Ο Φιντέλ θα ζει παντοτινά. Ο Φιντέλ είναι αθάνατος

Έφοδος στις Μονκάδες τ’ Ουρανού!: Fidel vivirá para siempre! Fidel es inmortal! - Ο Φιντέλ θα ζει παντοτινά! Ο Φιντέλ είναι αθάνατος!
Φιδέλ: Ένα σύγγραμμα περί ηθικής και δυο μεγάλα αρχίδια στην υπηρεσία της ανθρωπότητας (Ντανιέλ Τσαβαρία)
* Φιντέλ: Αυτός που τους σκλάβους ανύψωσε στην κορφή της μυρτιάς και της δάφνης − Κάρλος Πουέμπλα: Ως τη νίκη Κομαντάντε
*
Κάρλος Πουέμπλα: Και τους πρόφτασε ο Φιντέλ − Μετάφραση προσαρμοσμένη στη μελωδία − 4 Video − Aπαγγελία Νερούδα
* Πάμπλο Νερούδα: Φιντέλ, Φιντέλ, οι λαοί σ’ ευγνωμονούνε * Νικολάς Γκιγιέν: Φιντέλ, καλημέρα! (3 ποιήματα)
* Ντανιέλ Τσαβαρία: Η Μεγάλη Κουβανική Επανάσταση και τα Ουτοπικά Αρχίδια του Φιδέλ * Ντανιέλ Τσαβαρία: Ο ενεργειακός βαμπιρισμός του Φιδέλ * Ραούλ Τόρες: Καλπάζοντας με τον Φιντέλ − Τραγούδι μεταφρασμένο - Video


Τα φρούρια του ιμπεριαλισμού δεν είναι απόρθητα: Μικρή ιστορική αναδρομή στη νικηφόρα Κουβανική Επανάσταση και μέχρι τις μέρες μας ‒ Με αφορμή τα 88α γενέθλια του Φιντέλ ‒ Εκλογικό σύστημα & Εκλογές - Ασφάλεια - Εκπαίδευση - Υγεία (88 ΦΩΤΟ) * Φιντέλ (53)

Τετάρτη, 30 Απριλίου 2008

Πρωτομαγιά

Επειδή έχουμε μνήμη




«Από την 1η του Μάη η εργατική μέρα θα διαρκεί μόνο 8 ώρες»
Αμερικάνικη Ομοσπονδία Εργασίας, Σικάγο, 1886

Κι εκείνη την Πρωτομαγιά, στην απεργία με τους 350.000 εργάτες, «Το αιμα έρρευσεν άφθονον εις τας οδούς». Και το 1889, στο Παρίσι, το 2ο Διεθνές Εργατικό Συνέδριο καθιερώνει την Πρωτομαγιά ως παγκόσμια ημέρα απεργίας.

Τέσσερα χρόνια μετά, στις 2 Μαΐου 1893, Κυριακή, «όπου (λόγω της εργασίας του Σαββάτου) οι εργάται θα δυνηθώσι να λάβωσι μέρος σ' αυτήν», οργανώνεται στη χώρα μας η πρώτη ενωτική Εργατική Πρωτομαγιά από τον Κεντρικό Σοσιαλιστικό Σύλλογο του Σταύρου Καλλέργη.

Από τότε: 1909, Θεσσαλονίκη-Φεντερασιόν· 1912, Αθήνα, για 8ωρο, με συλλήψεις· 1924, Αθήνα πάλι, η πρώτη ματωμένη Πρωτομαγιά· 1933, Ηλεκτρικός Σταθμός Καλλιθέας με τραυματίες και συλλήψεις· 1936, ο Επιτάφιος του Ρίτσου στη Θεσσαλονίκη· 1944, Κατοχή, και οι 200 εκτελεσμένοι στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής...

Τι θέλουμε τώρα με τα φαντάσματα του παρελθόντος; Ούτε Βούλγαρους στη Θεσσαλονίκη έχουμε, ούτε και βασιλεία των Γλύξμπουργκ(!), ούτε τον παππού Πάγκαλο υπουργό Δημόσιας Τάξης (γελοιοδέστερος ο εγγονός, αντί για φούστες μέτραγε... τρίχες στην εποχή του –αν θυμόσαστε), ούτε Μεταξάδες και Κατοχές...

Σήμερα είναι αλλιώς τα πράγματα. Εκτός αυτού, τι σχέση έχουμε με όσους κι εφέτος –από τη Ρώμη, τη Ζυρίχη και τη Ρωσία μέχρι το Σίδνεϋ και το Χονγκ Κονγκ– γιορτάζουν την Πρωτομαγιά με τεράστιες συγκεντρώσεις; Ούτε Λεπέν, εμείς, ούτε και Μπερλουσκόνι· ούτε λευκά κελιά και ορδές νεοναζιστών· ούτε δικτατορίες κορεάτικες.

Μια χούφτα χρυσαυγίτες έχουμε και δυο τρεις νοσταλγούς της χούντας.

Τι φοβόμαστε λοιπόν; Γιατί να βγαίνουμε την 1η του Μάη στους δρόμους;

Μα ακριβώς για να μην έχουμε αυτά που δεν έχουμε. Κι επειδή: Η απαξίωση του πολίτη και η υπεραξία των αγορών, η αβεβαιότητα στην απασχόληση και οι απασχολήσιμοι, οι ευέλικτες μορφές εργασίας και η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, η σταδιακή κατάργηση του ασφαλιστικού συστήματος, οι άθλιες συντάξεις και ο «πυλώνας» των ασφαλιστικών εταιρειών, η εμπορευματοποίηση της υγείας, της παιδείας, του νερού, της ενέργειας οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια σ' αυτά που δεν έχουμε και δεν θέλουμε να έχουμε.

Επειδή το νέο πρόσωπο του ολοκληρωτισμού πλανιέται πάνω απ' την Ευρώπη.

Και επειδή έχουμε μνήμη.

Γιατί χωρίς μνήμη, δηλαδή χωρίς παρελθόν, βουλιάζουμε σ' ένα άθλιο παρόν· και προδιαγράφουμε για τα παιδιά μας το πιο ζοφερό και επικίνδυνο μέλλον.



Πρωτομαγιές
Σικάγο 1886
1. Οι μάρτυρες του Σικάγου: οι Parsons, Engel, Spies και Fischer κρεμάστηκαν, ο Lingg (στο κέντρο) αυτοκτόνησε στη φυλακή.
2. Ξυλογραφία εποχής από την κηδεία των τεσσάρων.
Θεσσαλονίκη, 1936
Κοντά στην Εγνατία δολοφονείται ο Τάσος Τούσης. Οι σύντροφοί του τον ξαπλώνουν σε μια πόρτα. Η φωτογραφία με το θρήνο της μάνας του είναι η πιο γνωστή εικόνα της εξέγερσης και εμπνέει τον Γιάννη Ρίτσο για τον συγκλονιστικό του «Επιτάφιο».


Πρωτοδιμοσιεύτηκε στον ΠΑΛΜΟ, φύλλο 4, Μάιος 2002 

Δευτέρα, 28 Απριλίου 2008

Τα γκαργκανοειδή

Mister Garganas
Τη μια με το ασφαλιστικό, όπου πρέπει –λέει– να δουλεύουμε και μετά θάνατον, την άλλη με τους μισθούς, όπου πρέπει να ζούμε και χωρίς αυτούς, αφού ανεβάζουν –λέει– τον πληθωρισμό, μας τσάκισε ο τραπεζίτης!
Ξέφυγα από τους καρχαρίες
Και νίκησα τους τίγρεις
Μ' έφαγαν όμως
Τα γκαργκανοειδή.
Εικόνα- κόσμημα: Konrad Gesner (1516-1565) – Edward Topsell (;-1638). ΣΦΟΔΡΑ ΑΙΡΕΤΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ 2000 Έκτωρ Κακναβάτος - Σπύρος Κανιούρας, Εκδόσεις Άγρα, 1999

Κυριακή, 27 Απριλίου 2008

Τσέρνομπιλ: 22 χρόνια μετά

Μαύρο Χορτάρι



Έβαλε ιδρώτα και δουλειά προσωπική
­−Πέρασαν έκτοτε αμέτρητοι αιώνες−
Έστησε μια βιοτεχνία τοπική
Πούλαγε ρόπαλα παλούκια και σφεντόνες

Τράβηξε ζόρια όμως δόξα σοι ο θεός
Στρώνει το πράμα κι αρχινάνε οι κονόμες
Μεγάλα ανοίγματα ταμπέλα «& ΥΙΟΣ»
Με διπλοβάρδιες όλες κάλυψε τις νόρμες



Σιγά σιγά «ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ- ΕΞΑΓΩΓΕΣ»
Να σου τον φίρμα και βαρβάτη «κομπανία»
Πάντα με άρτιες τεχνικά εφαρμογές
Το μικρομάγαζο βαριά βιομηχανία

Η εξέλιξή του διαρκώς ανοδική
(Είναι οι πατέντες μα μετράει και η πείρα)
Κολοσιαία είναι πια πολυεθνική
Έχει για έμβλημα έναν ροζ αντιδραστήρα

Μα ένα πρωί −δεν το περίμενε κανείς−
Με ένα "κραχ" σκάει γιγάντιο μανιτάρι
Βαθιά ερημιά σε λίγο πέφτει επί σκηνής
Πνοή καμιά μονάχα μαύρο το χορτάρι
..........................................
Τώρα τα χρόνια μου συντρίμμια και γυαλιά
Περνάνε πάλι εκατομμύρια αιώνες
Κι εγώ γυμνός σε μια πρωτόγονη σπηλιά
Σκαρώνω ρόπαλα παλούκια και σφεντόνες...

(Τσέρνομπιλ = Μαύρο χορτάρι)
Οι στίχοι γράφτηκαν στο Πήλιο δυο μέρες μετά την καταστροφή, στις 28/4/1986
(25/04/01)

Σάββατο, 26 Απριλίου 2008

Ο... Ευρώ αμειφθήσεται με το αρνί του Πάσχα

Η ΑΓΕΛΑΔΑ ΠΟΥ ΜΑΣ... ΑΡΜΕΓΕΙ ΚΑΙ ΠΩΣ
ΟΤΑΝ ΜΑΣ ΕΚΛΕΨΑΝ ΜΙΑ ΧΟΥΦΤΑ ΣΟΥΒΛΕΣ
ΜΕΙΝΑΜΕ ΑΟΜΜΑΤΟΙ

Η Αρπαγή της Ευρώπης (Tiziano, 1477-1576)
Ζούσε κάποτε μια κόρη εκπάγλου καλλονής. Μια μέρα καθόταν σ' ένα όμορφο λιβάδι και διηγιόταν στις φιλενάδες της ένα παράξενο όνειρο που είχε δει την προηγούμενη νύχτα.
Ήταν, λέει, στη μέση του πουθενά, όταν ήρθαν, λέει, δυο γυναίκες, μια άσκημη ξερακιανή και μια ομορφούλα στρουμπουλή, την έβαλαν στη μέση, και τσακώνονταν σε πια απ' τις δυο ανήκε (άκου να δεις!). Τη μια τη στρουμπουλή την έλεγαν Ασία. Την άλλη, την ξερακιανή, δεν ξέρει πως την έλεγαν, λέει.
Και τότε σταματάει να λέει γιατί βλέπει έναν πανέμορφο ταύρο να τρώει χόρτα στη λιακάδα, και επειδή ο Έρως... ζώα δεν κοιτά, πάει κοντά και τον αρχίζει στα χάδια.
Έλα όμως που ο Ταύρος δεν είναι όποιος κι όποιος, αλλά... ο Δίας, ο οποίος του είχε γυαλίσει η κόρη και κάνει αυτά που ξέρει να κάνει. Α, ξέχασα. Το μωρό το λέγανε... Ευρώπη!
Για να μην τα πολυλογούμε, ανεβαίνει λοιπόν στην πλάτη του Ταύρου, κι αυτός, για να μην το μάθει η γυναίκα του, την πάει στην Κρήτη, μπορεί κατά Ελούντα μεριά.
Εκεί καλά πέρασαν, αλλά, έχουν γνώση οι φύλακες, τους βρίσκει η κ. Ήρα, και μην την είδατε τη νεαρά... Μοίρα κακιά της φυλάει. Την στέλνει πεσκέσι σε μια άσκημη ξερακιανή Μοίρα απ' τη συνοδεία της (νάτο το όνειρο!) που από τότε, αφού έκανε την κόρη δούλα της, πήρε και το όνομά της. Και να τη η Ευρώπη πώς μας πρόκυψε!
Ο Δίας όμως λυπήθηκε τη μικρά και μεταμορφώνει την ξερακιανή σε αγελάδα, που από τότε περιπλανιέται σε Ολλανδία, Βέλγιο και αλλαχού.
Καλύτερα για το μωρό -δε λέω- αλλά για μας χειρότερα, αφού από τότε η ξερακιανή, επειδή δεν είναι η τυχούσα αγελάδα, για να συντηρηθεί μας αρμέγει δέκα φορές τη μέρα. Κι ως εδώ καλά. Έλα όμως που επειδή είναι και άπληστη δεν μας άφησε ούτε σούβλα για κοντοσούβλι!
Τώρα πού κολλάνε οι σουβλες με την ξερακιανή, θα σας τα πω εν τάχει.
Δεν της έφτανε λοιπόν το άρμεγμα της άνυδρης, τρελάθηκε κι όλας, και καθότι Ευρώπη (ερύς, και ώψ, όπως οφθαλμός και πρόσωπο και όψη), δηλαδή ανοιχτομάτα η κυρία -με μια κεφάλα να!- απαιτεί να της πληρώνουμε και φόρους, επειδή ο Δίας -ο πολιτισμός πάει να πει- ήταν δικός μας!
Κι έτσι, οι αρχαίοι ημών πρόγονοι -ποιος να τα βάλει με μια τρελή γελάδα- εκεί κατά τον 7ο π.Χ. αιώνα, για να ανταπεξέλθουν, άδραξαν έξι (6) μικρές σιδερένιες σουβλίτσες (οβελούς ή οβολούς ή όβολα -πως λέμε... πεντόβολα), όσες χώραγαν στη χούφτα τους, στη δράκα τους δηλαδή, κι ετοίμασαν ένα νόμιμο μέσο συναλλαγής, το πρώτο νόμισμα, και το είπανε δραχμή (από το δραξ).
Κι η αφυδατωμένη κυρία απόχτησε με τα χρόνια υπηρέτες, ανοιχτομάτηδες κομισάριους, κι αυτοί, για να αρμέγουν πιο εύκολα, χωρίς συναλλαγματικές διαφορές, μας έκλεψαν τις σούβλες και τα όβολα, αφήνοντάς μας μ' άδεια χέρια -όχι μόνο εμάς, αλλά και τις άλλες χώρες που αρμέγουν. Κι έκαναν ένα δικό τους νόμισμα, για να μην μπερδεύονται, όταν εμείς πληρώνουμε τα αρμεχτικά.
Κι επειδή η πρώτη αγάπη είναι πάντα κι η τελευταία, οι κομισάριοι βάφτισαν το νόμισμα ΕΥΡΩ. Και πλέμε σε πελάγη ευτυχίας, για την τιμή, λέει, που μας έκαναν.
Αλλά, αυτό δεν είναι τιμή. Μια κολακεία είναι. Ένα τίποτα. Όπως ένα τίποτα είναι και το ΕΥΡΩ.
Γιατί ΕΥΡΩ χωρίς το ωψ, χωρίς πρόσωπο πάει να πει, είναι ένα νόμισμα α-πρόσ-ωπο. Και γι' αυτό ανύπαρκτο.
Κι εμείς αόμματοι στον Άδη.

Παρασκευή, 25 Απριλίου 2008

Οι δράκοι

  • Ο Δρακούλης Φουντουκάκος (τι όνομα!) του ΕΒΕΑ και οι αξιοΣΕΒαστοι πρόεδροι Νοτίου και Βορείου Ελλάδος ζητάνε ουσιαστικά την επαναφορά της δουλείας.
  • Στο σφυρί καζίνα, «Ξενία», μαρίνες, OTE... Βαριά λουκέτα και εκατόμβες ανέργων.
  • Την τελευταία διετία 24 μεγάλες και 3.000 μικρομεσαίες επιχειρήσεις έκλεισαν, ενώ 3.746 μετανάστευσαν στη Βουλγαρία.
  • Οι Τράπεζες αύξησαν τα κέρδη τους κατά 70% και η βιομηχανία κατά 120%.
  • Πωλ Κρούγκμαν, οικονομολόγος, καθηγητής στο ΜΙΤ: Οι επιχειρήσεις στις ΗΠΑ, με την αύξηση των κερδών από τη μείωση της φορολογίας, απέκτησαν χρηματική άνεση, όχι για να προσλάβουν, αλλά για να προχωρήσουν σε απολύσεις, πληρώνοντας τις σχετικές αποζημιώσεις!
  • ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ: Πολεμήστε και γκρεμίστε τη δρακογενιά.

Και όχι μόνο...

Όταν κοιτάζoυμε τη δουλίτσα μας,
χάνουμε με βεβαιότητα τη δουλειά μας.

Πέμπτη, 24 Απριλίου 2008

Τρέμε Κολόμβε!

Η ανακάλυψη της Αμερικής

«Πίσω από ευυπόληπτους δημοσιογράφους και αναλυτές, κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας του πολέμου στο Ιράκ, βρίσκονταν το υπουργείο Αμυνας των ΗΠΑ και οι πολεμικές βιομηχανίες».

Νιου Γιορκ Τάιμς

Ποτέ δεν είναι αργά!

Τετάρτη, 23 Απριλίου 2008

Η αγορά και οι αγοραίοι

«ΑΦΗΝΕΙΣ ΤΗ ΓΑΤΑ ΝΗΣΤΙΚΗ.
Ή ΘΑ ΒΡΕΙ ΚΑΤΙ ΝΑ ΦΑΕΙ Ή ΘΑ ΒΡΕΘΕΙ ΚΑΤΙ ΝΑ ΤΗΝ ΦΑΕΙ».

Θεμελιώδης Νεοφιλελεύθερη Παπάρα για την Αυτορρύθμιση της Αγοράς.
ΚΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΦΟΙΤΗΣΗ του (αντιπολιτευτικού) Αγίου Πνεύματος το ΠΑΣΟΚ ανακαλύπτει την ακρίβεια της Αγοράς, και η (αξιωματική) ΝΔ επιμένει ότι ευθύνεται το (καθεστωτικό) ΠΑΣΟΚ.
ΕΓΩ ΛΕΩ ότι και οι δύο «βλάπτουν εξίσου την νοημοσύνη μας», μιας και η Αγορά λειτουργεί ελεύθερα όπως αυτές το οραματίστηκαν, ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης (μάς) δούλεψε κατά τις επιθυμίες τους, η ΟΝΕ και το Ευρώ μάς εξασφαλίζουν το εισόδημα, και η ανάπτυξη της πατρίδας μάς οδηγεί στην ευημερία!
ΠΡΟΣ ΤΙ λοιπόν το μίσος;
ΑΦΟΥ ΟΙ ΑΤΙΜΕΣ οι τιμές ―και κατέβαλαν, προς τούτο, φιλότιμες προσπάθειες (οι οικονομικοί εγκέφαλοι, όχι οι τιμές) για να μας πείσουν (και μας έπεισαν)― γίνονται έντιμες και χωρίς τον μπαμπούλα της κεντρικής εξουσίας, προς τι ο αλληλοσπαραγμός;
ΑΦΟΥ Η ΑΓΟΡΑ αυτορρυθμίζεται τέλεια με τον θαυματουργό αυτοματισμό της, προς τι οι κυνοκαυγάδες;
ΕΧΩ ΤΗΝ ΥΠΟΨΙΑ ότι η Κυβέρνηση φοβάται να πει πως ο ανταγωνισμός έτσι λειτουργεί, ασύδοτα, (αλλιώς δεν θα ήταν κυβέρνηση, αλλά αντιπολίτευση, και ο ασύδοτος δεν θα ήταν ανταγωνισμός, αλλά παρθένα), η Αντιπολίτευση φοβάται να προτείνει συγκεκριμένα μέτρα, (αλλιώς δεν θα ήταν άξια του ονόματός της), και η Αγορά δεν φοβάται Χριστό (αλλιώς δεν θα είχε τίποτα το αγοραίο).
ΕΚΤΟΣ ΕΑΝ Κυβέρνηση, Αντιπολίτευση και Αγορά τα έχουν παίξει, αφού η Ν.Δ. που είναι Κυβέρνηση, καταγγέλλει την Κυβέρνηση που είναι Ν.Δ, το ΠΑΣΟΚ ως κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης καταγγέλλει τα μέτρα που (δεν) θα πάρει το κόμμα του ΠΑΣΟΚ, ως η πιο άξιαμεταπολιτευτική Κυβέρνηση, και η Αγορά, αντί να παίξει ως όφειλε τον αυτορρυθμιστικό της ρόλο, παίζει ως είθισται με τα νεύρα μας (και τα πορτοφόλια μας).
ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ; Μπα, θράσος απύθμενο!
ΤΡΙΣΑΠΥΘΜΕΝΟ! Καθότι, ενώ έχουν εφεύρει τόσα επιχειρήματα για να μας πείσουν, και έχουν καταναλώσει τόσες βουλευτοώρες για να μας πλασάρουν τις οδηγίες της Ε.Ε. και τις παπαρολογίες των ειδικών, έρχονται και ρίχνουν μερικές μπηχτές για να ξυπνήσουν τα αίματα (τα δικά μας, και όχι της Αγοράς).
ΚΑΙ ΕΤΣΙ, μεταξύ ανεπάρκειας της Κυβέρνησης, αυτάρκειας της Αντιπολίτευσης και επάρκειας της Αγ0ράς, φταίει εν τέλει αυτό το αδηφάγον ον που λέγεται καταναλωτής.
ΓΙΑΤΙ ΒΡΕ χρυσέ μου ―σου λέει― δεν κάνεις μια έρευνα αγοράς πρώτα, όπως σε έχω εκπαιδεύσει; Ή, εάν δεν ευκαιρείς (διότι σε έχω και πολυαπασχολήσιμο), γιατί βρε καλέ μου ―σου λέει― δεν προσλαμβάνεις κανέναν Χρηματοοικονομικό Σύμβουλο; Αυτή η συμπαθής τάξις κλέφτες θα γίνουν; Πώς αλλιώς θα βρεις από πια λαϊκή θα ψωνίσεις τα φασολάκια σου τα τσαουλιά, και από πιο ψιλικατζίδικο θα καταναλώσεις TRIDENT;
ΔΕ ΒΛΕΠΕΙΣ ―σου λέει― ότι όλοι έχουν καταλάβει πώς λειτουργεί το Σύστημα εκτός από σένα;
ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΑΚΟΥΣ τους ειδικούς όπως ο κ. Αλογοσκούφης, ο οποίος μπορεί μεν να μη μασάει –όπως και ο κ. Πάγκαλος, καθότι παλιός αριστερός– διαθέτει όμως ΜΑΣΤΕΡ (λαϊκής) Αγοράς;!
ΔΙΚΙΟ ΘΑ 'ΧΕΙ, είπα με το καταναλωτικό μου ένστικτο. Και έκανα την έρευνά μου. Και απέδωσε. Και το λέω και σ' εσάς.
ΥΠΑΡΧΕΙ ένα SUPER MARKET στη Λαμία, πάμ-φθη-νο! Δεν πρόκειται να το αλλάξω με τίποτα!
Με την ευγενική υπόδειξη
του φίλου Νίκου Σκλαβούνου
Εικόνες - κοσμήματα: Konrad Gesner (1516-1565) – Edward Topsell (;-1638).ΣΦΟΔΡΑ ΑΙΡΕΤΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ 2000
Έκτωρ Κακναβάτος - Σπύρος Κανιούρας,
Εκδόσεις Άγρα, 1999

Τρίτη, 22 Απριλίου 2008

Το Τροπάριο της Κασσιανής

Η ΤΙΜΗ (των αγαθών) ΤΙΜΗ (=υπόληψη) ΔΕΝ ΕΧΕΙ
ή
Η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα Αγορά



Όμως η Τιμή έχει και παραέχει τιμή! Και μάλιστα πολύ τσουχτερή! Απόδειξη ότιτις τελευταίες 240 μέρες, που έχουν περάσει κατά πολύ την περίοδο χάριτος για τη Ν.Δ., παρακολουθούμε (ο λαός) διάφορους (αν)αρμόδιους νυν και πρώην υπουργούς, που προσπαθούν να μας εξηγήσουν με περισπούδαστο ύφος ποιος ευθύνεται που (πρέπει να) πληρώνουμε τα καύσιμα στη μαύρη αγορά.
Τις πταίει, λοιπόν; Οι εταιρείες ή οι πρατηριούχοι; Το παρατηρητήριο τιμών (που καταργήθηκε) ή η δική μας έλλειψη παρατηρητικότητος για φτηνό πρατήριο; Κουλούρης ή Φώλιας; Μπους ή Αλ-Κάιντα; (πού τη θημηθήκανε πάλι;!) Ιησούς ή Βαραββάς; «Το ζαβό το ριζικό μας ή ο θεός που μας μισεί; Το κεφάλι το κακό μας ή πρώτα απ' όλα το κρασί;»
Κάτι ψελλίζουν βέβαια για το μπρέντυ, όπως το έχει εξελληνίσει η φιλενάδα της μάνας μου, η Κασσιανή (Κάσσυ για τους πολύ φίλους ), για την αγορά που (οσονούπω) θα αυτορρυθμιστεί (η ίδια η αγορά όμως δεν ξέρει τίποτα), για τις αδιαθεσίες του Μπερνάνκι (κομματάκι δύσκολος στην προφορά για τη θεία μου που είναι θιασώτις του Γκρήνσπαν και είχε μάθει να τον προφέρει φαρσί), για τις λάθος τιμοληψίες (ο Τίμος των ΕΛΠΕ το είπε) και γενικά σε δουλειά να βρισκόμαστε!
Κι όμως η Κάσσυ μού άνοιξε τα μάτια, που τώρα στα 93 της «Σταματάω να οδηγώ!» μου λέει. «Να το αράξουμε όλοι, να τους δεις μετά! Κάνουν ή δεν κάνουν επέμβαση;!» (Μπράβο Κάσσυ!) «Κοτζάμ διυλιστήρια έχουμε. Άν ήθελαν θα έστρωνε η αγορά και θα 'βλεπες μετά η Σηέλ και η Βρου! –εδώ, περιέργως, η προφορά την παιδεύει λίγο– Αλλά δε θέλουν.
«Η καλύτερή τους είναι να ανεβαίνουν οι τιμές (συνεχίζει μαχητικά η Κάσσυ). Ο Αλογοσκούφης, από το φιπιά ξελασπώνει, αγάπη μου!» (Χειμερινή με τον Ζολώτα –βλέπεις– η Κασσιανή!). Και πριν πάρω ανάσα μ' έστειλε για τα καλά το θηρίο: «Άμα τα δώσουν όλα στους βγενόπουλους, εκεί να δεις φωτιά στις βενζίνες! Κι αν βάλουν στρατηγικό αγιογδύτη στις λαϊκές, τέρμα ο μαντανός! Πιο φτηνά θα μας έρχεται η κόκα, χρυσό μου!» Κι έδεσε χειρόφρενο η Κάσσυ.
Κι όταν στις βραδυνές ειδήσεις άκουσα απ' τον πρωινό Αυτιά ότι πρέπει να πάνε πάλι οι (αν)αρμόδιοι στις Βρυξέλλες (όπως επί Χριστοδουλάκη, λεει ο μέγιστος) να ζητήσουν μείωση του φόρου κατανάλωσης, παίρνω περιχαρής την Κασσιανή και: «Είδες Κάσσυ μου...», «Εσύ να δεις!» με κόβει απότομα. «Που μυαλό δε βάζεις, μωρέ. Αφού το ξέρουν από πριν, βρε αγαθό, ότι πάλι ΟΧΙ θα τους πούνε. Αυτοί, αγάπη μου, ούτε τιμή ούτε υπόληψη έχουν!»

Δευτέρα, 21 Απριλίου 2008

F-14

F-14



Φυσάει δαιμονισμένος άνεμος απ’ τις τουρμπίνες του θεού. Βαριές ερπύστριες τα σύννεφα.
Και κάτω η ζωή μουγκρίζοντας κι ο θάνατος.
Είναι οι θρίαμβοι των Καισάρων και σαρώνουνε τα χρόνια μας.
Κι ο φόβος σου είναι που φοβάται. Και θέλει να κρυφτεί σαράντα οργιές κάτω απ’ τη γη στα έγκατα του τρόμου.
Καθώς, αλλού βαμμένος μίνιο και θειάφι, κι αλλού πηχτός και κόκκινος σαν το φρεσκοχυμένο αίμα, ρόδι που σκάει ο ουρανός, ουράνιο ξερνώντας και σκοτωμένα αστέρια.
Μετά στο σπίτι μπαίνει ένα φλεγόμενο «ήταν», από κει που δυο στιγμές πιο πριν έστεκε ο τοίχος… το ταβάνι… η κούνια… ένα κλάμα αρχινισμένο…
Όταν εκείνο το αλλόκοτο σημάδι στον ορίζοντα.
***
Ύστερα κατακάθισε η σκόνη των καιρών. Νύχτα η νύχτα μες στη νύχτα μας. Μαύρο στο μαύρο η μέρα μας και σκλήρυνε ξανά η ψύχα της ψυχής μας.
Αυτή αλυχτώντας. Σφίγγει στο στήθος της δυο χέρια παιδικά· δυο χέρια μόνο.
Ένα σκυλί κλαίει βυζαίνοντας την πείνα του μες στο ξεκοιλιασμένο σώμα του Μαρτίου. Με τα σπασμένα πόδια του να κροταλίζουν στα ανήλιαγα σοκάκια. Με το στα δύο κομμένο σώμα σου αιωρούμενο σαν ξέφτι.
Ένα χαμίνι σκάβοντας στην τρύπα του να βρει το κόκαλο που έθαψε στην περασμένη καταιγίδα.
Κι ο Τίγρης κατεβάζοντας αθόρυβα σφαγμένα ελάφια στα νερά του.
Μετά το χαλασμένο μάτι σου δακρύζοντας σαν άδειος κάλυκας οβίδας που ’γινε βάζο για λουλούδια.
Αλλά η άνοιξη είναι αδύνατο κι εφέτος να περάσει απ’ τη Βαγδάτη.
Η νεκροκεφαλή: προετοιμασία Αμερικάνου πιλότου στο F-14, λίγο πριν βομβαρδίσει.

Σάββατο, 19 Απριλίου 2008

Με τα λόγια του Ελύτη (2003-2008, Πέντε χρόνια μετά)


Χρόνους πολλούς μετά την αμαρτία
που την είπαν αρετή μέσα στις εκκλησιές
και την ευλόγησαν.

Λείψανα παλιών άστρων και γωνιές αραχνιασμένες τ’ ουρανού σαρώνοντας η καταιγίδα που θα γεννήσει ο νους του ανθρώπου.

Και των αρχαίων
Κυβερνητών τα έργα πληρώνοντας η Χτίσις, θα φρίξει.

Ταραχή θα πέσει στον Άδη, και το σανίδωμα θα υποχωρήσει από την πίεση τη μεγάλη του ήλιου.

Που πρώτα θα κρατήσει τις αχτίδες του, σημάδι ότι καιρός να λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση.
Και μετά θα μιλήσει να πει: εξόριστε ποιητή στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;
–Βλέπω τα έθνη, άλλοτες αλαζονικά, παραδομένα στη σφήκα και στο ξινόχορτο.
–Βλέπω τα πελέκια σκίζοντας προτομές Αυτοκρατόρων και Στρατηγών
–Βλέπω τους εμπόρους να εισπράττουν σκύβοντας το κέρδος των δικών τους πτωμάτων.
–Βλέπω την αλληλουχία των κρυφών νοημάτων.


Αλλά πριν,
ιδού θα περάσουν γενεές
το αλέτρι τους πάνω στη στέρφα γης.

Και κρυφά θα μετρήσουν
την ανθρώπινη πραμάτεια τους οι Κυβερνήτες, κηρύσσοντας πολέμους.

Όπου θα χορτασθούνε
ο χωροφύλακας
και ο στρατοδίκης.

Και θα ’ρθουνε
χρόνια χλωμά και αδύναμα
μέσα στη γάζα.

Αλλά πριν, ιδού θα στενάξουν οι νέοι και το αίμα τους
αναίτια θα γεράσει.

Κουρεμένοι κατάδικοι θα χτυπήσουν την καραβάνα τους πάνω στα κάγκελα.

Και τον πρώτο λόγο του
ο στερνός των ανθρώπων
θα πει...

Και θα λάβουνε
τα όνειρα
εκδίκηση,

και θα σπείρουνε γενεές στους αιώνες των αιώνων!
• • •

Αποσπάσματα από το ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΝ του ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ. (ΙΚΑΡΟΣ, 1959).
"Εικονογράφηση": Μπάμπης Ζαφειράτος
Φωτογραφίες: Αρχείο «ΠΑΛΜΟΥ»


Πικρό τραγούδι για το φεγγάρι (2003-2008, Πέντε χρόνια μετά)


Πικρό τραγούδι για το φεγγάρι



Στης Ανατολής τα μέρη / μια φορά κι έναν καιρό
ήταν άδειο το κεμέρι / μουχλιασμένο το νερό.
Ωχρό ξυπόλητο φεγγάρι…


Πέρασε μέσα από τα σύννεφα και κοίταξε για μια στιγμή την πόλη. Αύριο δεν θα την ξανάβλεπε.
Ένας κόμπος, μαύρος, σαν το πετρέλαιο που κύλαγε στα σπλάχνα αυτού του κόσμου, ανάβλυσε και στάθηκε μετέωρος στην άκρη του καημού του.
………
Το σχήμα της ερήμου αναρριγούσε όταν το φώτιζε, και χρύσιζε στο πέρασμά του. Πάντα κι απόψε.
Οι δυο μεγάλες χαρακιές στο πρόσωπο της γης φέγγουν στο λιγοστό του φως και κατεβαίνουν να χωθούν στην αγκαλιά του κόλπου.
*
Στη Μοσούλη στη Βασόρα / στην παλιά τη χουρμαδιά
πικραμένα κλαίνε τώρα / της ερήμου τα παιδιά.
Έγειρε κουρασμένο κι αφουγκράστηκε.
Ψυχή δεν ήταν από κάτω να του ρίξει μια ματιά. Δυο τρεις διαβάτες τυλιγμένοι τη σιωπή δεν είχαν μάτια για φεγγάρια. Μα και ψηλά να κοίταζαν θα το έπνιγαν μες στα βαθιά σκοτάδια των ματιών τους.
Κι ούτε κανείς το τραγουδούσε πια. Οι ερωτευμένοι δεν ορκίζονταν στο φως του, δεν το περίμεναν να βγει και να τους ταξιδέψει, δεν τραγουδούσανε τη λάμψη του, οι ποιητές δεν του ’γραφαν τραγούδια, δεν το ’βαζαν χτενάκι στα μαλλιά της.
Και τα παιδιά δεν το ’χαν δίπλα τους για να τα μάθει να διαβάζουν.
Είχανε γίνει άστρα και πουλιά πυρπολημένα, μεγάλωναν τη μοναξιά του.
………
Ο κόμπος βάρυνε σιγά σιγά κι έγινε δάκρυ. Και τώρα μια καυτή βροχή στάζει επάνω στις ουλές σαν σκουριασμένο χάδι.
Και κάθε βράδυ τις ώρες που άλλοτε συνήθιζε να βγαίνει το φεγγάρι χίλιες και μία σταγόνες λαμπυρίζουνε στο ιδρωμένο σώμα της ερήμου.
Και δυο ποτάμια με αλμυρό νερό, πότε αφρισμένα κι άλλοτε βουβά, τρέχουν και κρύβονται ασταμάτητα στο φλογισμένο στήθος της θαλάσσης.
Νικημένο μου ξεφτέρι / δεν αλλάζουν οι καιροί
με φωτιά και με μαχαίρι / πάντα ο κόσμος προχωρεί.
***
Υ.Γ. Γι’ αυτό άλλωστε τα μάτια των αντρών είναι σκληρά, των γυναικών παράπονα, και των μανάδων πονεμένα.
Γι’ αυτό κοστίζουν ακριβά τα μαύρα δάκρυα της γης, κι είναι πικρές οι θάλασσες του κόσμου.
Γι’ αυτό είναι το κλάμα των ποιητών ακατανόητο, και των παιδιών πηγάδι που ποτέ δε θα στερέψει.
Ξημερώματα Πέμπτης, 20 Μαρτίου 2003
(Οι στίχοι που παρεμβάλλονται είναι από το τραγούδι του ΚΕΜΑΛ, του Νίκου Γκάτσου. Μουσική Μάνος Χατζιδάκις. Δίσκος ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΤΡΙΣΜΟΙ. ΣΕΙΡΙΟΣ, 1993)

Παρασκευή, 18 Απριλίου 2008

Όμορφες μέρες!

Όμορφες μέρες!


Γέλασε
ο μαύρος κόκορας
όταν του είπαν πως θα τον σφάξουν
όταν όμως ήρθε η ώρα
η κακή του ώρα
έκλαψε ο μαύρος κόκορας
έκλαψε ο μαύρος κόκορας.
ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ, Ο ΜΑΥΡΟΣ ΚΟΚΟΡΑΣ

Όμορφες μέρες! Ενεδρεύουν στις στάσεις.
Στις λεωφόρους κινούνται αδηφάγες.
***
Οι μεν, περιφερόμενοι, εκθέτουμε σε κοινή θέα τη ρωγμή μας στην πρόσοψη –σημάδι που προδίδει τα ετοιμόρροπα σπίτια.
***
Οι δε, αδιάκοπα ακίνητοι, χρόνια σ’ αυτό το γιουσουρούμ ­­ –παλιές κορνίζες με σπασμένο το τζαμάκι– περιμένουμε ματαίως τους συλλέκτες που εμφανίζονται συχνά λεηλατώντας δίχως πρόσχημα τους πάγκους των πλανόδιων παλιατζήδων.
***
Κάποτε βέβαια, και οι μεν και οι δε, είχαμε σκεφτεί να ξενοικιάσουμε τα σπίτια που μας βάραιναν και να φορτώσουμε τα πράγματά μας –σκεύη φτηνά αγορασμένα με χίλια παζάρια– σ’ ένα μεγάλο φορτηγό για τ’ άδεια προάστια.
Μα ντυθήκαμε το καινούργιο μας δέρμα και μουρμουρίζοντας παμπάλαιους ύμνους σκορπίσαμε σε αφιλόξενα ρημαγμένα τοπία.
***
Πέρασαν χρόνια από τότε.
Τώρα, ζωή που εξωραΐστηκε η ζωή μας! Φώτα πολύχρωμα, θίασοι να περνούν «με μουσικές εξαίσιες, με φωνές…»
Τα πάντα φιλικά απέναντί μας. Κι η συμπεριφορά της πόλης φιλόξενη, ζεστή, μ’ ένα χαμόγελο-γκριμάτσα κάθε πρωί –και μια λιγάκι ανάρμοστη οικειότητα– μας λέει απ’ τις ειδήσεις καλημέρα.
***
Έστω λοιπόν κι αν είχαμε μια υποψία στα «υπέρ»
–αυτή την αίσθηση της φαινομενικής επιτυχίας–
στο τέλος, λέμε, μπορεί να μας διέψευδε ο μαντρότοιχος με τα ύπουλα γυαλιά στην κορυφή του.
Κι έτσι, η απόδρασή μας αναβάλλεται για αύριο…