Δεκέμβρης 1944 (17)

Ο Φιντέλ θα ζει παντοτινά. Ο Φιντέλ είναι αθάνατος

Έφοδος στις Μονκάδες τ’ Ουρανού!: Fidel vivirá para siempre! Fidel es inmortal! - Ο Φιντέλ θα ζει παντοτινά! Ο Φιντέλ είναι αθάνατος!
Φιδέλ: Ένα σύγγραμμα περί ηθικής και δυο μεγάλα αρχίδια στην υπηρεσία της ανθρωπότητας (Ντανιέλ Τσαβαρία)
* Φιντέλ: Αυτός που τους σκλάβους ανύψωσε στην κορφή της μυρτιάς και της δάφνης
* Πάμπλο Νερούδα: Φιντέλ, Φιντέλ, οι λαοί σ’ ευγνωμονούνε * Νικολάς Γκιγιέν: Φιντέλ, καλημέρα! (3 ποιήματα)
* Ντανιέλ Τσαβαρία: Η Μεγάλη Κουβανική Επανάσταση και τα Ουτοπικά Αρχίδια του Φιδέλ * Ντανιέλ Τσαβαρία: Ο ενεργειακός βαμπιρισμός του Φιδέλ * Ραούλ Τόρες: Καλπάζοντας με τον Φιντέλ − Τραγούδι μεταφρασμένο - Video * Χουάν Χέλμαν: Φιντέλ, το άλογο (video)


Κάρλος Πουέμπλα - Τρία τραγούδια μεταφρασμένα που συνάδουν με τη μελωδία:
* Και τους πρόφτασε ο Φιντέλ (Y en eso llego Fidel) − 4 Video − Aπαγγελία Νερούδα * Δεν έχεις πεθάνει Καμίλο (Canto A Camilo) * Ως τη νίκη Κομαντάντε (Hasta siempre Comandante)
* Τα φρούρια του ιμπεριαλισμού δεν είναι απόρθητα: Μικρή ιστορική αναδρομή στη νικηφόρα Κουβανική Επανάσταση και μέχρι τις μέρες μας ‒ Με αφορμή τα 88α γενέθλια του Φιντέλ ‒ Εκλογικό σύστημα & Εκλογές - Ασφάλεια - Εκπαίδευση - Υγεία (88 ΦΩΤΟ) * Φιντέλ

Σάββατο, 10 Μαΐου 2014

Γιώργος Μαρκόπουλος: 7 ποιήματα από τη συγκεντρωτική έκδοση, Ποιήματα 1968-2010 (επιλογή) – Δύο τηλεοπτικές συνεντεύξεις (VIDEO)

Φωτογρφία: Δημήτρης Γέρος
Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ 
η συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων τού

ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΥ

Π ο ι ή μ α τ α
 1968-2010
(επιλογή)

Ο Γιώργος Μαρκόπουλος γεννήθηκε στη Μεσσήνη το 1951 και από το 1965 ζει στην Αθήνα. Σπούδασε οικονομικά.

Έχουν κυκλοφορήσει επτά ποιητικές συλλογές του, μία συλλογή με πεζά, δύο τόμοι με κείμενά του για το έργο άλλων ποιητών, δύο μονογραφίες του (μία για το ποδόσφαιρο στην ελληνική ποίηση και μία για το έργο του Τάσου Λειβαδίτη).

Το 1996 του απονεμήθηκε το Βραβείο Καβάφη στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και το 1999 το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του Μη σκεπάζεις το ποτάμι (Κέδρος, 1998), ενώ σε μετάφραση Michel Volkovitch εκδόθηκε στα γαλλικά μια επιλογή από όλες τις ποιητικές συλλογές του με τον γενικό τίτλο Ne recouvre pas la riviere (Cahiers grecs, Paris, 2000).

Το 2011 του απονεμήθηκε το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του Κρυφός κυνηγός, ενώ την ίδια χρονιά τιμήθηκε και με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών από το Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη για το σύνολο του έργου του.

Χρονολογία Έκδοσης, Μάρτιος 2014
Ο πίνακας του εξωφύλλλου έγινε
από τον Δημήτρη Γέρο
Π ρ ο λ ο γ ι κ ό  σ η μ ε ί ω μ α

Στην ανά χείρας έκδοση, εκτός από τις συλλογές Μη σκεπάζεις το ποτάμι και Κρυφός Κυνηγός που παρέμειναν όπως είχαν τυπωθεί αρχικά, στις άλλες έγινε μια πάρα πολύ αυστηρή επιλογή, ενώ αρκετά από τα ποιήματα έχουν υποστεί από απλές μέχρι και δομικές αλλαγές, αφού πιστεύω ότι, από τότε που ξεκίνησα να γράφω, επεξεργάζομαι και συμπληρώνω μία και την αυτή συλλογή. 
Γ. Μ.

Εβδομη Συμφωνια
(Αθήνα,1968)


Ε ρ ω τ ι κ ό

Κουβαλώ την ισοπεδωτική οργή της πλημμύρας.

Δεινόσαυρος ή τερατόμορφο κουνέλι
με την κουφαμάρα του προϊστορικού ζώου
στάθηκα στην καρδιά σου στα χαλάσματα μετά την καταιγίδα
και κοίταζα.


Η Κλεφτουρια Του Κατω Κοσμου
(Κούρος, 1973)


Ε π ί   π ι σ τ ώ σ ε ι

Γούλας ο Κοράτος ο επιλεγόμενος Θορής
από τα Σάλωνα της Στερεάς
μέρα Λαμπρής εζωγραφήθη
από πλανόδιο ζωγράφο ομπρελά και κρεβατά
για λίγο ρύζι λάδι και σαπούνι.

Γούλας ο Κοράτος ο επιλεγόμενος Θορής εζωγραφήθη και επωλήθη απ’ τη γριά του σε υπαίθριο παλιατζή
για ένα βουρτσάκι νάυλον, για μια παλιά παλάντζα κι έναν καθρέφτη από το Κόνγκο.

Η θλίψη σου, ρε μάτια μου,
σαν την Καισαριανή τα βράδια του φθινοπώρου.

Πάψε πια να με καρφώνεις με ρεμπέτικα πίσω απ’ τις μάντρες της, στους δρόμους. Οι ναυτικοί ναυάγησαν, οι ναυτικοί στα πετρελαιοφόρα στη μοιρασιά μαλώνοντας χαθήκανε για πάντα.

Στερνή φορά που μου ’γραψες, θυμάσαι!
Πήρα το γράμμα σου σε μπαρ
«έχεις γράμμα», είπε ο θερμαστής
έβρεχε παρέες που βρίζαν και φωνάζαν
και κάποιο ράδιο που έκλαιγε στην άκρη.
«Ο μικρός έφυγε ένα βράδυ, έγραφες,
λες και πήγε στη γωνία για τσιγάρα ή καραμέλες».

Νύχτες μεγάλες με το φόβο του άπειρου διπλοσφαγμένες
νύχτες με υπόκωφους θορύβους τυραννικές και απέραντες
χίλιες στιγμές και αιωνιότητα, χίλιες στιγμές και θάνατος.
Κι ήτανε δύσκολη εποχή, κανένας δεν την άκουγε,
κάτι «παιδιά» μονάχα ρίχναν τα βράδια στις ταβέρνες
να προφθάσουν το κακό και τον εμφύλιο, λέει,
μα όσοι γνώριζαν από τέτοια
βλέπαν την ενοχή που ενέδρευε,
ώσπου κάποια βραδιά σε είδαμε ξανά
σε ένα βουβό παλάτι μόνη
«έι... τι κάνεις;» φωνάξαμε και, Θε μου,
το σώμα μας και το δικό σου σώμα
εκμαγείο γύψινο φθαρμένο απ’ τη βροχή και από τα χρονιά
σαν φρουραρχείο, γκρεμισμένο φρουραρχείο,
«θα ’ρθουν κάποια νυχτιά αυτοί που τους ξεχάσαμε,
σου είπαμε,
ανύπαρκτο το πρόσωπο τους
και το κρανίο τους γεμάτο σαύρες και γυμνό
θα κατέβουν βήμα το βήμα μόνοι
θ’ ανακαλύψουν μια χαρά για τη ζωή
πάνω απ9 τα σπίτια και τους τάφους
θ’ ανακαλύψουν μια χαρά για τη ζωή
μια πίκρα από αγάπη για μας και για τους πεθαμένους»,
κι ύστερα πάλι χάθηκες.

— Ανοίξτε το φως, ανοίξτε τα παράθυρα.

Αλήθεια, τι ντροπή
να πεθαίνουμε στα άσπρα μας σεντόνια
ενώ όλοι οι φίλοι μας σκοτώθηκαν στο πεζοδρόμιο.


Η Θλιψις Του Προαστιου
(1976)


Ζ ι γ κ ο υ ά λ α - Α θ ή ν α

Ακόμα φοβάμαι ν’ ανοίξω την πόρτα το βράδυ.
Κι αν καμιά φορά ανέμελος πετάγομαι στο δρόμο,
ένα χέρι είναι, όπως και τότε, που πισθάγκωνα με δένει,
ενώ ξοπίσω μου αόρατοι φυλάγαν να μ’ αρπάξουν
νομάτοι τρεις χιλιάδες, μαγκουροφόροι, τέως χίτες,
κουκουλοφόροι και ραβδάτορες της τρισενδόξου Μεσσηνίας.

Αθήνα, πόλη επική και χαμένη.

Εδώ αφήσαν τη ζωή τους
«λεβέντες» αγαπητικοί και φουστανελοφόροι,
ενώ σε παρακείμενα νυχτόβια μπαράκια πεντέμισι και κάτι
εραστές της αειπάρθενης Γκόλφως
τσοπαναραίοι με κοστούμι κι αόρατη αγκλίτσα
κατέθεταν το στερνό δάκρυ τους
στη μεγάλη ιστορία του τόπου.

Τη μάνα μου τη λέγαν Αγλαΐτσα,
ίδιο το όνομα της Καραγκιόζαινας,
ενώ τα κολλητήρια, που είχε το μάτι τους θολώσει
για ψωμί και για παπούτσι,
πήραν τους δρόμους σβάρνα, αδέσποτα, για γόπες. 

Αθήνα, πόλη επική και χαμένη.

Εκείνοι που παίρνουν βιαστικοί
το τελευταίο τραίνο της νύχτας σου
έχουν μια θλίψη στα μάτια.
Κάνουν Πρωτοχρονιά στους δρόμους,
αυτοί κι ο εαυτός τους, κι ο νέος χρόνος τους βρίσκει
με τράκα ένα τσιγάρο από τον άγνωστο διαβάτη.

Γι’ αυτό και συ, αγάπη μου, μην ησυχάζεις στην ιδέα
πως δεν θα με ξαναβρείς μπροστά σου πια ποτέ.

Πέντε δρόμοι είν’ η Αθήνα
και εδώ κλειστήκαμ’ όλοι, κάθε καρυδιάς καρύδι,
κι εκείνο κει το πούστικο τ’ απωθημένο
που δεν λέει ποτέ να βγει,
καθώς έγραφε κι ο φίλος Ταβάνης.

Θα συναντηθούμε, αγάπη μου,
εκεί που δεν θα το περιμένεις,
ενώ εσύ θα ’χεις «αρνηθεί» μόλις πριν από λιγάκι
και το τελευταίο παιδικό σου απόγευμα,
κι εγώ μονάχος θα γυρνώ
έχοντας ξεράσει — άδειος — στο Βοτανικό ή στη Βάθη
μαζί με το ούζο στον υπόνομο
και το τελευταίο πελοποννησιακό μου όνειρο,
έχοντας ξεράσει, τελείως, ακόμα και σένα.

Οι κλειστές μπλούζες
είναι για να κρύβουν τις σκοτεινές αραχνιασμένες τρύπες
που άφησαν οι αόρατες σφαίρες μες στα σπλάχνα μας
στα παιδικά μας χρόνια.


Οι Πυροτεχνουργοι
(1979)


Ο  κ λ έ φ τ η ς  ή  κ α φ ε ν ε ί ο

                                                                        Στον Παντελή Πασχαλίδη

’Εκανε κάτι μέρες με το πολύ κρύο.
Στα χνοτισμένα τζάμια του καφενείου.
Φασαρία γινόταν μεγάλη.
Αυτοί με τα φλιτζάνια στα χέρια
με τις τσαγιέρες στα χείλια, με τα χαρτιά στα τραπέζια.
Ξάφνου όλοι σταμάτησαν σαν απολιθωμένοι.
«Ο κλέφτης! Ο κλέφτης! Ποιος είναι ο κλέφτηςί» φώναξε ένας.
Το τζουκ μποξ έπαιζε ένα τραγούδι μακρόσυρτο
«τι θέλεις απ’ τα νιάτα μου που είναι πικραμένα»
και ήταν ο τραγουδιστής σαν να έκλαιγε
με τη φωνή του και τα μπουζούκια.
«Ο κλέφτης! Ποιος είναι ο κλέφτης!»

Μα ο κλέφτης είχε ρίξει κρυφά τη δραχμή
και είχε φύγει πριν από το τραγούδι.

Στο δρόμο.

Μια ζωή με τη βροχή και με την ερημιά
— Σκουριά στην πλάτη του λύκου —


Η Ιστορία Του Ξενου Και Της Λυπημένης
(1987)


Ω δ ή   σ τ ο ν   π α ί κ τ η   τ η ς  Α Ε Κ
κ α ι   τ η ς   Ε θ ν ι κ ή ς   Χ ρ ή σ τ ο   Α ρ δ ί ζ ο γ λ ο υ

Από το ότι, ορμώμενος, τα χρόνια περνούν γρήγορα
και αυτό το βρίσκω πικρό και άδικο
και από το ότι ο ποιητής παλαιότερα Δικταίος Άρης
εκράτησε ως αφιλοκερδής τεχνίτης
στην πενιχρή αθανασία του
τον άλλοτε σπουδαίο παίκτη της ποδόσφαιρας
Ηλία, υιόν του Υφαντή — του Ολυμπιακού Πειραιώς— -
τονίζοντας τα κάλλη του και την ευμορφία του
παράλληλα με τον μακαρισμό ευτυχισμένος (να ’ν’) ο Πειραιάς
που έχει φορτώσει τόσες απ’ τις ελπίδες του
πάνω σε τέτοια αγόρια
θα υμνήσω και εγώ με τη φτωχή την πένα μου
τον μοναχικό πλην όμως φιλότιμο χαρακτήρα
του παίκτου της Α.Ε.Κ. και της Εθνικής Χρήστου Αρδίζογλου.

Θα υμνήσω, γιατί το παιδί αυτό,
από τις ταπεινές τις γειτονιές του Περισσού προερχόμενο.
Της Ριζουπόλεως και της Σαφράμπολης,
Ήταν το μόνο από πολλούς άλλους
που παρά την υπεροψία της νεότητάς του
εκράτησεν ενός λεπτού στα μυστικά σιγή
για τους όσους βετεράνους δεν επέτυχαν πολύτιμο γκολ σε κρίσιμη στιγμή
απορρίπτοντας έτσι ακόμα και τον θάνατο,
μια και αγνόησε όλους αυτούς τους αθλητές
που τώρα βρίσκονται στο χώμα.

Θα υμνήσω.

Γιατί το παιδί αυτό κατεβαίνοντας — όπως προείπα —
από τους καλύτερους αέρηδες,
ήταν το μόνο που πάντα με εύστροφες κινήσεις
επετύγχανε την εκπόρθηση της αντίπαλης εστίας
σε ξένα γήπεδα προπάντων
κάνοντας έτσι να ακουστεί ανά την υφήλιο
το όνομα της μικρής πατρίδας μας,
ενώ συνάμα εχάριζε, λέγω εχάριζε, με την πράξη του αυτή
μια ολοφώτεινη νύχτα Χριστουγέννων
στους αστέγους της πλατείας Ομονοίας.

Ω, δεν ημπορώ να φαντασθώ το γήρας
στα αλογίσια πόδια του παίκτου Χρήστου Αρδίζογλου.
Δεν ημπορώ να φαντασθώ την ώρα
που τα παπούτσια του θενά κρεμάσει, θα φύγει από τα γήπεδα
θα σταδιοδρομήσει ως επιχειρηματίας ή χωροφύλαξ έστω
και θα βρεθεί υπό μετάθεσιν στην Αταλάντη.
Στην Αταλάντη και πάλι λέγω
όπου το παιδί του μη γνωρίζοντας από γήπεδα, «αστέγους»,
φιστίκια-αστέρια στα πανέρια των μικρών του σινεμά
θα γράφει στις εκθέσεις του:
«Ο πατέρας μου εγεννήθη εις την Αθήνα.
Ήλθε εδώ λόγω της φύσης της δουλειάς του,
όπου μεγάλωσα κι εγώ».

Τιμή και δόξα στον παίκτη Χρήστο Αρδίζογλου
που θα σηκώσει για άλλη μια φορά τελεσίδικα πια,
όπως ο τρελοί τους επιταφίους των νεκροταφείων,
την ασήκωτη μοναξιά μας, και θα φύγει.


Μη Σκεπαζεις Το ποταμι
(1998)

Φωτογραφία εξωφύλλου: Stephanos Paschos

Ά λ κ η σ τ ις

Άλκηστις κρυμμένο βαθιά ριζικό και Άλκηστις μοίρα δική μου
όπου την ευτυχία ξάφνου ένα πρωί
νομίζοντας ότι δεν άντεχα άλλο
ιδού το πρόσωπο σου στα χέρια μου
η βάρκα που τη βρίσκεις στο μικρό λιμανάκι
δέκα μέρες χωρίς τον ψαρά μέσα
και το κορμί σου ιδού λατομείο κλειστό
όπου καθόμουν περιμένοντας στην άκρη ν’ ακούσω την έκρηξη
μονάχος, Άλκηστις, ανέκραξα.

Στο βάθος μου έρχεσαι, εισχωρείς,
και τα λόγια μου όπως πέντε ορτύκια
μέσ’ απ’ τα χαλάσματα πετούν τρομαγμένα.

Τα χέρια μου πιάνεις
και αυτά σε προσμένουν, όπως η τροφός τα δυο παιδάκια
που τα πάει βόλτα μετά τον πυρετό, σε προσμένουν.

Στο βάθος μου έρχεσαι, εισχωρείς,
ή στο όνειρο κάποτε που σ’ έχασα κι έγινε ξάφνου σκηνή περιπλανώμενου, ο ύπνος μου, θιάσου
όπου ο αέρας έριξε το σκηνικό
και έμεινε μονάχα η λάμπα θυέλλης, το σταμνί με το νερό
και το χέρι μετέωρο, με τα σχοινιά,
που κινούσε τις μαριονέτες, Άλκηστις, κινούσε.

Το μυαλό μου μια θάλασσα σε νηνεμία, Άλκηστις,
που η αμφιβολία για την αγάπη σου την ταράζει,
ένα χέρι έξω απ’ το νερό
τελευταίο σινιάλο ανθρώπου που πνίγεται
και η ψυχή μου ένα ξέφωτο την ώρα του κεραυνού
για να σε κοιτάζει με μάτι που πλήττεται
ή να σου φέγγει με σχισμήν ουρανού,
ω Άλκηστις, να σου φέγγει.

Άλκηστις, αντηχείο απείραχτου χρόνου
φωνούλες πνιχτές πουλάκια που πέταξαν χαμηλά στην ηδονή
και χέρι που μ5 άγγιξες και άνθισε στον ώμο τρελή
στο χάσμα του μάρμαρου μουσμουλιά.

Είσαι το κεφάλι αγάλματος γυναίκας αρχαϊκής,
που βρέθηκε στο χωράφι του φτωχού γεωργού
και κείνος το κρύβει,
το απόγευμα, να το βλέπει μονάχος.

Το καράβι είσαι που ετοιμάζεται να σαλπάρει
αφού πρώτα έσπειρε το κακό,
η νάρκη που την παίρνει για ρολόι ο ατυχής
και αυτή του κόβει τα τρία από τα πέντε δάχτυλα
για να κάθεσαι να φροντίζεις τα υπόλοιπα
όπως δυο αδελφάκια ορφανά που το ένα το έχουμε βαφτίσει
και πάμε δώρο και στο άλλο,
το τιμαλφές που ο κλέφτης να σε πουλήσει δεν μπορεί
γιατί όλοι στην αγορά ξέρουν πως είσαι δικό μου,
η φωταψία — νύχτα — της πόλης η έκσταση η χρυσή
που απ’ τα βουνά προσπαθώντας να την εξηγήσει
το ξεκομμένο την κοιτάει ξαφνιασμένο τ’ αγρίμι,
η αύρα όπου ταραχή — το σώμα μου — πλήγωνε
κήπος περίφραχτος γύρω
και δρόμος του φιδιού το σάλιο
η υποψία του άλλου στις ρώγες σου άντρα
όταν κρυφά, ω Άλκηστις, τις ρωτούσε η γλώσσα μου
όταν κρυφά τις ρωτούσε.

Ω Άλκηστις!

Σπίτι που του άλλαξαν κάποτε ερήμην μου κλειδαριά,
λοφίσκος ορεινού αρχηγείου
για να ανεβαίνω να βλέπω το απόγευμα τα κατεχόμενα να βλέπω
και ομπρέλα, τέλος, που δεν σε έχω
όταν μονάχος διασχίζω,
όταν μονάχος διασχίζω της ψυχής τα βουνά.


Κρυφος Κυνηγος
(2010)

Έργο εξωφύλλου: Δημήτρης Γέρος


Μ ι λ ά ε ι  έ ν α ς  λ η σ τ ή ς

Κουράστηκα πια στα υψίπεδα
και θέλω χαμηλά να κατέβω,
το χέρι μιας γήινης να φιλήσω Μαρίας
που ισιώνει στον κήπο τον κισσό
και φτιάχνει, στη μάντρα δίπλα, τη μαρμελάδα.

Κουράστηκα, σας λέω, κουράστηκα,
η νύχτα όλο και πιο πολύ με πληγώνει
και ο πυρετός ακάθεκτος,
όπως ο εχθρός τα διαλυμένα φυλάκια, με καταλαμβάνει,

Πήρε απόγευμα κιόλας
και τα χωριά, τα πράσινα ολόδροσα χωράφια
πέρα μακριά στον κάμπο κοιτάζω.

Πήρε απόγευμα και πάει ήδη προς το βράδυ.

Ο θάνατος στους σκουριασμένους νερόμυλους πλέκεται,
τα πουλιά φεύγουν, χάνονται,
και τους τρελούς μέσα βαθιά στ’ αυτιά τους
σκυλιά τους κυνηγούν,
σκυλιά τους κυνηγούν και καμπάνες.


*

Και Δύο Αφιερωμένα


Τ α  Α γ ρ ί μ ι α

                                 Στην Αγγελική και στον Μπάμπη Ζαφειράτο

Γιατί κάποτε γλυκαίνουν και τα αγρίμια.
όταν χάσουν αυτό που αγαπούν.

Και ένα γυάλινο δάκρυ φυτρώνει στο κίτρινο μάτι τους. 

                                                                        Οι Πυροτεχνουργοί, 1979



Τ α   Π ο ι ή μ α τ α,   Έ ν α  Π ο τ ά μ ι,   Ο  Π ο ι η τ ή ς

                                 Στην Αγγελική και στον Μπάμπη Ζαφειράτο

Τα ποιήματα είναι δύσκολα, το ξέρετε.
Και αν σηκώσεις τις λέξεις, είναι τόσο θλιμμένα,
σαν δάχτυλα που π πόνεσες μια νύχτα με αγωνίες.

Ένα ποτάμι είναι ένας ξένος που κρύβεται, το ξέρετε.
Την ημέρα πηγαίνει στη θάλασσα.
Το απόγευμα λουφάζει ακίνητο
σαν αγρίμι που πέρασαν δίπλα του κυνηγοί.

Ο ποιητής, ένας δήθεν αδιάφορος
που κρύβει τα χέρια του στις τσέπες.

                                     Ποιήματα, 1968-2010
                                     Οι Πυροτεχνουργοί (Επιλογή)




*


Σημείωση
Τα εφτά ποιήματα (ένα από κάθε συλλογή) προέρχονται από την παρούσα συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων. 
Το Ερωτικό είναι το μόνο ποίημα που απομένει από την πρωτόλεια
ΕΒΔΟΜΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ.
Δεν συμπεριλαμβάνεται κανένα ποίημα από την ενότητα ΟΧΤΩ ΚΑΙ ΕΝΑ ΕΥΚΟΛΑ ΚΟΜΜΑΤΙΑ της δεύτερης συλλογής.

 Τα ποιήματα, τα εξώφυλλα των πρώτων εκδόσεων, οι φωτό, το βιογραφικό (από τον πρόσφατο τόμο του ΚΕΔΡΟΥ) και το Προλογικό σημείωμα
έχουν αναπαραχθεί από το προσωπικό αρχείο της Μποτίλιας.


Περισσότερα ποιήματα του Μαρκόπουλου και πλήρης εργογραφία,
Μποτίλια:
Ο Κρυφός Κυνηγός Γιώργος Μαρκόπουλος

____________________________

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ
Δυο συνεντεύξεις

*

Ο Ποιητής Χρήστος Τουμανίδης συνομιλεί με τον ποιητή Γιώργο Μαρκόπουλο
Η συνομιλία έγινε 15/02/2013 στο στούντιο του 24grammata.WebTV (Μαρούσι)


*
Εκπομπή ΙΧΝΗΛΑΤΕΣ, ΕΡΤ 2005
Επιμέλεια παρουσίαση Δαυίδ Ναχμίας








Φωτό από το βιογραφικό του ποιητή στους Πυροτεχνουργούς (1979)

*

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.