Ο Γιωργάκης τής Βασίλως, της χήρας τού Μπάμπη τού Πριτσαπίδουλου, που είχε τινάξει τα πέταλα αντί για τα ψάρια για τα οποία προόριζε τον δυναμίτη που βάσταγε, κατέβαινε φωνάζοντας και τρέχοντας προς την πλατεία τού χωριού, με την σχολική του τσάντα δεμένη στην πλάτη. Μέσ' απ' τα φαρδιά κοντοβράκια, τα καλαμοπόδαρά του είχαν βγάλει φτερά και οι μύξες, που φράζανε σχεδόν μόνιμα το δεξί του ρουθούνι, δεν εμπόδιζαν τις φλέβες στον λαιμό του από το να φουσκώνουν καθώς έσκουζε.
"Τους πιάσανε! Τους πιάσανε! Θα γίνει της πουτάνας!"






