Δεκέμβρης 1944 (17)

Κυριακή 16 Ιουνίου 2013

Άρης Βελουχιώτης (Λαμία, 27 Αυγ. 1905 - Μεσούντα Άρτας, 16 Ιουν. 1945) - 3 ποιήματα για τον Άρη


Ασματα
Για Τους Ταξιδιωτες Των Τρενων




Ωδη Στον Αρη
Μνήμη Παντελή Πασχαλίδη, 1953-2001

Διακόσιες τριάντα μέρες
σπάζοντας δόντια απ’ την τσατσάρα μου
κι η πόλη που σε αρνήθηκε χορτάριασε στις πλάτες σου
και στους κρυψώνες των βουνών.

Διακόσιες τριάντα μέρες
κι η πόλη που βράχνιασε να σε φωνάζει
με αναφορές και προσκλητήρια παίρνει δίωρες άδειες
με την καρδιά της να χτυπάει
ανάμεσα πλατείας Λαού και Δημαρχείου.

Άκου καμάρι μου.
Ετούτη η πόλη θα τρομάζει από τον αχό του αλόγου σου.

Μη δίνεις το λοιπόν καπίκι για την πάρτη της.

Οι στρατώνες θα φοβούνται μήπως περάσεις έφοδο
και τα Α2 των βάσεων θα σε έχουν καταχωρημένο
στα σιδερένια τους ντουλάπια.

Βέβαια το ξέρω πως βαρέθηκες από τις δικές μου εξόδους
με τις φτηνοταινίες και τα μπουρδέλα.
Το ξέρω πως παραμονεύω σαν γέρος μπανιστηριτζής
μέσα στο δάσος της γενειάδας σου
πως ο Θανάσης Διάκος έχει πετρώσει με κομμένο το σπαθί
πως στον απάνω μαχαλά τρέχουνε τα παιδιά χωρίς σφεντόνες
πως στο ταχυδρομείο πάνε στα κρυφά
μήπως και δούνε τον Θανάση Κλάρα πίσω απ’ τις θυρίδες.

Αλλά μη νοιάζεσαι την πόλη που σε αρνήθηκε
γιατί οι άνθρωποι έχουνε μνήμη άγρια.
Και κλείνονται στα σπίτια τους
ώσπου να μπουν στα όνειρά τους.

229, 228, 227…
Μετρώ τις μέρες μου
στήνω τα μπλόκα μου στους μήνες
με τα φαρδιά οδοφράγματα των ώμων σου
και τους πολλαπλασιασμούς σου με τα φυσεκλίκια.

***
Την επομένη, φτάνοντας με το τρένο των εννιάμισι
σου έλεγα πως στα φυλάκια του Γοργοπόταμου
διηγούνται ιστορίες με αντάρτες
πως τα γεφύρια ακούνε κάτω από τα σκέλια τους
τα ουρλιαχτά της πέστροφας.

Η Οίτη κατεβάζοντας ελάφια στο χακί σου το πηλήκιο
κι η ζώνη του ορίζοντα μύριζε μπαρουτόσκονη.

Κι η πόλη που σε αρνήθηκε
γυρίζει ανάστροφα μη λάχει και σε δει μες στα στενά της.




Του Καστρου


Η πόλη με τους στρατώνες και τους μισθοφόρους
έγινε ίσκιος και σκυλί
όταν ο Διάκος, ο Άρης κι ένας οπλίτης
τσαλαπατούσανε τα τανκς
κι οι αύρες γκρεμίζονταν απ’ τα μαλλιά τους.

Από τις άδειες αποθήκες και τα εργοστάσια
κόσμος ξεχύθηκε πολύς
κι ένα πυκνό γαρμπίλι
ξέσκιζε τις λαμαρίνες.

Όταν ο Ηλίας, ο οδηγός κι ο ταχυδρόμος…

Και πάνω στο κάστρο της πόλης που σε σφάζει
βγαίνουν
ο Διάκος, ο Άρης κι ένας οπλίτης.




Σπουδη Για Επανασταση


Τα τρένα εκκινούν απ’ τον Τρικούπη σέρνοντας
κι είναι γεμάτα μετανάστες, ρουφιάνους
και τουρίστες από το Βλαδιβοστόκ, τα Φάρσαλα
και τη Φρανκφούρτη.

Εξακολουθούν να διέρχονται από σήραγγες, γέφυρες,
τούντρες, ερήμους και στέπες.

Διέπονται από το νόμο «περί παραλλήλων ραγών»
οι οποίες ουδέποτε συναντώνται
όσο και αν προεκταθούν από τη Γουέλς Φάργκο
ως το Λονδίνο, τας Αθήνας και το Σίδνεϋ.

Στο μεταξύ, κλειδούχοι
υπήκοοι στις σημαίες των σταθμών
αποφεύγουν τις συγκρούσεις
φροντίζοντας για την ομαλή διέλευση του υπερσιβηρικού
δια των πόλεων Βανκούβερ – Λαμίας.

Αεί ο θεός γεωμετρεί.

Ώσπου ο Διάκος και ο Βελουχιώτης
τίναξαν στον αέρα
τις γραμμές των παραλλήλων.

 

2 σχόλια:

  1. ΣΤΟΝ ΑΡΧΗΓΟ ΑΡΗ
    Για, σε Αρχηγέ, τα λόγια μου σ’ ύμνους ας τα υψώσω τώρα
    που μες στη σκέψη μου τερπνά σα γίγαντας ψηλώνεις
    όσο σε κράζει , ημίθεο Λαός, Στρατός κι’ η χώρα
    που με τον άνεμο πετάς και την ελευθερώνεις.
    Δέξου, Αρχηγέ, τα λόγια μου, που ύμνος απ’ τα στήθεια
    Πετιέται, αγνά κι’ αυθόρμητα, χυτός για να σε ράνη,
    καθάρια κι’ ολοζώντανη κι’ αυθόρμητη αλήθεια
    που σ’ ασημώνει αχτιδωτά, του επάθλου σου στεφάνι.
    Λάμπει στα μάτια σου η φωτιά κι’ ο κεραυνός κι’ η μάχη
    η λαύρα, η δόξα, ο θρίαμβος, η Λευτεριά κι η Νίκη,
    το χαμογέλιο της χαράς και του καρπού το στάχυ,
    της θέλησής σου της καρδιάς σου, ασήμι και τσελίκι.
    Αναμεράν στο διάβα σου αητοί ταπεινωμένοι
    κι’ αχολογεί ως τα σύννεφα τραγούδι τ’ όνομά σου.
    Στις διαταγές σου πειθαρχούν αντάρτες δοξασμένοι
    που στη φωνή της Λευτεριάς ταχθήκανε σιμά σου.
    Δαρμένοι σκύφτουν οι εχθροί. Θεριό με σε η ελπίδα
    αναπτερώνει τις καρδιές, δίνει πνοή στην πάλη.
    Σοφό της καθοδηγητή σ’ ευγνωμονεί η Πατρίδα
    για τον αγώνα που κρατείς. Και μια ευλογιά μεγάλη
    με μύρια τάματα μιλάει, με μύριες γλώσσες κρένει
    για να μας ζήσης, Αρχηγέ, σαν τα ψηλά βουνά μας.
    Κι’ αχολογεί ως τα σύννεφα η ευκή μας που ανεβαίνει:
    «Να ζης, να σ’ έχουμε, Αρχηγέ, κοντά παντοτινά μας»

    Δώρης Άνθης

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.