρι της ματιάς του άντικρυ στη ματαιότητα
εσύ μας γνωρίζεις.

*

ΝΑΙ, ΠΑΜΠΛΟ,
εσύ που μες απ’ τις χαραματιές των παιδικών σου ονείρων
είδες τα νύχια της φτώχιας γαντζωμένα στον τοίχο
κι είδες στη διπλανή τραπεζαρία τους συναχωμένους σιδηροδρομικούς
ντυμένους χιλιόμετρα ομίχλη κι ερημιά
να στεγνώνουν πλάι στο τζάκι και ν’ αχνίζουν σαν καπνοδόχοι σε
          αυριανές πολιτείες
εσύ πού αφουγκράστηκες τα μουσκεμένα λόγια τους βαριά κι αθόρυβα
σαν τα βήματα των παράνομων στη νύχτα και στη λάσπη
εσύ μας γνωρίζεις.

Εσύ που αγαπάς τους σιδεράδες, τους ψωμάδες, τους μπαρμπέρηδες,
τους φοιτητές, τους εργάτες, τις φάμπρικες, τα βιβλία, τους ραφτάδες,
εσύ που αγαπάς τους μαυροπότιστους ανθρακωρύχους με τη λάμπα
          στη ζώνη τους
εσύ που ξεχωρίζεις τους σταυρούς που αφήνουν τα πόδια των πουλιών
          στήν αμμουδιά το απόγευμα
εσύ που ξέρεις την ισορροπία των γλάρων στο νερό και στον αέρα
και το στιλπνό χαμόγελο του πράσινου φύλλου
και την άρνηση του κίτρινου φύλλου να πέσει
και την προσφορά του φύλλου που έπεσε στο άλλο φύλλο που ανεβαίνει
εσύ μας γνωρίζεις.

Εσύ που ξέρεις τα μικρά και τα μεγάλα
τον κεραυνό και το τεράστιο δάσος των σκοτωμένων
τα κύματα που χτυπούν καταπρόσωπο τους απελπισμένους
τη διαγώνια θλίψη της βροχής σε μια προκυμαία χωρίς επιβάτες
τα μικρά πριόνια των γρύλλων στις θερινές νύχτες των σταχιών και
             των παιδιών
τις μυστικές νύξεις της σιωπής που ανεβάζουν τον άξαφνο λόγο
και κείνον τον άνεμο που φυσάει από αλλού και δεν τον προφταίνουμε
και προφταίνουμε τον άνεμο και προφταίνουμε τον άνθρωπο
εσύ μας γνωρίζεις.

Η αγάπη πάει πιο πέρα απ’ τη σιωπή.
Το ίδιο χαμόγελο είναι η μαρτυρία μας.

*

ΣΠΙΤΙΑ με την καπνιά και τη σκόνη του χρόνου
μικρά εστιατόρια μισοκρυμμένα στον ίσκιο τους
το παράθυρο που βλέπει στη μάντρα με τα σκουπίδια και τα
          σπα­σμένα κανάτια
ένα τραπέζι στρωμένο με λαδωμένο στρατσόχαρτο
ένα σκληρό σκαμνί όπου δυσκολεύεται να κάτσει ο μάντης
ένα λαμπιόνι με μισό μέτρο καπνισμένο ορίζοντα
ένας ορίζοντας χωρίς μέτρο
ένα όνειρο κομμένο στη μέση
η προδοσία ενός φίλου
μια φέτα μπαγιάτικο ψωμί δαγκωμένη
ένα παπούτσι μπροστά στο κρεβάτι, τ’ άλλο πάνω στο βουνό –

Πρέπει να συμπληρώσουμε την ιστορία.

Πρέπει να βρούμε το χέρι που θα πει ναι στο χέρι μας
πρέπει να βρούμε τα μάτια που θα πουν ναι σ’ ολόκληρο το σώμα,
          σ’ ολόκληρο τ’ όνειρο
σ’ ολόκληρη τη ζωή και στα μάτια μας πού κοιτάζουν τ’ ολόκληρο.

Ο ήλιος δεν ψεύδεται.
Μπορούμε λοιπόν να πιστεύουμε.

*

ΑΠΕΡΑΝΤΗ ΝΥΧΤΑ, νύχτα βαθιά, νύχτα απροσπέλαστη
ανάμεσα στα χρήσιμα άστρα σου τα παρανοημένα
νύχτα έρημη και σιωπηλή σα μια γυναίκα καθισμένη
ανάμεσα σε άδειες καρέκλες και γυμνές ρόκες.

Νύχτα πικρή σε παίρνουμε κοντά μας, χρησιμοποιούμε τ’ άστρα σου –
α, νύχτα, χαμογέλασε στ’ αδέλφια μας που δεν έχουν καιρό να σε δούνε
που τα μάτια τους έπηξαν στο αλάτι,
                                                           χαμογέλα
                     σου δίνουμε τη χαρά να σε βλέπουμε
 σου δίνουμε τη χαρά του προορισμού και την ευθύνη σου
τη λευτεριά να σε πονάμε και να σ’ ελέγχουμε.

Είναι ακόμη ένας φόβος, είναι η στέρηση. Πάμπλο,
η μεγάλη σκιά του άλλοτε και του πέρα
το παλιό οδόφραγμα καταμεσής της ωραίας λεωφόρου
η στάχτη μιας φωτιάς πριν απ’ τη φωτιά
στρατιές αντιδραστικών σύννεφων πριν απ’ τον ορίζοντα
ένα καπέλο στο ξερό δέντρο
αφηρημένα χρώματα που αρνούνται ένα νόημα
       σταματούν τους ταξιδιώτες στα διόδια
                καθυστερούν το χαμόγελο
                     εμποδίζουν το δρόμο
                          παραπλανούν –

Τα δικά σου μάτια συγκεκριμένα, αθροίζουν, προχωρούν, επιμένουν
θερίζουν το προοδευτικό φως στο χείλος του γκρεμού,
                                       προχωρούν –
ένας κομμουνιστής ήλιος αγρυπνεί στο τέλος κάθε νύχτας.

Έρχονται μέρες ζωσμένες χιαστί την ελπίδα·
ένα παγούρι νερό στη ζώνη των σκοτωμένων μας·
η συμπαγής στιγμή
κίονες κι όνειρα
γιασεμιά και τρακτέρ
φιλιά κι εργοστάσια
το ψωμί κι ο ήλιος
ένα
ο άνθρωπος κι ο άνθρωπος
ένα.

*

ΠΑΜΠΛΟ, η Ελλάδα σέ γνωρίζει
η Ελλάδα σ’ ακούει όπως καλπάζεις
                              ντυμένος σκόνη κι αλέτρια.

Μαζί μας πολέμησες στη Λιάκουρα, στη Δίστομο, στην Αθήνα.
Στη μεγάλη διαδήλωση αυτός που κρατούσε τη σημαία
ήσουνα εσύ μ’ ένα φως που λαχάνιαζε στο μέτωπό σου.

Μαζί σηκώναμε στο Μακρονήσι τις μεγάλες πέτρες.
Όταν κατάκοποι το απόγευμα καθόμαστε στα βράχια
σκουπίζοντας με τη γροθιά μας τον ιδρώτα απ’ τα μελίγγια μας
το δικό σου βλέμμα στυλώνονταν πάνω μας
το δικό σου χαμόγελο βράβευε τον αγώνα μας
κι ανάμεσα απ’ τ’ αγκάθια και τα σύρματα
εσύ έδρεπες το μέγα ρόδο της εσπέρας που μας μάθαινε πάλι να βλέπουμε
και να σηκώνουμε απ’ το ματωμένο χώμα
το απόκρυφο κλειδί του μέλλοντος ζεστό κι αναντίρρητο.
Και τότε
εκείνο το φεγγάρι πάνω απ’ τη Μακρόνησο
ήταν σαν τσέπη σε γαλάζια φόρμα μαραγκού σε μυστικά ναυπηγεία
τσέπη φαρδιά γιομάτη μεγαλόπροκες
για να καρφώσουμε στη θέση τους ιδέες κι αισθήματα
και τότε
το τεράστιο πριόνι του γαλαξία
έκοβε τα σανίδια του σκοταδιού
κι οι μεγάλοι κορμοί της δεντρονύχτας βροντούσαν στο χώμα.
Έτσι την άλλη μέρα ανηφόριζε ακάθεκτος
ένας χοντρόλαιμος ήλιος από σφυριά και τραγούδια.

*

ΕΔΩ ο πιο σίγουρος δρόμος είναι η δοκιμασμένη θέληση
εδώ οι άνθρωποι δε βουλιάζουν τα μάτια και τα λόγια τους μες  στην
          πληγή τους
εδώ η πληγή είναι μια πόρτα προς τα έξω
(εσύ ξέρεις: δεν είναι να φοβάσαι
γι’ αυτόν που διασχίζει τη νύχτα με τα χέρια έξω απ’ τις τσέπες
χωρίς ν’ ανάβει το τσιγάρο του).

Εδώ επιμένουν να βλέπουν πάνω απ’ το θάνατο
εδώ βλέπουν
βλέπουν τη θάλασσα, το βουνό, τον άνθρωπο,
η στάση τους είναι ρυθμισμένη πλάι στον άλλον
η μοναξιά τούς φτάνει ως το γόνατο
(θα σου το πει η κολώνα που αναγκάζει τα μάτια τους στο ύψος).

Η αγάπη τούς κρατάει τα μάτια στη γραμμή των άλλων ματιών
           (τόσο επάνω)
η σεμνή δύναμη χαμηλώνει τα μάτια τους στα σκονισμένα παπούτσια
          τους (τόσο επάνω)
η σιωπηλή τους περηφάνια κάνει το φόβο να λυγίζει τα μάτια του.

Όταν οι βάρβαροι δρασκελάν το κατώφλι του θυμαριού μας
η Ελλάδα μες στη νύχτα βγάζει τ’ άρβυλά της, τα κρεμάει στον ώμο της
και χώνεται πίσω απ’ τα βράχια και τα ελάτια της.

Εκεί
φτιάχνει ντουφέκια με τα καλαμπόκια της
φτιάχνει σφαίρες με τα λιοκούκουτσα
φτιάχνει σημαίες με τα πουκάμισα των σκοτωμένων μας
φτιάχνει τραγούδια.

Οι εχθροί δε βρίσκουν παρά μόνον τον ίσκιο τους
μέσα στο θειάφι του φεγγαριού.
Πάμπλο,
κοίτα στο μέσα τοίχο της Ελλάδας
πάνω απ’ το τζάκι –
η ολόγιομη φυσιγγιοθήκη των άστρων
ανάμεσα σε δυο πλεξούδες σκόρδα και κρεμμύδια
πάνω απ’ τον αργαλειό, το δόκανο, το βιολί και το αλέτρι.

*

ΤΟΥΤΟ το ατίθασο καλοκαίρι με το αθλητικό του φανελάκι
με το καμποτένιο σώβρακο λεκιασμένο από εκσπερματώσεις και όνειρα
έχει κρυμμένο στη γωνιά των τζιτζικιών το δαχτυλίδι του.
Ο δρόμος με τα πέντε δέντρα ανοίγεται στη θάλασσα.

Εδώ είναι η χώρα της ποίησης, Πάμπλο. Σε περιμένει.
Πάνω απ’ τους τάφους ανάβει τα φανάρια των πορτοκαλιών της.
Εδώ μυρίζει νοτισμένη ρίγανη και τσουρουφλισμένη κριαρότριχα.
Εδώ στα ψηλαλώνια στήνουν το χορό και βάζουν στο σημάδι το Χάροντα.

Ένας τοίχος πέφτει. Kι ένας άλλος. Κι άλλος.
Ο μέσα χώρος λευτερώνεται. Γυμνός ουρανός.
Βαθιά γαλήνη σαν τη γέννηση των δέντρων.

Έλα Πάμπλο.
Ξαπλωμένοι μια νύχτα στο χορτάρι θα καπνίσουμε τ’ αστρόφεγγο.
Σε μιαν ακρογιαλιά της Σάμου μας περιμένει ένα πράσινο τραπεζάκι,
          δυο καρέκλες,
μια καράφα ούζο, χταπόδι ψημένο στα κάρβουνα,
ένα τραγούδι απ’ τις βάρκες με τον ήχο ομηρικών κουπιών,
μεγάλες σελίδες του ασβέστη να χαράξουμε τους στίχους μας,
η κόκκινη και χρυσή Παναγιά των σταφυλιών και των σταχιών,
ελαιώνες κουβαλώντας στους ώμους τους πανέρια αρχαίας υπομονής,
βερικοκιές φέγγοντας με τ’ άνθη τους τα χαρτιά μας,
μοναστήρια σιωπής πίσω απ’ τα κάγκελα των άστρων,
η κραταιή λάμψη απ’ το ποτάμι όπου λουζόταν η Ήρα,
κυπαρίσσια που δείχνουν αυτό που πρέπει να πούμε.
Όλα μάς γυρεύουν.
Οι χωρικοί κανακεύουν τα δέντρα τους
κρεμάν την έγνοια τους στον ανθό της ελιάς
παραμονεύουν τη βροχή, τον άνεμο, τον πάγο, τη ζέστα.
Τα μυστικά της γης κόβονται σβώλους-σβώλους.
 πρώτη βεβαιότητα αρχίζει απ’ τη δικαιοσύνη.
Ποτέ δεν τελειώνει η πικραμένη ευτυχία που μάχεται
                          για την ευτυχία του κόσμου.

*

ΜΙΚΡΟΜΑΓΑΖΑ στην ψιχάλα του φθινόπωρου
ένα κάρο στη λάσπη – ο αμαξάς κοιμισμένος
ο γδαρμένος καθρέφτης του μικρού μπαρμπέρικου
δείχνοντας λίγο απ’ το γδαρμένο πρόσωπο της συνοικίας
ο ίσκιος απ’ τ’ αγκάθια του σούρουπου στα τζάμια
αυτός με την εφημερίδα που στάθηκε πλάι στο φανοστάτη
ο Αγαμέμνων του ηλιοβασιλέματος με 23 πληγές πνιγμένος στο
          κόκ­κινο φως του
ξεκούρντιστα φώτα κάτω απ’ τις πιπεριές
σκονισμένα μπουκάλια στα ράφια
στον κάτω δρόμο περάσαν οι δώδεκα ψαράδες χωρίς δίχτυα
μια μάνα ακούμπησε το μπόγο της στη σκάλα –

Βρέχει
βρέχει μια λησμονιά από παιδικές φυσαρμόνικες
βρέχει μικρές ασύνδετες ιστορίες
λόγια πικρά που χάσαν το κέντρο τους.

Δώσ’ τους το κέντρο και το στόχο τους. Λοξοδρομάει το παραμύθι
χωρίς να χάνει την αλήθεια του. Τίποτα δεν είναι
κάτω απ’ τα μάτια μας. Μια κραυγή
σαν ένα χέρι που φωτίστηκε απ’ τον προβολέα του τελευταίου λεωφορείου.

Πάμπλο,
σώσε το χέρι, τη σκιά του, τη φωνή του. Δείξε ό,τι δείχνει.

*

ΝΑΙ  ΠΑΜΠΛΟ
ήρθαμε στον κόσμο για να τραγουδήσουμε
και για να τραγουδήσουν και οι άλλοι μαζί μας.

Το φύλλο της λεύκας απ’ τη μια είναι πράσινο απ’ την άλλη ασημένιο.
Αν δεν το δούμε θα φτωχύνει ο κόσμος. Παράξενο
τίποτε αταίριαστο και ξένο στο ποίημα. Τούτη η γωνία των ματιών
αστράφτει πάνω απ’ την υγεία. Γεια σου.

Εδώ σταματάει η κουβέντα μας.
Η κουβέντα μας συνεχιζόταν πολύ πριν αρχίσει.
Η κουβέντα μας συνεχίζεται όπου τελειώνει.

Γεια σου αδελφέ μου με τα μαύρα μάτια που αποτρέπουν το μαύρο.
Κάθε στιγμή θα συναντιόμαστε στον κόσμο.
Τούτο το ποίημα το στόλισα με στίχους σου
όπως στολίζουμε μια κάμαρα προσηλιακή με θαλασσογραφίες
όπως στολίζει την καρδιά μας μέρα νύχτα η πίστη της δημοκρατίας.

Γεια σου αδελφέ μου.
Ήρθαμε στον κόσμο για να τραγουδήσουμε
και για να τραγουδήσουν και οι άλλοι μαζί μας.

ΑΘΗΝΑ, ΣΑΜΟΣ, Ιούνιος, Ιούλιος 1955


Δημοσιεύτηκε στον «Ριζοσπάστη», 16 Μάη 1977, σελ. 4, και στο:
Νερούδα, «Γενικό Άσμα», τόμ. 3ος, εκδ. «GUTENBERG», σελ. 1 - 17 εκτός κειμένου.


Γιάννης Ρίτσος
1 Μαΐου 1909, Μονεμβασιά - 11 Νοεμβρίου 1990, Αθήνα
Σχέδιο (4ο από 4 του Ρίτσου), Μπάμπης Ζαφειράτος, 29.IV.2016 (Μολύβι, 29 χ 21 εκ.)

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ
ΣΥΝΤΡΟΦΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ 
Αφιέρωμα στα 40 χρόνια του ΕΑΜ
ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ, 1988 (σσ. 86-100)
 

Νερούντα (10)
*
Μεταγραφή Μπ.Ζ. και
*

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.