Depression Bread Line, by George Segal (1991)
*
Κώστας Γουλιάμος
Τράπεζες ή η Χρηματιστική Ολιγαρχία στην Κύπρο του 21ου Αιώνα
Με αφορμή τη σθεναρή άρνηση του Υπουργείου Οικονομικών και των τραπεζών στην Κύπρο για επιβολή φόρων επί του χρηματοπιστωτικού συστήματος--όπου η άρνηση φορολόγησης είναι η συνειδητή αποστολή του αστικού κράτους.
Η Κύπρος αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μικρής καπιταλιστικής οικονομίας με τη συγκέντρωση του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου να έχει φτάσει σε επίπεδα που υπερβαίνουν κατά πολύ την παραγωγική της βάση.
Συγκεκριμένα, οι 5 μεγαλύτερες τράπεζες κατέχουν περίπου 90 % του συνολικού τραπεζικού ενεργητικού, δηλαδή περίπου €59–60 δισ., που αντιστοιχεί σε ~160 % του ετήσιου ΑΕΠ (~€37–38 δισ.).
Με άλλα λόγια, οι 5 μεγαλύτερες τράπεζες ελέγχουν ένα τραπεζικό ενεργητικό που ξεπερνά κατά 1,5 φορές το ετήσιο συνολικό ΑΕΠ. Τα 2/3 και πλέον του ΑΕΠ βρίσκονται, μέσω τραπεζικών ισολογισμών, συνδεδεμένα με τον χρηματοπιστωτικό τομέα.
Με βάση το ΑΕΠ, οι 5 τράπεζες διαθέτουν μεγαλύτερη οικονομική δύναμη από την ίδια την ετήσια παραγωγή της χώρας.
Ωστόσο αυτό δεν αποτελεί απλώς έναν οικονομικό δείκτη, αλλά ένδειξη πολιτικής ισχύος: οι τράπεζες ελέγχουν τη ροή χρηματοδότησης προς επιχειρήσεις, νοικοκυριά και αγροτικές κοινότητες, καθιστώντας το τραπεζικό σύστημα τον κεντρικό παράγοντα αναπαραγωγής της οικονομικής και κοινωνικής τάξης.
Θα έλεγα πως η καπιταλιστική κρίση του 2013 αποκάλυψε την κερδοσκοπική ασυδοσία των τραπεζών και τα όρια αυτού του συστήματος.
Τα τραπεζικά assets είχαν φτάσει πάνω από 6–7 φορές το ΑΕΠ, και η κατάρρευση της Λαϊκής Τράπεζας και η “αναδιάρθρωση” της Τράπεζας Κύπρου επέβαλαν μεταφορά του κόστους από τις τράπεζες στον ίδιο τον λαό, στην εργατική τάξη, στους εργαζόμενους, στην ίδια την κοινωνία.
Το Υπουργείο Οικονομικών, η Κεντρική Τράπεζα και η ΕΕ επέβαλαν μέτρα στήριξης των τραπεζών, αφήνοντας όμως την πλειονότητα των πολιτών εκτεθειμένη σε χρέος, απώλειες καταθέσεων και περιορισμένη πρόσβαση σε κεφάλαια.
Η πολιτική αυτή καθιστά σαφή τον ρόλο του κράτους ως υποστηρικτή του αστικού κεφαλαίου, όπως ακριβώς το διατυπώνει ο Μαρξ στο Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος: “Η σύγχρονη κρατική εξουσία δεν είναι παρά μια επιτροπή που διαχειρίζεται τις κοινές υποθέσεις ολόκληρης της αστικής Τάξης”.
Σήμερα, παρά τη μείωση του τραπεζικού ενεργητικού σε σχέση με την προ-κρίσης εποχή (~228–256 % του ΑΕΠ), οι τράπεζες συνεχίζουν να κατέχουν πολύ μεγαλύτερη οικονομική δύναμη από ό,τι δικαιολογείται από την παραγωγική βάση της χώρας.
Η συγκέντρωση αυτή είναι εξαιρετικά υψηλή σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο: στις χώρες της ΕΕ οι πέντε μεγαλύτερες τράπεζες συνήθως κατέχουν περίπου 70 % των τραπεζικών assets, ενώ στην Κύπρο το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 90 %.
Επιπλέον, η κοινωνική ανισότητα ενισχύεται από την οικονομική συγκέντρωση: το 1 % των πιο πλούσιων Κύπριων κατέχει περίπου 33,3 % του συνολικού πλούτου, ενώ το 50 % του πληθυσμού κατέχει μόλις ~4 %.
Το δε πλουσιότερο 10% των Κυπρίων κατέχει περίπου το 66,7% του συνολικού καθαρού προσωπικού πλούτου της χώρας.
Το ποσοστό αυτό σημείωσε σημαντική άνοδο την τελευταία 25ετία, αφού το 2000 το αντίστοιχο μερίδιο ήταν 50,7%.
Παράλληλα, το συνολικό χρέος των νοικοκυριών ανέρχεται σε περίπου €19,9 δισ., ή ~55 % του ΑΕΠ, και περιλαμβάνει ενσωματωμένα και τα αγροτικά δάνεια, τα οποία ωστόσο δεν διαχωρίζονται στατιστικά,
Η Ιστορία διδάσκει ότι τέτοιες συγκεντρώσεις κεφαλαίου οδηγούν σε αναπόφευκτες κοινωνικές αντιθέσεις.
Όπως σημείωνε ο Μαρξ, η συσσώρευση κεφαλαίου συγκεντρώνει την οικονομική ισχύ σε λίγα χέρια και αυξάνει την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης.
Αργότερα ο Λένιν μιλούσε για τον ρόλο του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου ως εργαλείου πολιτικής και κοινωνικής κυριαρχίας.
Στην Κύπρο, οι τράπεζες, με τη στήριξη των αστικών κυβερνήσεων και της ΕΕ, λειτουργούν ως μηχανισμός διατήρησης της αστικής κυριαρχίας, ελέγχοντας την κοινωνική και οικονομική ζωή, μεταφέροντας τον πλούτο από την συμπαγή πλειονότητα των εργαζομένων προς την οικονομική ολιγαρχία.
Εφόσον αυτές οι προκλητικές τάσεις συνεχιστούν έως το 2030, η κοινωνία θα οδηγηθεί σε βαθύτερη πόλωση και αποδόμηση της κοινωνικής συνοχής.
Οι τράπεζες θα αυξήσουν τη συγκέντρωση κεφαλαίου μέσω δανείων υψηλού κινδύνου, επιτοκίων και ελέγχου βασικών χρηματοοικονομικών εργαλείων, ενώ οι εργαζόμενοι, οι αγρότες και τα μικρομεσαία νοικοκυριά θα υποφέρουν από διευρυνόμενη δομική φτώχεια, χρέος και υλική στέρηση.
Το 1 % των πλουσίων θα ενισχύσει περαιτέρω το μερίδιό του στον συνολικό πλούτο, φτάνοντας πιθανώς στο 40–45 %, ενώ η μισή κοινωνία θα συνεχίσει να κατέχει λιγότερο από 5 %.
Επιπρόσθετα, οι αγρότες θα βρεθούν σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση λόγω διαρκούς πίεσης για πληρωμές δανείων, ενώ θα ενισχυθεί η εξάρτησή τους από το τραπεζικό κεφάλαιο.
Από την άλλη οι μικρομεσαίοι θα αντιμετωπίσουν ανάλογα προβλήματα, αφού οι τράπεζες θα ελέγχουν σχεδόν αποκλειστικά τη ροή της χρηματοδότησης.
Συνολικά, η Κύπρος δεν είναι απλώς μια μικρή οικονομία. Είναι ένα εργαστήριο συγκέντρωσης χρηματοπιστωτικής δύναμης και κοινωνικών ανισοτήτων.
Οι τράπεζες, με την κρατική και υπερεθνική (ΕΕ) στήριξη, λειτουργούν ως κεντρικοί φορείς αναπαραγωγής της αστικής κυριαρχίας από την οικονομική ολιγαρχία του 1% ή/και 10%.
Άλλωστε η Κύπρος καταγράφει μία από τις πιο απότομες αυξήσεις στην ανισότητα πλούτου στην Ευρώπη λόγω της συγκέντρωσης -μεταξύ άλλων- κεφαλαίων στον χρηματοπιστωτικό τομέα.
Ειδικότερα, ο τραπεζικός τομέας δεν αποτελεί έναν ουδέτερο διαμεσολαβητή, αλλά έναν μηχανισμό βίαιης αναδιανομής του πλούτου από την εργατική τάξη και τους εργαζόμενους προς το χρηματιστικό κεφάλαιο, επιταχύνοντας την ανισότητα μέσω 4 βασικών αξόνων, ήτοι :
(α) της μετατροπής του μισθού σε τόκο, όπου ο εργάτης ή ο εργαζόμενος, μέσω των δανείων (στεγαστικών, καταναλωτικών), υποθηκεύει τη μελλοντική του εργασία.
Ένα τεράστιο μέρος του μισθού, που θα έπρεπε να καλύπτει τις ανάγκες αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, επιστρέφει στις τράπεζες ως τόκος.
Ο τόκος είναι ουσιαστικά ένα κομμάτι της υπεραξίας που αποσπάται από τον παραγωγικό κύκλο και καταλήγει στα χέρια των κατόχων του χρήματος.
(β) του πλασματικού κεφαλαίου, όπως το ανέδειξε ο Μαρξ στον τρίτο τόμο του “Κεφαλαίου.
Οι τράπεζες δημιουργούν χρήμα από το μηδέν (μέσω πιστώσεων), διογκώνοντας τις αξίες των περιουσιακών στοιχείων (π.χ. ακίνητα).
Αυτή η τεχνητή άνοδος ευνοεί όσους κατέχουν ήδη κεφάλαιο (το 10% των πλουσιότερων), ενώ αποκλείει την εργατική τάξη από την ιδιοκτησία, καθιστώντας τη στέγαση απρόσιτο εμπόρευμα.
(γ) του κράτος ως εγγυητή: Όταν το τραπεζικό σύστημα καταρρέει, το κράτος παρεμβαίνει μέσω διασώσεων (bail-outs), όπου οι ζημίες κοινωνικοποιούνται (πληρώνονται από τους φορολογούμενους), ενώ τα κέρδη παραμένουν ιδιωτικά.
Έτσι, ο τραπεζικός τομέας λειτουργεί ως αντλία που απομυζά τον κοινωνικό πλούτο, συγκεντρώνοντάς τον σε μια ολιγαρχία που δεν παράγει αξία, αλλά απλώς “νοικιάζει” το μέσο ανταλλαγής.
(δ) της ψηφιοποίησης, καθότι το τραπεζικό κεφάλαιο μειώνει το μεταβλητό κεφάλαιο (μισθούς) και αυξάνει την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, στοχεύοντας στη μέγιστη δυνατή απόσπαση υπεραξίας μέσα από έναν πλήρως ελεγχόμενο και απορρυθμισμένο εργασιακό χώρο.
Ειδικά στην Κύπρο όπου το τραπεζικό δίκτυο συρρικνώνεται δραστικά (μείωση καταστημάτων και προσωπικού), αποτελεί πεδίο έντονης ταξικής σύγκρουσης, αφού η τεχνολογία χρησιμοποιείται ως εργαλείο για την αποδυνάμωση της συλλογικής ισχύος των εργαζομένων.
Επιπλέον, η ψηφιοποίηση επιτρέπει τη μεταφορά τραπεζικών εργασιών (outsourcing) σε μη συνδικαλισμένους τομείς ή σε χώρες με χαμηλότερο κόστος, παρακάμπτοντας τις τοπικές συλλογικές συμφωνίες.
Καταληκτικά, ενώ οι τράπεζες στην Κύπρο καταγράφουν κέρδη δισεκατομμυρίων (πάνω από 3 δισ. την περίοδο 2023-2025), η ψηφιοποίηση παραμένει το κύριο όπλο του κεφαλαίου στο στόχο για περιορισμό της διαπραγματευτικής δύναμης των υπαλλήλων και, βέβαια, τη μεγιστοποιήση της κερδοφορίας του.
*
Σε κάθε περίπτωση, η κυβέρνηση δια του Υπουργού Οικονομικών, επικαλούμενη τη “σταθερότητα” και τις προειδοποιήσεις της ΕΚΤ, προτάσσει τα συμφέροντα των επενδυτών έναντι των λαϊκών αναγκών.
Εν προκειμένω, η “σταθερότητα” μεταφράζεται ως η διασφάλιση της κερδοφορίας του κεφαλαίου, ενώ η εργατική τάξη και τα νοικοκυριά πλήττονται από την ακρίβεια. Η στάση αυτή δεν είναι τυχαία αλλά δομική.
Συν τοις άλλοις, η κυβέρνηση προστατεύει το τραπεζικό κεφάλαιο ως τη “ραχοκοκαλιά” του καπιταλιστικού συστήματος, θυσιάζοντας την κοινωνική πρόνοια στον βωμό της κεφαλαιακής επάρκειας και των “σωστών μηνυμάτων” προς τις “αγορές”.
Συνολικά, οι εξελίξεις στο τραπεζικό σύστημα της Κύπρου συναρτώνται με την πορεία της εγχώριας, ευρατλαντικής και διεθνούς κεφαλαιοκρατικής οικονομίας, τις πιέσεις και τα παιχνίδια που ασκούνται στο πεδίο της οικονομίας πολέμου και των εξοπλισμών για το ΝΑΤΟ, του υπερμνημονίου που λέγεται Ταμείο Ανάκαμψης και πάει… λέγοντας, οξύνοντας έτσι τις αντιφάσεις και βαθαίνοντας τις ανισότητες και τη φτωχοποίηση της κοινωνίας.
*
Ο Κώστας Γουλιάμος είναι τακτικό μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών, πρώην πρύτανης Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου, ποιητής, συγγραφέας.
Ήταν υποψήφιος βουλευτής με το ΚΚΕ (Μάιος – Ιούνιος 2023).
Ιούλιος 2025: Distinguished Fellow (Διακεκριμένο Μέλος) του International Engineering and Technology Institute (IETI)
Οκτ. 2024 Βραβείο Φιλίας από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας
Σεπ. 2023 Βραβείο “εξαιρετικής προσφοράς στη γενική εκπαίδευση”.
2021 Πανελλήνιο βραβείο ποίησης «Jean Moreas» στον Κώστα Γουλιάμο
*
Υποψήφιος ευρωβουλευτής με το ΚΚΕ στις εκλογές Ιουνίου 2024.
Ο Κώστας Γουλιάμος από την Μποτίλια Στον Άνεμο
________
* * *

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.