 |
Fidel vivirá para siempre! Fidel es inmortal!
Φιδέλ Αλεχάντρο Κάστρο Ρους
(Fidel Alejandro Castro Ruz)
Μπιράν Επαρχίας Οριέντε, 13 Αυγούστου 1926 - Αβάνα, 25 Νοεμβρίου 2016
Σχέδιο (2ο από 3 του Κομαντάντε), Μπάμπης Ζαφειράτος, 28.XI.2016
(Μολύβι, 29 χ 21 εκ.) |
Τα αποσπάσματα που ακολουθούν προέρχονται από το αυτοβιογραφικό του μυθιστόρημα
«Είδα να φτάνει ένας γέρος, Μνήμες» (2009), εκδόσεις Opera, 2015
Σε εξαιρετική μετάφραση του Κρίτωνα Ηλιόπουλου
*
Ο Φιντέλ θα ζει παντοτινά! Ο Φιντέλ είναι αθάνατος!
Μαζί με αυτό το βιαστικό
σκίτσο –ελάχιστος φόρος τιμής της Μποτίλιας στον αθάνατο Κομαντάντε– και επειδή
ο οχετός έχει ήδη ανοίξει και δεν πρόκειται να κλείσει ποτέ (ο Στάλιν, ο Μάο
και τα 1001 σκυλιά του Κιμ Γιονγκ Ουν βρήκαν ανταγωνιστή), μεταφέρω εδώ τις
τελευταίες σελίδες από το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του εξαιρετικού συγγραφέα
Ντανιέλ Τσαβαρία (γεν. στην Ουρουγουάη το 1933), «Είδα να φτάνει ένας γέρος,
Μνήμες» (2009) −εκδόσεις Opera, 2015−, ελπίζοντας στην επιείκεια του
μαέστρου Γιώργου Μυρεσιώτη με... την άδεια του, αλλά και με την άδεια
του καταπληκτικού μεταφραστή Κρίτωνα Ηλιόπουλου.
Το βιβλίο είναι ένας
ύμνος στον Φιδέλ, με την… αντίστροφη «βαμπιρική ενέργεια», στην Κούβα και στον
κουβανικό λαό της ανώτερης κοινωνικής προσφοράς, της ασύγκριτης αυταπάρνησης
και της απόλυτης διεθνιστικής αλληλεγγύης.
Ο Τσαβαρία, Ουρουγουανός
μεν, αλλά από το 1969 (μετά από την ιστορική πλέον αεροπειρατεία του) Κουβανός
μέχρι μυελού οστέων, κοντεύει να γίνει ο εθνικός συγγραφέας αυτού του μικρού,
περίεργου νησιού με την πλούσια επαναστατική και πνευματική παράδοση.
Σημαντικό μέρος του έργου
του είναι αφιερωμένο στο άλλο μεγάλο τέκνο της Κούβας, δάσκαλο και μέντορά του,
τον μουσικολόγο, μυθιστοριογράφο και δοκιμιογράφο Αλέχο Καρπεντιέρ,
(1904-1980), γνώριμο και στα καθ’ ημάς, από το 1986 (Εξάντας), με το βιβλίο του
αναφοράς: Ο Αιώνας Των Φώτων (1962).
Τον Ντανιέλ Τσαβαρία,
καθηγητή αρχαίων ελληνικών, λατινικών και κλασικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο
της Αβάνας, μας τον σύστησαν από το 1998 οι εκδόσεις Operα, με 10 έως
σήμερα βιβλία του, όλα σε εξαιρετικές μεταφράσεις του Κρίτωνα Ηλιόπουλου.
(Βιογραφικό στο τέλος).
Μπ. Ζ. - Μποτίλια Στον Άνεμο
*
KOYBA
−Ας ληφθεί υπόψη ότι
ποτέ, κανείς, δεν μου υπέδειξε στην Κούβα πώς και τι πρέπει να γράψω, ούτε
ποτέ με συμβούλεψε κανείς ν’ αλλάξω μια παράγραφο ή να παραλείψω κάποια σκηνή.
Φυσικά, αν κάποιος επιχειρήσει να συκοφαντήσει την Επανάσταση ή τους ηγέτες της
με καταφανή ψέματα, κανένας εκδότης δεν πρόκειται να τον δημοσιεύσει, όμως, στην
Κούβα δεν υπάρχει υπηρεσία λογοκρισίας,, ούτε κάποιος που ν’ ασκεί
λογοκρισία ώστε να καταδικάζει με βέτο κάποιο έργο ή να δίνει το nihil obstat.
Συμβαίνει το ίδιο όπως παντού. Στις ΗΠΑ κανένας δεν θα μου εξέδιδε ένα
μεγάλο εγκώμιο στον Φιδέλ Κάστρο και στην απελευθερωτική του δράση, ούτε
την βαθύτατη περιφρόνηση για τους Ρέιγκαν και Μπους. Οι ίδιοι οι εκδότες
και η ίδια η κοινωνία όπου βασιλεύει ο Πλούτος –ο θεός του χρήματος– καθορίζουν
τι θα εκδοθεί και τι όχι.
Ντανιέλ Τσαβαρία, Είδα να φτάνει
ένας γέρο –Μνήμες
*
ΦΙΔΕΛ
[…] Άρχισα να υποφέρω από τα γόνατά μου, αναγκάστηκα να κάνω εγχείρηση και να κόψω το περπάτημα.
[…] Τέλος πάντων, ό,τι θέλει ο Θεός ας γίνει εγώ όμως δεν είμαι ο Φιδέλ, ούτε έχω την ενεργητικότητα και τα κίνητρά του για να παλέψω τη ζωή...
Με την ευκαιρία, έχω μια δική μου θεωρία για τον Φιδέλ και την ενεργητικότητά του. Πιστεύω ότι ο οργανισμός του διαθέτει εξαιρετικούς τρόπους για να απορροφά ενέργεια σε τεράστιες ποσότητες, κι αυτό το σκέφτηκα για πρώτη φορά όταν έμεινα κάμποσες ώρες κοντά του, σ’ ένα δείπνο του Συμβουλίου του Κράτους. [...]
Ο Κομαντάντε φάνηκε γύρω στις εννιά, φορώντας τη γνωστή στρατιωτική στολή του. Έδειχνε γερασμένος, με γκριζωπή επιδερμίδα και σημάδια κούρασης, όμως, αφού χαιρέτησε τους καλεσμένους και κουβέντιασε λίγο με τον καθέναν, στάθηκε σε μια γωνιά του σαλονιού κι έμεινε να κουβεντιάζει όρθιος εκεί επί δύο ώρες, πάντα μ’ έναν κύκλο καλεσμένων γύρω του. Εγώ αναγκάστηκα να καθίσω γιατί δεν άντεχα τόση ώρα όρθιος, ο Φιδέλ όμως δεν σταματούσε να συζητάει –στο ίδιο σημείο πάντα– με αλλεπάλληλες ομάδες δέκα - δώδεκα ατόμων που εναλλάσσονταν για να τον ακούσουν. [...] μιλούσε αδιάκοπα ώς τις τέσσερις το πρωί. [...]
Όσο περνούσαν οι ώρες, τόσο πιο σφριγηλός και ομιλητικός έδειχνε. Η γκριζόχρωμη επιδερμίδα που είχε στις εννέα το βράδυ, γινόταν φρέσκια και ροδαλή, η φωνή του καλυτέρευε, το πρόσωπο του έβρισκε τη γνωστή στιβαρότητα. Πρώτη φορά τότε αναρωτήθηκα αν εκείνος ο οργανισμός κουκουβάγιας, που ύστερα από τόσες ώρες έδειχνε ανεξήγητη βελτίωση, διέθετε κάποιο χάρισμα ώστε να απορροφά την ενέργεια των γύρω του. [...]
Δύο χρόνια αργότερα, υπό παρόμοιες συνθήκες, επαναλήφθηκε η ίδια σκηνή. Τότε αναρωτήθηκα, στα σοβαρά, μήπως ο Φιδέλ ασκούσε κάποιο ενεργειακό βαμπιρισμό, ακούσιο φυσικά, που του επέτρεπε να ρουφάει την ενέργεια των άλλων όταν διεγείρονται. Αυτό φαινόταν να συμβαίνει τα πρώτα χρόνια της Επανάστασης, όταν μιλούσε για έξι με εφτά ώρες.
Πρώτα ξεσήκωνε το ακροατήριο, και ο κόσμος, έχοντας απελευθερώσει κύματα ενέργειας, κατέληγε εξουθενωμένος. Ο Φιδέλ, αντίθετα, φόρτωνε τις μπαταρίες του για κάμποσες εβδομάδες. Εάν δεν τροφοδοτείται ούτε από την ατμόσφαιρα, ούτε αποθηκεύει την ενέργεια του ακροατηρίου του, τότε θα πρέπει να αναρωτηθούμε σοβαρά: «Τι είναι αυτό που έχει ο Φιδέλ, και οι Αμερικανοί δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα μαζί του;» [...]
Μια φορά, ύστερα από ένα δείπνο στο κυβερνητικό μέγαρο, σ’ ένα αυτόκλητο πηγαδάκι στον διάδρομο, με μια ντουζίνα όρθιους καλεσμένους, κι ενώ ο Φιδέλ συνέχιζε να κουβεντιάζει με ολοένα μεγαλύτερη ζωντάνια, του έκανα ένα άστοχο σχόλιο για το οποίο μετάνιωσα αργότερα. Του είπα ότι στα ταξίδια μου στην Ευρώπη πολλοί κακοπροαίρετοι δημοσιογράφοι με ρωτούσαν συχνά πώς μπορούσα να ζω στο καθεστώς της Κούβας, όπου ένας αιμοσταγής δικτάτορας εμπόδιζε τη δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα, την έξοδο από τη χώρα, την ελευθερία του Τύπου, και τα λοιπά. Εξήγησα τότε στον Φιδέλ ότι η τακτική μου ήταν να παραδεχτώ ότι πράγματι, ήταν δικτάτορας αλλά όχι αιμοσταγής... Δεν του άρεσε το σχόλιο μου, αλλά έβαλε τα γέλια, κι εγώ πήρα το θάρρος και του είπα ότι, κατά τη γνώμη μου, ήταν ένας «dictator» με την έννοια που έδιναν οι Ρωμαίοι της Δημοκρατίας όταν μιλούσαν για τον Κιγκινάτο ή τον Φάβιο Μάξιμο, στους οποίους κατέφευγε η πατρίδα όταν κινδύνευε κι έπρεπε να παρακάμψει την αναβλητικότητα της Γερουσίας. Παρέδιδαν τότε την κυβέρνηση σ’ έναν ενάρετο πατριώτη με αποδεδειγμένη αξιοπρέπεια και στρατιωτικές ικανότητες, για να πάρει άμεσα μέτρα κατά μιας αιφνιδιαστικής εισβολής από τους Γαλάτες ή τις ορδές του Αννίβα και του Αττίλα. Ο Φιδέλ συνέχιζε να χαμογελάει και να με αφήνει να μιλάω. [...]
Ο Φιδέλ δέχτηκε όλα αυτά με χιούμορ και συγκατάβαση, έκανε δυο-τρία καλαμπούρια και μάλλον θα με κατέταξε στους θεοπάλαβους φαφλατάδες. [...] Κι εγώ ο ίδιος όμως έφριξα ενώ ξανάκουγα τα λεγόμενά μου, και αδυνατούσα να εξηγήσω τη συμπεριφορά μου εκείνης της νύχτας.
Αργότερα, κάθε φορά που βρισκόμουν κοντά στον Φιδέλ και μου δινόταν η ευκαιρία να κουβεντιάσω μαζί του, πάντα έχανα τον έλεγχο των λόγων μου και τον γέμιζα βλακείες.
Μια φορά [...] πήγαμε σ’ ένα κρατικό κτίριο όπου ήμουν καλεσμένος [...].
Μέσα στο σαλόνι [...] είδαμε τον Φιδέλ να κάθεται σε μια δερμάτινη πολυθρόνα, απ’ αυτές που χώνεσαι βαθιά μέσα σχεδόν ώς το πάτωμα, και τα γόνατά σου σχεδόν ακουμπάνε στο στήθος. Πήγε να σηκωθεί για να μας χαιρετήσει, αλλά εγώ πάλι τα έχασα με την παρουσία του. Γονάτισα στο πάτωμα, άνοιξα την αγκαλιά μου, τον παρακάλεσα να μη σηκωθεί και του ζήτησα να τον αγκαλιάσω. Δεν μου αρνήθηκε, και με τα χέρια ανοιχτά του είπα:
«Άφησέ με να σε φιλήσω, Κομαντάντε».
Με κοίταξε πάλι με το συμπονετικό χαμόγελο, και γύρισε το μάγουλό του για να τον φιλήσω.
Ορκίζομαι ότι έτσι δεν έχω φερθεί ποτέ σε κανέναν. Δε μου αρέσουν τα φιλιά και οι αγκαλιές, ούτε μ’ αρέσει να παίζω με τη φωτιά, όμως, το επεισόδιο επιβεβαίωσε μια δεύτερη θεωρία μου –στα σπάργανα ακόμα– σχετικά με την ενέργεια του Φιδέλ. Μπορεί να μην την απομυζά από τους άλλους, αλλά να την εκπέμπει ο ίδιος σε αφθονία. Υποθέτω ότι όπως φλογίζει και ξεσηκώνει τα πλήθη στην πλατεία, έτσι συγκλονίζει κι εμένα, αλλά με αλλόκοτα αποτελέσματα. Με κάνει να τα χάνω και να φέρομαι σαν βλαμμένος.
Ίσως η συσσώρευση των κυμάτων που εκπέμπει υπερβαίνει τη ικανότητα αφομοίωσης του μυαλού μου, και γι’ αυτό με ταράζει και με αποσυντονίζει, όπως ο έρωτας αποσυντονίζει την αγαπημένη μου ποιήτρια Καρίλδα Ολιβέρ. Δε βρίσκω άλλη εξήγηση.
Ντανιέλ Τσαβαρία, Είδα να φτάνει ένας γέρος –Μνήμες (2009)
Εκδόσεις Opera, 2016. Μετάφραση Κρίτων Ηλιόπουλος, σσ. 741-751
*
Ντανιέλ Τσαβαρία
Daniel Edmundo Chavarría Bastélica. San Jose de May, Ουρουγουάη, 23 Νοέ. 1933). Μέχρι το 2008, 22 βιβλία στο ενεργητικό του, τα 14 μυθιστορήματα, με άλλα τρία υπό έκδοση, και έχει γράψει σενάρια για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση.
Κορυφαίο του έργο το Χαιρετίσματα στο θείο -1991 (1998) και ακολουθούν: Αν με ξαναδείτε γράφτε μου -1994 (1998), Το μάτι της θεάς -1993 (1999), Κάποτε στη Μαδρίτη -1999 (2000), Όλα εδώ πληρώνονται -1995 (2001), συνεργασία με τον Χούστο Βάσκο (Αβάνα 1943), Το κόκκινο στο φτερό του παπαγάλου -2001 (2002), Το έκτο νησί -1984 (2004), Πρίαπος -2005 (2005), Για τα μάτια σου -2004 (2009), Είδα να φτάνει ένας γέρος –Μνήμες -2009 (2016). Όλα σε εξαιρετική μετάφραση Κρίτωνα Ηλιόπουλου.
Τιμημένος με πολλά βραβεία, μεταξύ των οποίων το Ντάσιελ Χάμετ για το Χαιρετίσματα στο θείο και το σημαντικότερο Edgar Alan Poe το 2002 – στην ιστορία του ο μοναδικός Λατινοαμερικανός–, για το Αν με ξαναδείτε γράφτε μου.
−Χαίρομαι –γράφει στις Μνήμες του– που έχω κερδίσει έναν διαγωνισμό όπου συμμετείχαν τόσες κορυφαίες φυσιογνωμίες του crime fiction, και προπαντός μ’ ένα μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στην Αβάνα, και δεν υπάρχει ούτε μια λέξη κατά του Φιδέλ ή κατά της Κουβανικής Επανάστασης.
Ακολουθεί το βιογραφικό του Τσαβαρία, όπως παρατίθεται στο «αφτί» των βιβλίων του από την Opera.
Mπ. Z.
*
Είναι απολύτως βέβαιο, αν και παράδοξο, το γεγονός ότι ο Ντανιέλ Τσαβαρία δεν έγραψε ούτε μία γραμμή τα πρώτα πενήντα χρόνια της ζωής του.
Στα είκοσι μπάρκαρε σ’ ένα πλοίο για την Ισπανία. Διέσχισε την Ευρώπη και εργάστηκε ως φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι του Αμβούργου, ναύτης σε ελληνικό πλοίο και περιπλανήθηκε στην Ιταλία.
Επιστρέφοντας στη Λατινική Αμερική ολοκλήρωσε τις σπουδές φιλολογίας και εργάστηκε ως ηθοποιός στο Μοντεβιδέο.
Στα 1964, όπως πολλοί αριστεροί διανοούμενοι, έτσι και ο Τσαβαρία βρίσκεται στη Βραζιλία. Το στρατιωτικό πραξικόπημα ανατρέπει τον δημοκρατικό πρόεδρο Joao Goulart και ο Τσαβαρία καταφεύγει στον Ταπαζός, παραπόταμο του Αμαζονίου έχοντας μαζί του τα Ποιήματα του Οράτιου και τις Μεταμορφώσεις του Οβίδιου.
Μετά από οκτώ μήνες παραμονής στη ζούγκλα καταλήγει στις ακτές του Ειρηνικού. Εκεί εργάζεται στο Duty Free του τοπικού αεροδρομίου και κάνει λαθρεμπόριο ουίσκι και τσιγάρων. Παράλληλα συνδέεται με το E.L.N* και το κίνημα των ανταρτών του Φιντέλ Κάστρο.
Στις 27 Οκτωβρίου 1969, το στρατηγείο του E.L.N. του διαμηνύει ότι ένας αντάρτης αυτομόλησε δίνοντας στην αστυνομία μία λίστα με ονόματα όπου εμφανιζόταν και το δικό του. Αναγκάζεται να ξαναφύγει.
Την επομένη επιβιβάζεται σ’ ένα μικρό αεροπλάνο και οπλισμένος μ’ ένα περίστροφο αναγκάζει τον πιλότο ν’ αλλάξει πορεία προς την Κούβα. Όπως λέει ο ίδιος, «Τη χρονιά εκείνη έγιναν εξήντα πέντε αεροπειρατείες με προορισμό την Κούβα».
Έκτοτε ζει στην Αβάνα και διδάσκει αρχαία ελληνικά, λατινικά και κλασική φιλολογία.
Βιογραφικό από το «αφτί» των βιβλίων (Opera).
________________________
−[*Ejército de Liberación Nacional –Εθνικός Απελευθερωτικός Στρατός της Κολομβίας: Ιδρύθηκε το 1964 από τα αδέρφια Φάμπιο και Μανουέλ Βάσκες Καστάνιο. Στις γραμμές του πολέμησε και σκοτώθηκε ο ιερέας Καμίλο Τόρες Ρεστρέτο (1929-1966). Από τις ΗΠΑ και ΕΕ συμπεριλαμβάνεται στη λίστα των τρομοκρατικών οργανώσεων].
Μπ. Ζ.
*
Βλέπε και:
*
Περισσότερα
και