Κώστας Γουλιάμος
Αμερικανικό χρέος, πλασματικό κεφάλαιο και καπιταλιστική κρίση
Τις τελευταίες ημέρες κυριαρχεί διεθνώς η είδηση ότι το ακαθάριστο δημόσιο χρέος των ΗΠΑ ξεπέρασε, για πρώτη φορά, τα 40 τρισ. δολάρια. Μέσα σε μόλις έναν χρόνο αυξήθηκε κατά περίπου 3 τρισ., ενώ το Congressional Budget Office προβλέπει ότι έως το 2036 θα ανέλθει περίπου στο 120% του ΑΕΠ.
Την ίδια στιγμή, η αμερικανική Βουλή των Αντιπροσώπων ανοίγει νέο κύκλο στρατιωτικών δαπανών, ύψους 1,15 τρισ. δολαρίων.
Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει ότι, παρά την εκτόξευση του χρέους, η πολεμική ισχύς εξακολουθεί να αποτελεί θεμελιώδη προτεραιότητα του αμερικανικού κράτους.
Η ουσία, επομένως, δεν βρίσκεται στη δημοσιονομική «κακοδιαχείριση», όπως υποστηρίζει η κυρίαρχη πολιτική ρητορική, αλλά στη βαθύτερη ταξική δομή που καθιστά τη διαρκή διόγκωση του χρέους ως οργανικό και λειτουργικό στοιχείο του σύγχρονου μονοπωλιακού καπιταλισμού.
Τα κρίσιμα ερωτήματα είναι: ποιοι καρπώνονται τις χρηματοπιστωτικές απαιτήσεις που απορρέουν από το δημόσιο χρέος και ποιες κοινωνικές τάξεις θα παράγουν, μέσω της εργασίας τους, τον πλούτο από τον οποίο θα εξυπηρετηθούν αυτές οι απαιτήσεις;
Η μαρξιστική έννοια του «πλασματικού κεφαλαίου» προσφέρει ένα κρίσιμο μεθοδολογικό εργαλείο. Στον Τόμο III του Κεφαλαίου, ο Μαρξ δείχνει ότι οι τίτλοι του κρατικού χρέους δεν αποτελούν καθαυτό πραγματικό κεφάλαιο, αλλά τίτλους απαίτησης πάνω σε μελλοντικά κρατικά έσοδα.
Μια απαίτηση αποκτά έτσι χρηματική μορφή και εμφανίζεται ως κεφάλαιο, παρότι δεν συνιστά πρόσθετο κεφάλαιο επενδεδυμένο στην παραγωγική διαδικασία. Στην περίπτωση των ΗΠΑ, τα κρατικά ομόλογα μετατρέπουν μελλοντικές φορολογικές προσόδους σε εμπορεύσιμα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία αποφέρουν εισόδημα στους κατόχους τους.
Ο τίτλος μπορεί να αγοράζεται, να πωλείται και να μεταβιβάζεται ανεξάρτητα από την αρχική σχέση δανειστή–κράτους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η BlackRock, που είναι από τους μεγαλύτερους διαχειριστές επενδυτικών κεφαλαίων παγκοσμίως.
Μέσω των επενδυτικών της προϊόντων, κεφάλαια πελατών αποκτούν έκθεση σε τίτλους του αμερικανικού δημοσίου, ενώ οι δραστηριότητές της στις αγορές χρήματος και στα ομόλογα σταθερού εισοδήματος διοχετεύουν τεράστιες ποσότητες θεσμικών αποταμιεύσεων προς το δημόσιο και εταιρικό χρέος.
Επομένως, τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα είναι βαθιά ενσωματωμένα στο ιδιωτικό σύστημα χρηματοπιστωτικής κυκλοφορίας: το κράτος εκδίδει τίτλους, τα επενδυτικά κεφάλαια και οι τράπεζες τους αγοράζουν και χρηματοδοτούν τις συναλλαγές, οι επενδυτές εισπράττουν τόκους, ενώ οι ίδιοι οι τίτλοι λειτουργούν ως ιδιαίτερα ρευστά περιουσιακά στοιχεία και ως εγγυήσεις.
Στην ίδια διαδικασία εντάσσονται οι πολυεθνικοί επιχειρηματικοί όμιλοι. Εκδίδουν εταιρικά ομόλογα, διατηρούν ρευστότητα σε δολάρια, τοποθετούν κεφάλαια σε έντοκα γραμμάτια και μέσα χρηματαγοράς, πραγματοποιούν επαναγορές μετοχών, ενώ χρησιμοποιούν εξειδικευμένες χρηματοοικονομικές θυγατρικές για την παγκόσμια διαχείριση των διαθεσίμων τους.
Η πρόσφατη έκρηξη των επενδύσεων στην Τεχνητή Νοημοσύνη αποκαλύπτει αυτή την αντίφαση: μολονότι οι φορολογικές ελαφρύνσεις που συνδέονται με επενδυτικά κίνητρα περιορίζουν τα ομοσπονδιακά έσοδα, εντούτοις οι ισχυρότεροι τεχνολογικοί όμιλοι προσφεύγουν μαζικά στην έκδοση εταιρικού χρέους για τη χρηματοδότηση των υποδομών τους.
Έτσι το δημόσιο χρέος μετατρέπεται σε βασικό συστατικό του ιδιωτικού χρηματοπιστωτικού πλούτου.
Οι τίτλοι του κατανέμονται σε ολόκληρο το καπιταλιστικό χρηματοπιστωτικό σύστημα: συνταξιοδοτικά και αμοιβαία κεφάλαια, funds χρηματαγοράς, τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες, επιχειρήσεις, ξένες κεντρικές τράπεζες, ιδιώτες επενδυτές και Federal Reserve. Κατά το πρώτο τρίμηνο του 2025, οι ξένοι επενδυτές κατείχαν περίπου 9 τρισ. δολάρια, δηλαδή 32% των εμπορεύσιμων κρατικών τίτλων του αμερικανικού Δημοσίου, οι εγχώριοι ιδιώτες επενδυτές 55% και η Federal Reserve 13%.
Το αμερικανικό κράτος είναι, επομένως, ενσωματωμένο σε ένα πυκνό πλέγμα σχέσεων ανάμεσα σε τράπεζες, διαχειριστές κεφαλαίων, επενδυτικά ταμεία, πολυεθνικές επιχειρήσεις και κρατικούς θεσμούς.
Για το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, οι κρατικοί τίτλοι αποτελούν ασφαλή, ρευστή και τοκοφόρα τοποθέτηση, ενώ η Federal Reserve διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής ρευστότητας.
Η ιδιαιτερότητα αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία στο διεθνές επίπεδο. Οι ΗΠΑ εκδίδουν το χρέος τους στο δικό τους νόμισμα, ενώ το δολάριο παραμένει διεθνές νόμισμα.
Περίπου το 57% των επίσημων παγκόσμιων συναλλαγματικών αποθεμάτων ήταν εκφρασμένο σε δολάρια στις αρχές του 2026. Ξένες κεντρικές τράπεζες, διεθνείς τράπεζες και πολυεθνικές επιχειρήσεις διακρατούν δολάρια και περιουσιακά στοιχεία σε δολάρια, με τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα να αποτελούν προνομιακό προορισμό αυτής της ρευστότητας.
Εδώ βρίσκεται το ιδιαίτερο προνόμιο των Ηνωμένων Πολιτειών. Μπορούν να εκδίδουν χρέος στο νόμισμα που συναλλάσσεται μεγάλο μέρος του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος.
Μια περιφερειακή, λογουχάρη, χώρα που δανείζεται σε δολάρια πρέπει να εξασφαλίσει δολάρια για να εξυπηρετήσει τις υποχρεώσεις της. Οι ΗΠΑ, αντίθετα, είναι ο εκδότης του νομίσματος στο οποίο οργανώνεται σημαντικό μέρος της διεθνούς οικονομικής και χρηματοπιστωτικής κυκλοφορίας.
Ακριβώς εδώ αποκαλύπτεται η βαθύτερη σημασία του χρέους. Πίσω από τον τεράστιο όγκο των κρατικών τίτλων βρίσκεται μια συσσώρευση απαιτήσεων πάνω σε μελλοντικά κρατικά έσοδα και, τελικά, πάνω σε μελλοντική κοινωνική εργασία και υπεραξία.
Οι κάτοχοι των τίτλων διαθέτουν αξίωση επί αυτού του μελλοντικού πλούτου, το δε αστικό κράτος εγγυάται την εξυπηρέτησή της μέσω της φοροληστείας και της αυταρχικής δημοσιονομικής του εξουσίας.
Η σχέση χρέους, επομένως, δεν είναι μια απλή σχέση μεταξύ ενός «δανειστή» και ενός «οφειλέτη», αλλά κοινωνική σχέση ταξικής εξουσίας, διαμεσολαβημένη από το αστικό κράτος και αποκρυσταλλωμένη σε χρηματικούς τίτλους.
Συνολικά η διόγκωση του χρέους αποτελεί ταυτόχρονα μορφή της καπιταλιστικής συσσώρευσης και μηχανισμό μετάθεσης των αντιφάσεών της στο μέλλον. Η πίστωση διευρύνει τις απαιτήσεις πάνω στη μελλοντική αξία, χωρίς να παράγει η ίδια νέα αξία.
Υπό αυτό το πρίσμα, η κρίση δεν είναι απλώς κρίση χρέους. Είναι κρίση μιας κοινωνικής σχέσης που διευρύνει διαρκώς τις αξιώσεις της πάνω στο μέλλον, ενώ η πραγματική παραγωγή θέτει τα όριά της.
Η τεράστια διόγκωση του αμερικανικού χρέους αποτελεί, με αυτή την έννοια, μία από τις πιο χαρακτηριστικές εκφράσεις της ιστορικής αντίφασης του καπιταλισμού: την ολοένα μεγαλύτερη συσσώρευση χρηματικών απαιτήσεων απέναντι σε μια μελλοντική αξία που πρέπει ακόμη να παραχθεί από την κοινωνική εργασία.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται η υλική βάση της αυξανόμενης χρηματοπιστωτικής παρασιτικότητας και της βαθύτερης σήψης του καπιταλιστικού συστήματος.
*
*
Ο Κώστας Γουλιάμος είναι τακτικό μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών, πρώην πρύτανης Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου, ποιητής, συγγραφέας.
Ήταν υποψήφιος βουλευτής με το ΚΚΕ (Μάιος – Ιούνιος 2023).
Ιούλιος 2025: Distinguished Fellow (Διακεκριμένο Μέλος) του International Engineering and Technology Institute (IETI)
Οκτ. 2024 Βραβείο Φιλίας από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας
Σεπ. 2023 Βραβείο “εξαιρετικής προσφοράς στη γενική εκπαίδευση”.
2021 Πανελλήνιο βραβείο ποίησης «Jean Moreas» στον Κώστα Γουλιάμο
*
Υποψήφιος ευρωβουλευτής με το ΚΚΕ στις εκλογές Ιουνίου 2024.
Ο Κώστας Γουλιάμος από την Μποτίλια Στον Άνεμο
_______
* * *

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.