Ο Φιντέλ θα ζει παντοτινά. Ο Φιντέλ είναι αθάνατος

Έφοδος στις Μονκάδες τ’ Ουρανού!: Fidel vivirá para siempre! Fidel es inmortal! - Ο Φιντέλ θα ζει παντοτινά! Ο Φιντέλ είναι αθάνατος!
Φιδέλ: Ένα σύγγραμμα περί ηθικής και δυο μεγάλα αρχίδια στην υπηρεσία της ανθρωπότητας (Ντανιέλ Τσαβαρία)
* Φιντέλ: Αυτός που τους σκλάβους ανύψωσε στην κορφή της μυρτιάς και της δάφνης − Κάρλος Πουέμπλα: Ως τη νίκη Κομαντάντε
*
Κάρλος Πουέμπλα: Και τους πρόφτασε ο Φιντέλ − Μετάφραση προσαρμοσμένη στη μελωδία − 4 Video − Aπαγγελία Νερούδα
* Πάμπλο Νερούδα: Φιντέλ, Φιντέλ, οι λαοί σ’ ευγνωμονούνε * Νικολάς Γκιγιέν: Φιντέλ, καλημέρα! (3 ποιήματα)
* Ντανιέλ Τσαβαρία: Η Μεγάλη Κουβανική Επανάσταση και τα Ουτοπικά Αρχίδια του Φιδέλ * Ντανιέλ Τσαβαρία: Ο ενεργειακός βαμπιρισμός του Φιδέλ * Ραούλ Τόρες: Καλπάζοντας με τον Φιντέλ − Τραγούδι μεταφρασμένο - Video


Τα φρούρια του ιμπεριαλισμού δεν είναι απόρθητα: Μικρή ιστορική αναδρομή στη νικηφόρα Κουβανική Επανάσταση και μέχρι τις μέρες μας ‒ Με αφορμή τα 88α γενέθλια του Φιντέλ ‒ Εκλογικό σύστημα & Εκλογές - Ασφάλεια - Εκπαίδευση - Υγεία (88 ΦΩΤΟ) * Φιντέλ (53)

Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2016

Φώτης Αγγουλές: Το φυλακισμένο θαλασσοπούλι του Γιάννη Ρίτσου (9+2 ποιήματα)

Φώτης Αγγουλές, 1911, Τσεσμέ, Τουρκία - 28 Μαρτίου 1964
Σχέδιο: Γ. Γ. Δήμου. Από «ΑΓΓΟΥΛΕΣ, ποιήματα», Σύγχρονη Εποχή, 2011

Αφού είναι αγώνας η ζωή ποια λύτρωση ζητάς
στάσου ορθός στους τύραννους και μην τους προσκυνάς
κι έλα με μας κι έλα με μας

(Φ.Α.)
*

 «... Τώρα πια δεν είμαστε οι ανήμποροι και αδύναμοι
κι ούτε ένα σφίξιμο κανείς δε νιώθει στην καρδιά του
 Γυρτός κανείς, δειλός κανείς, μονάχα ψηλομέτωποι
αγέρωχοι ανοίγουμε τα κάστρα του θανάτου [...]
Κι αφού στη φλόγα λυώσαμε κι όλοι μας σβύσαν οι καϋμοί
να, με τον ίδιο θάνατο, το θάνατο πατάμε».
Κώστας Γιαννόπουλος, Φυλακές Αίγινας, 6 Μαΐου 1948,
(Παραμονή της εκτέλεσής του. Βλ. πιο κάτω και από Γιάννη Ρίτσο)

*

Δυο καρέ (6x6) [αυτό και το επόμενο] του φωτογράφου-φωτορεπόρτερ της ΑΥΓΗΣ Στέλιου Κασιμάτη (1920-1992) αφιερωμενα στα 100 χρόνια από τη γέννηση του Χιώτη ποιητή Φώτη Αγγουλέ (1911-1964)
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΖΟΝΤΑΣ

*

Φ Ω Τ Η Σ   Α Γ Γ Ο Υ Λ Ε Σ

ΣΤΟΝ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ

Δημιουργία δεν είναι αυτή που δεν τη σφράγισε ο πόνος.
Τι τάχα κι αν εχάραξες στην πέτρα τα όνειρά σου;
Τεχνίτη δεν σου τα ’τριψε σε ψιλή σκόνη ο χρόνος;
Αυτή είν’ η μοίρα σου, ποιητή, δημιουργέ, θεούς να φτιάχνεις
Κι αν οι θεοί σου είναι θνητοί το θάρρος σου μη χάνεις.
πάρε πηλό από τη ζωή και φτιάξε το είδωλό σου
και δώσ’ του από το αίμα σου και δώσ’ του απ’ την καρδιά σου
και δώσ’ του από τον πόνο σου να ζήσει κι ετοιμάσου,
ειδωλολάτρη, αν χρειασθεί, μαζί του να πεθάνεις.




ΠΑΠΑΡΟΥΝΕΣ

ένα μπουκέτο παπαρούνες,
φτιαγμένες από σύρματα και φλος,
αναστατώσαν την ψυχή μου.
Ο λογισμός ξαστέρωσε ο θολός
κι έπεσε φως μες στο κελί μου.

Ένα μπουκέτο πυρκαγιές,
ένα μπουκέτο χείλη·
ένα μπουκέτο ροδαμνιές,
σε τροπικό ένα δείλι.

Μα πού ’ναι η αγάπη;
Πνίγηκε στο μίσος και στο ψέμα
και στο κελί μου φτάνουνε
σπαραχτικές κραυγές.
Κι οι παπαρούνες έγιναν
ένα μπουκέτο από πληγές
και στάζουν αίμα. 



ΝΑΓΚΑΣΑΚΙ

Ε, Τσάρλυ, τραβήξου από τον ήλιο.

Σήμερα έπεσε η Ατομική...
Σήμερα στα λιμάνια,
οι σωματέμποροι κι οι πορτοφολάδες
μπορούν να περηφανεύονται

που δεν έγιναν Εφευρέτες...
Σήμερα
θα μπορούσε να λέει στην προσευχή της
μια πόρνη: 
Θεέ μου, σ’ ευχαριστώ

που δεν γέννησα...


Η ΣΤΑΧΤΗ

Η Στάχτη.
Η εποχή μας βιαζότανε, Σάρα.
Τα ήθη και έθιμα της φυλής σου
δεν πρόφθασα να τα καταλάβω.
Τώρα
είμαι μπροστά σ’ ένα «τείχος δακρύων»,
είμαι μπροστά σ’ έναν πόλεμο.
Θέλω κάτι να πω στους δικούς σου,
μα δεν ξέρω τον τρόπο.
Όμως, Σάρα, γνωρίζεις καλά
πως εμένα τον αριθμό μου
μου τον τυπώσανε στην καρδιά μου.
Και γι’ αυτό, σε παρακαλώ να με βοηθήσεις.
Εσένα θα σε πιστέψουνε, Σάρα.
Σήκωσε τα φουστάνια σου
και φώναξε τη φυλή σου.

Οι δικοί σου
το ξέρουνε πως δεν είσαι φοράδα.
Και όταν θα δούνε ο αριθμός σου
‒ο τυπωμένος απάνω στον γοφό σου‒
πως τυπώθηκε με πυραχτωμένο ατσάλι,
θα καταλάβουνε, Σάρα,
ότι ο αριθμός αυτός
είναι Πόλεμος,
όπως ήτανε πόλεμος
και το πρώτο στρατόπεδο
και το δεύτερο
της μαρτυρικής Πολωνίας.
Και οι Δόκτορες, Σάρα,
Σιντλάουσκυ, Χαϊσμέγερ και Ρέζενταλ
δεν ήτανε παρά πόλεμος.
Όπως ήτανε πόλεμος
κι η σαδίστρια Μπιντς
και η Βέρα η Σάβεκβαρτ
κι η ομάδα των «D»
και ο Στάιχερ
και ο Στρόοπ.
Και όταν οι πατριώτες σου, Σάρα,
καταλάβουν πως δυο δεκανίκια
σημαίνουνε «Πόλεμος»,
θα ξαναγίνουν... πολλοί.
Τα πέντε εκατομμύρια των Μαρτύρων
θα ’ρθούνε στην Παλαιστίνη.
Τότε
‒το ξέρω πως δεν θα λυγίσεις‒
ανάλαβε τις συστάσεις!
Οι πατριώτες μας! Πατριώτες,
μας έρχονται απτον ΠΟΛΕΜΟ.
Ονόματα και μαρτύρια
και ηρωισμούς
να μην αναφέρεις.
Αν όμως σου χρειαστούνε,
ξεχώρισε τα παιδιά.
Που για να κερδίσει ο πόλεμος χώρο,
τα κεφαλάκια τους συντριβόντανε στα ντουβάρια
προτού πεταχτούνε στα κρεματόρια.
Και,
Σάρα,
να μην ξεχάσεις τη στάχτη...
Τη στάχτη Εκείνη από την Ολλανδία,
που σας τη στείλανε για να μάθετε
πως ο πόλεμος
έχει πολλές ιδιοτροπίες.

Και πες στους συμπατριώτες σου,
πως ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΡΧΕΤΑΙ.
Και σύστησέ τους να πολεμήσουνε
να τον αποτρέψουν.
Αν δεν σε πιστέψουνε, Σάρα,
ο τόπος σας
θα γιομίσει φαντάσματα...

Τότε
να κλέψεις κρυφά και να κρύψεις τη στάχτη.

Τη στάχτη εκείνη από την Ολλανδία.
Όχι γιατί την πληρώσατε ακριβά,
αλλά γιατί, μέσα εκεί,
μπορεί να κρύβεται καμιά Σπίθα...


*

ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΕΡΖΗΣ ‒ ΦΩΤΗΣ ΑΓΓΟΥΛΕΣ
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ


Ποίηση: Φώτης Αγγουλές
Μουσική: Μιχάλης Τερζής
Ερμηνεία: Γιώργος Ζωγράφος
Δίσκος:
 Στην άδεια την πόλη, 1978

Να ’μαι, ξανάρθα πίσω
κι έχω τραγούδια να σας πω
 
πολλά, μα, πριν σας τραγουδήσω,
πού είν’ τα κρίνα; Πού είν’ τα γιασεμιά;
Έχω μια θλίψη να κοιμίσω....

*

ΑΚΡΟΓΙΑΛΙΕΣ

Ετούτα τα φύκια που βλέπεις,
αγαπητέ Ρίτσο,
είναι ελπίδες
και όνειρα
και απελπισίες.
Από ’δώ ξεκινούν οι ελπίδες,
έρχονται κι ακουμπούν οι απελπισίες
κι ονειρεύονται...
Μήπως, Γιάννη, γνωρίζεις
αν η θάλασσα ξεκινά από ’δώ
ή εδώ τελειώνει;
Εμείς οι θαλασσινοί δεν το ξέρουμε.
Και σε όλη μας τη ζωή
μελετούμε τα φύκια.
Ξαπλωνόμαστε και καπνίζουμε όνειρα
και ταξίδια,
με μια πίπα που κόψαμε
από γιούσσουρο που δεν έδεσε.
·····················································
Θα σου στείλω ένα κοράλλι.
Θα ’ναι κόκκινο σαν καρδιά,
να παρακαλείς μοναχά
να με πάρουνε τα καράβια.


Γιάννης Ρίτσος 1 Μαΐου 1909, Μονεμβασιά - 11 Νοεμβρίου 1990, Αθήνα Σχέδιο, Μπάμπης Ζαφειράτος, 10.V.2015 (Μελάνι, 29 χ 21 εκ.)
Γ Ι Α Ν Ν Η Σ   Ρ Ι Τ Σ Ο Σ
(Δυο ποιήματα)


ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟ ΘΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΙ

                                                                    Στον Φώτη ΑΓΓΟΥΛΕ

Μόλις προχτές το μάθαμε που ο Φώτης είναι άρρωστος,
‒ δύσκολα φτάνει η φωνή μέσ’ απ’ τα σίδερα.
Οι ψαράδες της Χιός φέραν στα φρύδια τους την αργασμένη τους παλάμη κι αγνάντεψαν πέρα μακριά εκεί που θαμπίζουν οι ρίζες του αέρα.
Το φως είναι παπαριασμένο σαν τα χέρια της χήρας που ξενοπλένει,
τα θαλασσοπούλια περνάνε ξυστά στο νερό.
Θα ’vαι παγωμένα τα πόδια των γλάρων.

Ανάμεσα στα κατάρτια και τις σκοινένιες σκάλες
είδαμε τα μάτια του Φώτη καρφιτσωμένα απ’ τη θλίψη να μας           
     χαμογελούν.
«Το παιδί μας είναι άρρωστο», συλλογίστηκαν οι ψαράδες
και τ’ αλμυρά τους μάτια θάμπωσαν
όπως θαμπώνει το λέπι του ψαριού έξω απ’ τη θάλασσα.
Στα δάκτυλά τους, καθώς μπάλωναν τα δίχτυα τους,
πέτρωσε ή σαΐτα σα μαχαίρι. Ξέρουν οι ψαράδες ‒
όπως ξέρει κι ό Φώτης να πλέκει τα τραγούδια του
ολημερίς μες στο λιοπύρι της καρδιάς του
να πλέκει εκείνο το μεγάλο δίχτυ
να πιάσει τη χαρά για τους φτωχούς ψαράδες του.

Ο Φώτης ξέρει από πικρό νερό κι από πικρό ψωμί
ξέρει τη δύναμη του νερού και του χεριού
ξέρει από κουπί
ξέρει την αλμυρή σταγόνα στο μάγουλο της φτώχιας,
το πιάτο με το βρασμένο στάρι και τα κουκιά του ροδιού
όταν χτυπάει η καμπάνα του νησιού το Ψυχοσάββατο
και πάνου στο μώλο είναι απλωμένο ένα σύγνεφο
όπως απάνου στο κρεβάτι η μπαλωμένη φανέλα του σφουγγαρά που δε
     θα τη φορέσει.

Ο Φώτης ξέρει τι θα πει να περιμένεις, να σε περιμένουν,
ο Φώτης ξέρει να περιμένει τον ήλιο,
ο Φώτης άρρωστος και μες στη φυλακή
ξέρει να ζυμώνει τον ήλιο στο στίχο του
όπως οι μανάδες ζυμώνουν στη σκάφη το ψωμί μας.

Φώτη, μια μεγάλη σταγόνα πέφτει απ’ την πένα μου στο χαρτί πού σου 
     γράφω.
Έτσι πάντα μια αλμυρή σταγόνα πέφτει απ’ την ψυχή μας τούτο τον
     καιρό.

Βλέπεις το σύγνεφο με τους μπαλωμένους αγκώνες του;
Βλέπεις το λιόγερμα πώς αντιφέγγει σ’ ένα πανέρι με μικρόψαρα;
Έτσι ώρες-ώρες αντιφέγγει όλη ή ομορφιά του κόσμου στην καρδιά του
     ανθρώπου
Είναι απ’ την αδικία, Φώτη. Κι είναι η λύπη.

Μα αν μπορούσες, Φώτη, να δεις ένα γλάρο θα ’βλεπες που ’ναι ένα κουβάρι τρυφερή κλωστή
που φτάνει να τυλίξεις τρεις κι εφτά φορές τον κόσμο ολόκληρο
     μ’ ελπίδα.
Αν μπορούσες να δεις τα μάτια των εργατών και των ψαράδων σου ‒
Μα, ξέχασα, εσύ βλέπεις, Φώτη.

Η γριά η πατρίδα σου, η αντρογυναίκα, η ψαρομάνα
ολονυχτίς κάτου απ’ τα εφτάφλογα λυχνάρια των άστρων
πλέκει με τις μακριές καλτσοβελόνες της
όλο το φως για τα φυλακισμένα αγγόνια της.

Τα καράβια φεύγουν, έρχονται.
Μένουν οι τούφες του καπνού πάνω απ’ το μέτωπο του πόντου
όπως οι θάμνοι όπου κρύβουν τα παιδιά μια φυσαρμόνικα τα βράδια του    
     καλοκαιριού.
Ύστερα ακούγεται το τραγούδι. Σβήνουν οι καπνοί.
Το τραγούδι δε σβήνει. Όλα αλλάζουν, Φώτη.
Δεν αλλάζει ό δρόμος μας για τον ήλιο.

Φώτη, τις νύχτες φωσφορίζουν μυστικά τα πέλαγα.
Τ’ όνειρο φωσφορίζει στις καρδιές μας, Φώτη.
Είναι κάτι χοντρά χέρια σαν τις ρίζες του πλάτανου γεμάτα βεβαιότητα. Είναι κάτι μεγάλα δευτερόλεπτα φωτισμένα απ’ τους μαβιούς προβο­λείς των σταφυλιών.
Κάτι τσιμεντένιες μορφές φωτισμένες απ’ τις ασετιλίνες των
     ψαρά­δικων.
Ένα τετράγωνο σαγόνι ακουμπισμένο στις δυο παλάμες
σαν ένα κασόνι δυναμίτης ανάμεσα στις δαγκάνες του γερανού
σαν ένα θωρηκτό ανάμεσα στα πλευρικά του φώτα.
Ένα μεγάλο καμάκι στη γωνιά της θαλασσοταβέρνας.
Στο σανιδένιο τραπέζι το δάγκωμα του σουγιά ‒
ο όρκος του ναυτεργάτη: θα καμακώσουμε το άδικο. Ξέρεις.

Γι’ αυτό ποτέ δεν είναι νύχτα, Φώτη.
Τα φώτα ανάβουν ένα-ενα. Πράσινο και κόκκινο. Χιλιάδες φώτα.
Τα φώτα τρέμουν στο νερό, όπως τρέμει
τό χέρι του αυριανού εμβατήριου πάνου στήν τεντωμένη σιωπή των
     τυμπάνων
όπως το χέρι του Γιαννόπουλου πού έγραφε μέσα στο κελί του
το τελευταίο του γράμμα.
Το γράμμα δεν ξεχνιέται. Δεν ξεχνιούνται.

Αυτά τα γράμματα, Φώτη, προστατεύουν το ψωμί και το φιλί, προστατεύουν το φεγγάρι, τα φασολάκια, τα μαντολίνα,
τα βιβλία, τ’ αγάλματα, το δίκιο. Σίγουρα.

Κάτου απ’ τις κασμαδιές του ήλιου πέφτουν οι σουβάδες των ίσκιων.
Ο ορίζοντας πια είναι ένα βιβλίο που μπορούν να το διαβάσουν όλοι. Ακόμα και στην πιο μεγάλη πίκρα μας μπορούμε να διαβάζουμε τις
     επετείους των άστρων
όπως διαβάζουμε στους τοίχους της φυλακής τα ονόματα των
     εκτελεσμένων συντρόφων μας.
Ό,τι κι αν κάνουν η Ειρήνη θα κερδίσει.

Γεια σου, Φώτη. Να ’σαι καλά. Μια νύχτα
θα σεργιανίσουμε μαζί σ’ ακρογιάλι της Χιός λέγοντας τα
     τραγούδια μας,
έτσι γλυκά και μαλακά θα σεργιανίσουμε πάνου στα φύκια που
     ξεβράσαν οι φουρτούνες.

Μα, πάλι, αν λείπουμε και μεις θα σεργιανίσουν τα τραγούδια μας
γιατί ό,τι μας χρωστάει η ζωή εμείς το δώσαμε στον κόσμο.
Και ο ήλιος, Φώτη, που περιμένουμε
είναι μεγάλος κι είναι δίκαιος ‒ δε θα ξεχάσει
να μας κρατήσει ένα χοντρό κομμάτι φως στο μερτικό μας.

Έτσι λοιπόν, και γεια σου, Φώτη. Δεν έχω τίποτ’ άλλο να σου στείλω μονάχα τη στρωτή αμμουδιά της πίστης μου
μονάχα δυο σελίδες απ’ το φως της αυριανής ειρήνης
να σου θυμίσω μονάχα την αγάπη μας. Γεια σου, αδελφέ μας.

ΑΘΗΝΑ, Σεπτέμβρης 1953

«Η Αυγή», 10 Ιουνίου 1965, σελ. 2.

*

ΦΩΤΗΣ ΑΓΓΟYΛΕΣ

Ήταν ένα βασανισμένο, απλό παιδί του λαού,
ψάρευε, πάλευε, πεινούσε, τραγουδούσε,
χρυσόψαρα δεν έκλεινε στη γυάλα·
του δειλινού τα ρόδα δεν τα πολυκοίταζε.

Έφυγε ο Φώτης. Μην τον κλάψτε.
Σε μιαν ακρογιαλιά της
Xιός ψαρεύει ακόμα.
Στη νοτισμένην αμμουδιά βλέπουν τον ίσκιο του οι ψαράδες.
«Γεια σου» του λένε και χαμογελάνε.

Εχ, με της φυλακής τα σίδερα έσιαχνε
βαρίδια και βαρίδια για βαθιά ψαρέματα·
στίχο το στίχο τους καημούς, φελλούς τούς λάφρυνε
μη και βουλιάξει το τραγούδι μέσα στ’ άδικο.

Kουπί, πανί, καμάκι, αγκίστρια κι άγκυρα,
στην κουπαστή του φεγγαριού πανέρι με τα παραγάδια,
άσπρος, πετούμενος σταυρός γλαρόπουλου στο σούρπωμα
επάνω απ’ τα κατάρτια, ήταν ο Φώτης.

Έφυγε.
Mην τον κλάψτε. Tραγουδήστε τον.
Σε μια γωνιά, στην έγνοια του φτωχού, βραχόσπαρτη,
ο Φώτης με την ψάθα του, καταμεσήμερα
ψαρεύει ακόμα τ’ άπιαστο και τ’ άφραστο.

Ψαρεύει ακόμα ο Φώτης με την πετονιά του στίχου του
ένα χαμόγελο που εκείνος δεν το γνώρισε,
ένα χαμόγελο να το χαρίσει το καλό τ’ απόβραδο
στους φίλους του τρατάρηδες και στα φτωχόπουλα.

Έφυγε ο Φώτης. Μην τον κλάψτε. Τραγουδήστε τον.

                                                                      
AΘHNA, 29.III.64

«Η Αυγή», 31.3.64, σελ.2

(ΣΥΝΤΡΟΦΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ, Αφιέρωμα στα 40χρονα του ΕΑΜ,
Τρίτη έκδοση συμπληρωμένη,
  ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ, Αθήνα 1988)

* * *

ΘΩΜΑΣ ΜΠΑΚΑΛΑΚΟΣ ‒ ΦΩΤΗΣ ΑΓΓΟΥΛΕΣ
ΜΗΝ ΚΑΡΤΕΡΑΤΕ

Πρωτοχρονιά 1956

Κι εφέτος η πρωτοχρονιά στη φυλακή με βρίσκει,
κι άδειο κανίσκι είν’ η καρδιά και μαύροι γύρω μου ίσκιοι.
Κι έτσι καθώς σε σκέφτομαι Χαρά που μού ’χεις λείψει,
μου σιγοτραγουδά η βροχή του σύννεφου τη θλίψη.

Μην καρτεράτε

Μην καρτεράτε να λυγίσουμε
μήτε για μια στιγμή,
μήδ’ όσο στην κακοκαιριά
λυγάει το κυπαρίσσι.
Έχουμε τη ζωή πολύ,
πάρα πολύ αγαπήσει.


ΦΩΤΗΣ ΑΓΓΟΥΛΕΣ - ΠΑΝΟΣ ΤΖΑΒΕΛΛΑΣ
ΠΟΡΕΙΑ ΜΕΣ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ



Αφού είναι αγώνας η ζωή ποια λύτρωση ζητάς
στάσου ορθός στους τύραννους και μην τους προσκυνάς
κι έλα με μας κι έλα με μας

Προτίμησε την μοίρα μας από την μοναξιά σου
σε καρτεράει η αγάπη μας ζητάει την συντροφιά σου
κι έλα με μας κι έλα με μας

Δεν έχει λύτρωση η ζωή μια πάλη μας προσμένει
Έλα με μας με τους πολλούς που πάμε αγκαλιασμένοι
Κι έλα με μας κι έλα με μας

*
01 Μόνο Η Ψυχή Σου (Απαγγελία)
02 Μείνε
03 Το Στίγμα
04 Σταυροί (Απαγγελία)
05 Ο Δρόμος Μας (Απαγγελία)
06 Ώρα Καλή (Χορωδία)
07 Μην Καρτεράτε (Χορωδία)
08 Πένθιμο Εμβατήριο (Απαγγελία)
09 Λύτρωση
10 Ναγκασάκι
11 Αφρόκρινα (Απαγγελία)
12 Ο Τζιώρτζιο (Απαγγελία)
13 Αν..
14 Παπαρούνες
15 Νανούρισμα

Lyrics [Poetry] – Φώτης Αγγουλές

Vocals – Νατάσα Παπαδοπούλου (tracks: Α3,Β2,Β6,Β7),
Πάνος Τζαβέλας (
tracks: Α2,Β1,Β5)

Bouzouki – Γιώργος Μπουτσινος
Classical Guitar, Bass – Ανδρομίδης
Harmonica, Flute [Φλογέρα], Ocarina – Μάνος Αβεράκης
Piano – Στάθης Ουλκέρογλου
Twelve-String Guitar – Χρήστος Γκέρτσος

*

*

ΦΩΤΗΣ ΑΓΓΟΥΛΕΣ

Γεννήθηκε το 1910 στον Τσεσμέ της Μ. Ασίας και πέθανε στις 28 Μαρτίου 1964. Εγκαταστάθηκε μετά τη Μικρασιατική καταστροφή στη Χίο, όπου ζούσε ως ψαράς. Κατά τον πόλεμο διέφυγε στη Μ. Ανατολή και μετά την απελευθέρωση γνώρισεν εξορίες και φυλακίσεις λόγω της αριστερής του δράσεως. Τύπωσε την πρώτη συλλογή του Αμαβασιά στα 1934. Ακολούθησαν: Κραυγές στον ήλιο, Μενεξέδες, Εντελβάις, Ο λαός της πατρίδας μου. Επίσης στη Μ. Ανατολή κυκλοφόρησε τις συλλογές Οπτασίες στην έρημο, Φλόγες του δάσους και Φωνές. Τελευταία του συλλογή είναι η Πορεία μέσα στη νύχτα.
(Βλ. και: Γ.Δ.Κ.: Φ. Αγγουλές, π. Επιθεώρηση Τέχνης, τ. Δ΄, αρ. 21, 1956. ‒ Γ. ΠΕΤΡΙΔΗ: Φώτης Αγγουλές, Αθ. 1962. ‒ Π. ΧΑΛΚΕΝΤΕΡΟΥ: Ένας πικραμένος ποιητής, εφ. Ελεύθερος, 18 Μαρτ. 1962)
Ανθολογία Μιχ. Περάνθη, Γ΄, σελ. 405-406
*

ΦΩΤΗΣ ΑΓΓΟΥΛΕΣ
Γεννημένος στη Χίο ο Φώτης Αγγουλές έρχεται σε επαφή με το κομμουνιστικό κίνημα από τις αρχές της δεκαετίας του 1930. Με την Κατοχή καταφεύγει στη Μέση Ανατολή, όπου τον Απρίλη του 1944 συλλαμβάνεται για την ΕΑΜική του δράση από τους Άγγλους και μαζί με άλλους κομμουνιστές κλείνεται σε φυλακή της Παλαιστίνης. Από κει, σε διάφορα στρατόπεδα και τέλος στο κολαστήριο του Ντεκαμερέ. Τέλη Νοεμβρίου του 1945 απελευθερώνεται και επιστρέφει στη Χίο (χωρίς τη γυναίκα του - δεν το επέτρεψαν οι Αγγλοι), όπου συνεχίζει να αγωνίζεται και να διώκεται.
Στις 10 Ιανουαρίου 1946 ο ταγματάρχης - διοικητής της Χωροφυλακής Χίου, Ντουβλάς Ελευθέριος, ενημερώνει εγγράφως το Γραφείο ΧΙ/Γ του Γενικού Επιτελείου Στρατού, ότι «ο Φώτης Αγγουλές (...) εδηλητηριάσθη ψυχικώς, διεστράφη πνευματικώς και επίστεψε εις τα ιδέας του κομμουνισμού. Κλεισθείς δε υπό των Συμμαχικών Δυνάμεων εις Ντεκαμερέ, ετελειοποίησε τας αντεθνικάς ιδέας του». Παρακάτω ο διοικητής ενημερώνει το ΓΕΣ ότι «εις τον εν λόγω ασπασθέντα τας κομμουνιστικάς ιδέας, επεδείχθη η συνήθης δήλωσις, συνταχθείσα συμφώνως προς τας σχετικάς διαταγάς». Και το έγγραφο καταλήγει: «Την υπογραφήν τής δηλώσεως ηρνήθη επιμόνως. Έκτοτε παρακολουθείται η δράσις του».
Με την ανάπτυξη της πάλης του Δημοκρατικού Στρατού, ο Αγγουλές τυπώνει έντυπα του ΔΣΕ κρυμμένος σε μια στέρνα στο Βατάδο. Εκεί μια μέρα του Μάρτη του 1948 συλλαμβάνεται, δικάζεται από στρατοδικείο και καταδικάζεται σε θάνατο. Ο Αγγουλές γλίτωσε την εκτέλεση χάρη στον ξεσηκωμό όλου του νησιού και διεθνείς διαμαρτυρίες. Δεσμώτης επί οκτώ χρόνια στα κολαστήρια Βούρλων, Μακρονήσου, Κεφαλονιάς, Αλικαρνασσού, Ιτζεδίν, του νοσοκομείου «Άγιος Παύλος» και Κέρκυρας, αποφυλακίστηκε βαριά άρρωστος το 1956. Επιστρέφει στη Χίο και «ζει» παρακολουθούμενος...
Συνέρχεται λίγο και γίνεται - επιτέλους - μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Κανείς δεν επιτρέπεται να του δώσει δουλειά. Ανέχεια και μοναξιά τον βασανίζουν. Το 1963 καταρρέει - σωματικά και ψυχολογικά - από μολυβδίαση. Δεν τρώει, δεν πίνει, δεν μιλά. Αρχές του 1964, με παρέμβαση του Σωματείου Τυπογράφων, του δίνεται μια ψωροσύνταξη.
Στις 27 Μαρτίου παίρνει το καράβι «Κολοκοτρώνης», για Πειραιά. Ταξιδεύοντας στην τρίτη θέση ξεψυχά από πνευμονικό οίδημα. Στην τσέπη του βρέθηκαν μόνο 20 δραχμές. Αμέσως μετά το θάνατό του, ο Γιάννης Ρίτσος τον τιμά με ένα ποίημά του και ο Ανδρέας Καραντώνης ραδιοφωνικά. Ποιήματά του μεταφράστηκαν και εκδόθηκαν σε Γαλλία, Γερμανία, Αγγλία, Σοβιετική Ένωση, Βουλγαρία, κ.α.

902

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.