Δεκέμβρης 1944 (17)

Κυριακή 7 Αυγούστου 2022

ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ-ΠΑΣΟΚΚΙΝΑΛ: Το Χρηματιστήριο Ενέργειας και πώς η ΕΕ με τους πολιτικούς της μπράβους διαμόρφωσε το τοπίο από το 1999 έως το 2016 και μέχρι σήμερα, με τον λαό να μην αντέχει την ασφυξία της «απελευθέρωσης» και της «πράσινης μετάβασης»

ΚΟΛΑΦΟΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΛΑΪΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΗΣ ΕΕ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΝ ΝΔ - ΠΑΣΟΚ - ΣΥΡΙΖΑ ΣΤΗΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑ

«Απελευθερωμένα» κέρδη για τους ομίλους, στο δόκανο της ενεργειακής φτώχειας ο λαός

Πώς ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ διαμόρφωσαν το τοπίο από το 1999 έως το 2016 και μέχρι σήμερα, που ο λαός δεν μπορεί να αντέξει την ασφυξία της «απελευθέρωσης» και της «πράσινης μετάβασης»

Εκατομμύρια εργατικά - λαϊκά νοικοκυριά ζουν κάτω από τον πέλεκυ της ενεργειακής φτώχειας. Οι λογαριασμοί ηλεκτρικού ρεύματος από τον Οκτώβρη του 2021 μέχρι και σήμερα βρίσκονται σε ένα συνεχές ανοδικό ράλι και πλέον, από τον επόμενο μήνα, περιμένουν με αγωνία να δουν τι θα πρέπει να πληρώσουν, μετά τις πρόσφατες ανακοινώσεις κυβέρνησης και προμηθευτών Ενέργειας για τις νέες χρεώσεις.

Οι αυξήσεις φτάνουν ήδη ακόμα και το 900% και καμιά ουσιαστική ανακούφιση δεν μπορεί να υπάρξει από την περίφημη κρατική επιδότηση, η οποία είναι ούτως ή άλλως λεφτά που πληρώνει με τους φόρους του ο λαός.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η κυρίαρχη προπαγάνδα κυβέρνησης και αστικών επιτελείων αναπαράγει μια σειρά ψεύτικα επιχειρήματα, αποδίδοντας την αιτία των υπέρογκων αυξήσεων είτε στον πόλεμο (ΝΔ) είτε σε διαχειριστικές αστοχίες, που μπορεί τάχα να «διορθωθούν» με μια άλλη διαχείριση (ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ).

Η πραγματικότητα βέβαια είναι διαφορετική και σε αυτές τις συνθήκες έχει ιδιαίτερη αξία να ξετυλίξουμε το «νήμα» προς τα πίσω, για να αποκαλυφθεί το πώς φτάσαμε έως εδώ. Ποιες είναι οι πραγματικές αιτίες για τους υπέρογκους λογαριασμούς ρεύματος και ποιος ευθύνεται για το γεγονός ότι τον 21ο αιώνα ο λαός δεν μπορεί να απολαύσει φτηνή και επαρκή για τις ανάγκες του Ενέργεια, αλλά βουλιάζει ολοένα και περισσότερο στην ενεργειακή φτώχεια, ακόμα και στις καπιταλιστικές μητροπόλεις, όπως είναι για παράδειγμα η Γερμανία.

Στη χώρα μας, μια αναδρομή στα τελευταία 20 χρόνια αποκαλύπτει τις εγκληματικές ευθύνες της ΕΕ και όλων των κυβερνήσεων (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ), που προώθησαν βήμα - βήμα τη λεγόμενη «απελευθέρωση» του τομέα της Ενέργειας, στο όνομα της ενίσχυσης του «ανταγωνισμού», που υποτίθεται ότι θα οδηγούσε στη μείωση των τιμών και στην προσφορά «καλύτερων υπηρεσιών» προς τους καταναλωτές.

Στη μακρά της πορεία η απελευθέρωση μετέτρεψε την Ενέργεια - εμπόρευμα σε χρηματιστηριακό προϊόν, κάνοντας σκόνη τα φληναφήματα του ΣΥΡΙΖΑ και άλλων δυνάμεων ότι είναι δυνατόν σε συνθήκες καπιταλιστικής αγοράς να διασφαλιστεί η Ενέργεια ως «κοινωνικό αγαθό», ανεξάρτητα αν η πλειοψηφία των μετοχικών εταιρειών ανήκει στο κράτος ή σε άλλους ιδιώτες.

Οπως αποδείχτηκε γρήγορα, στη χώρα μας και σε όλη την ΕΕ, η στρατηγική της «απελευθέρωσης» εκτόξευσε τα κέρδη των ομίλων στην παραγωγή και στη διανομή της Ενέργειας, καταδικάζοντας εκατομμύρια νοικοκυριά να ζουν σε συνθήκες ενεργειακής φτώχειας ή να πληρώνουν υπέρογκους λογαριασμούς.

Διαμόρφωσε ταυτόχρονα το έδαφος πάνω στο οποίο ξετυλίγεται σήμερα ο σχεδιασμός της «πράσινης μετάβασης», προσθέτοντας νέα χαράτσια και κόστη για τα λαϊκά στρώματα, εκθέτοντας την ενεργειακή αυτάρκεια στους κινδύνους των γεωπολιτικών ανταγωνισμών, όπως γίνεται τώρα με τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Ο «Ριζοσπάστης» παρουσιάζει πιο κάτω τα βασικά νομοθετήματα της τελευταίας 20ετίας, που διαμόρφωσαν το σημερινό σκηνικό στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας.

Το πάρτι ξεκινά επί ΠΑΣΟΚ...

Οι αλλαγές που ξεκίνησαν στην εγχώρια αγορά ηλεκτρισμού από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 είχαν φυσικά ως «μπούσουλα» τις σχετικές κατευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης και ειδικότερα την κομβικής σημασίας Οδηγία 96/92/EK. Τυπικά, η στιγμή έναρξης της λεγόμενης «απελευθέρωσης» είναι τον Φλεβάρη του 2001 με κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ.

Εκεί, στο όνομα της ανταγωνιστικότητας στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, επισημαίνονται η «ανάγκη» διαχωρισμού των δραστηριοτήτων παραγωγής, μεταφοράς και διανομής ηλεκτρισμού και η διασφάλιση «ελεύθερης και ισότιμης πρόσβασης τρίτων», δηλαδή ιδιωτικών επιχειρήσεων, στα δίκτυα μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας.

Ο νόμος 2773/1999 περί «απελευθέρωσης» της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας τέθηκε σε ισχύ στις 22 Δεκέμβρη 1999, στο πλαίσιο εναρμόνισης της ελληνικής νομοθεσίας με την παραπάνω Οδηγία. Ο εν λόγω νόμος αποτέλεσε την αφετηρία για τη μετάβαση από το κρατικό μονοπώλιο της ΔΕΗ σε καθεστώς «ελεύθερου ανταγωνισμού».

Με τον νόμο αυτό ιδρύεται ως «ανεξάρτητη αρχή» η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ), η οποία έχει ως αποστολή την εποπτεία και τον έλεγχο της απελευθερωμένης αγοράς. Αξίζει δε να σημειωθεί, για τα προσχήματα που έως και σήμερα χρησιμοποιούνται, πως μεταξύ των υποχρεώσεων της ΡΑΕ και του αρμόδιου τότε υπουργού Ανάπτυξης ήταν η... αντιμετώπιση της «ενεργειακής πενίας».

Με τον νόμο για πρώτη φορά δίνεται η δυνατότητα σε μεγάλους καταναλωτές με ετήσια κατανάλωση άνω των 100 GWh να συνάπτουν «ελεύθερα συμβάσεις με προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας».

Από τη ρύθμιση αυτή εξαιρούνται η χαμηλή κατανάλωση και τα μη διασυνδεδεμένα νησιά. Στην πραγματικότητα βέβαια σχεδόν το σύνολο των μεγάλων καταναλωτών μέχρι και πολύ πρόσφατα συνέχιζαν να προμηθεύονται άμεσα ρεύμα από τη ΔΕΗ με ιδιωτικά συμβόλαια σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές, γεγονός που συντέλεσε στα κατοπινά «ελλείμματα» της επιχείρησης, τα οποία αξιοποιήθηκαν και για την εκτίναξη των τιμολογίων που φορτώθηκαν στα λαϊκά στρώματα, όπως και για τη βήμα - βήμα ιδιωτικοποίηση της εταιρείας.

Καθόλου τυχαία, οι αλλαγές που προωθήθηκαν επέφεραν χτύπημα και στις εργασιακές σχέσεις, στα μισθολογικά και ασφαλιστικά δικαιώματα των εργαζομένων στην Ενέργεια.

Στο πλαίσιο εφαρμογής αυτού του νόμου ιδρύεται ως ΑΕ ο Διαχειριστής του Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΔΕΣΜΗΕ) με ξεχωριστό Προεδρικό Διάταγμα (ΠΔ 328/12-12-2000), με αρμοδιότητα τη λειτουργία και συντήρηση του δικτύου ηλεκτρισμού, το οποίο ωστόσο παρέμεινε υπό την πλήρη κυριότητα της ΔΕΗ.

Η απόσπασή του θα έρθει σε επόμενη φάση, δείχνοντας έτσι και πώς το αστικό κράτος «λύνει» - με μπούσουλα πάντα τα συμφέροντα του κεφαλαίου - «κάθε πράγμα στον καιρό του», είτε διατηρώντας στην κυριότητά του κρίσιμες υποδομές που η συντήρησή τους αποτελεί «κόστος» για το κεφάλαιο, είτε ιδιωτικοποιώντας αυτά και άλλα τμήματα όταν «οι συνθήκες ωριμάσουν».

Στη συνέχεια, έρχεται ο νόμος 3175/2003, ο οποίος έδωσε πρόσθετα «κίνητρα» για τη δραστηριοποίηση προμηθευτών - εισαγωγέων ηλεκτρικής ενέργειας. Επιτρέπεται η συμμετοχή στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας από προμηθευτές που δεν έχουν στην κυριότητά τους μονάδες παραγωγής.

Επέτρεψε επίσης σε όσους εξασφαλίζουν την απαιτούμενη ισχύ από πηγές της ΕΕ να δραστηριοποιούνται στην εγχώρια αγορά προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας. Επιπλέον, έδωσε στους ιδιώτες ηλεκτροπαραγωγούς το δικαίωμα να κατασκευάσουν μονάδες παραγωγής, συνολικής ισχύος 1.200 μεγαβάτ (MW), έχοντας εξασφαλίσει εκ των προτέρων τη χρηματοδότηση, αλλά και τη διάθεση της παραγωγής τους, που θα αγοράζεται από τη ΔΕΗ.

...και συνεχίζεται επί ΝΔ

Το 2005, με τον νόμο 3426, ενσωματώνεται στην ελληνική νομοθεσία η κοινοτική Οδηγία 2003/54/ΕΚ, προκαλώντας σημαντικές τροποποιήσεις στον ν. 2773/1999.

Ειδικότερα, με το άρθρο 1 εισάγονται νέοι ορισμοί και γίνεται διάκριση μεταξύ του συστήματος μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας και του δικτύου διανομής. Επέβαλε τον νομικό και λειτουργικό διαχωρισμό της διαχείρισης του δικτύου διανομής από τη ΔΕΗ ΑΕ, βάζοντας έτσι τη νομική βάση για τη μετέπειτα κατάτμηση του ΔΕΣΜΗΕ σε δύο νέες εταιρείες, τον ΑΔΜΗΕ και τον ΔΕΔΔΗΕ.

Ακόμη, ο νόμος προβλέπει το πλήρες «άνοιγμα» της αγοράς για όλους τους καταναλωτές και για τους οικιακούς (εκτός των καταναλωτών των μη διασυνδεδεμένων νησιών) που μέχρι τότε εξαιρούνταν, από τον Ιούλη του 2007.

Παράλληλα, αναβάθμισε τον ρόλο της ΡΑΕ, στην οποία ανέθεσε την εποπτεία σχετικά με την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού της χώρας και την προώθηση του λογιστικού διαχωρισμού των επιχειρήσεων που ασκούν ταυτόχρονα παράλληλες δραστηριότητες παραγωγής, μεταφοράς, διανομής και προμήθειας ηλεκτρικού ρεύματος. Πρόκειται για τη «σαλαμοποίηση» - και με νόμο - της ΔΕΗ, ώστε τα επόμενα χρόνια πιο εύκολα να προωθείται κομμάτι - κομμάτι η ιδιωτικοποίησή της.

Ο νόμος 4001/2011 ολοκληρώνει την εν λόγω προσπάθεια, αφού συστήνει τις δύο θυγατρικές της ΔΕΗ ΑΕ, ΑΔΜΗΕ και ΔΕΔΔΗΕ, αποσπώντας από τη μητρική τους τομείς της μεταφοράς και της διανομής, «σπάζοντας και τυπικά» σε κομμάτια το κρατικό μονοπώλιο και διευκολύνοντας τη διαδικασία ιδιωτικοποίησης.

Ο νόμος καθορίζει επίσης την οργάνωση και λειτουργία της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας σε καθημερινό επίπεδο από μια νέα εταιρεία με την επωνυμία «Λειτουργός Αγοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας» (ΛΑΓΗΕ ΑΕ), με βασική αρμοδιότητα τη διενέργεια του λεγόμενου «Ημερήσιου Ενεργειακού Προγραμματισμού» (ΗΕΠ), δηλαδή την ημερήσια τροφοδοσία του δικτύου με ηλεκτρική ενέργεια και κατανάλωση (εγχύσεις και απορροφήσεις), την εποπτεία και τον έλεγχο των καθημερινών συναλλαγών μεταξύ παραγωγών και προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας.

Ακόμα, αναβαθμίζεται ο ρόλος της ΡΑΕ ως προς την εποπτεία της αγοράς και της δίνεται το δικαίωμα να αποφασίζει όταν διαπιστώνονται τάχα «στρεβλώσεις» στον ανταγωνισμό. Η ΡΑΕ αποκτά αποφασιστικό ρόλο και στις αδειοδοτήσεις των «παικτών» στην αγορά για εμπορία, προμήθεια, παραγωγή.

Η απογείωση επί ΣΥΡΙΖΑ

Βασικό και καθοριστικό κρίκο στην αλυσίδα της «απελευθέρωσης» αποτελεί ο πιο πρόσφατος νόμος, 4425/2016, της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, ο οποίος εισάγει την εγχώρια αγορά ηλεκτρισμού στις απαιτήσεις του λεγόμενου «μοντέλου στόχου της ΕΕ» (target model). Επί της ουσίας, πρόκειται για την περαιτέρω εμπορευματοποίηση του αγαθού της ηλεκτρικής ενέργειας, σύμφωνα και με τα κελεύσματα της ΕΕ, όπως αυτά περιγράφονται στην Οδηγία 2009/72/ΕΚ.

Η εν λόγω Οδηγία είναι απολύτως ξεκάθαρη ως προς τις επιδιώξεις της «απελευθέρωσης» της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, αφού περιγράφοντας τους στόχους της Ενιαίας Αγοράς Ηλεκτρισμού της ΕΕ επισημαίνει:

«Στόχοι της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία υλοποιείται σταδιακά σε ολόκληρη την Κοινότητα από το 1999, είναι η παροχή πραγματικών επιλογών σε όλους τους καταναλωτές της Ευρωπαϊκής Ενωσης, είτε είναι πολίτες είτε επιχειρήσεις, η παροχή νέων επιχειρηματικών ευκαιριών και η αύξηση του διασυνοριακού εμπορίου, ώστε να επιτευχθούν κέρδη σε απόδοση, ανταγωνιστικές τιμές, υψηλότερα πρότυπα παρεχόμενων υπηρεσιών, και να ενισχυθεί ταυτόχρονα η ασφάλεια του εφοδιασμού και η αειφορία»...

Στη βάση αυτής της Οδηγίας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συγκεκριμενοποίησε τους μηχανισμούς που θα οδηγήσουν στο λεγόμενο «Μοντέλο - Στόχο» (Target Model) της ΕΕ δημιουργώντας δύο κύριους μηχανισμούς:

- Τον Ευρωπαϊκό Σύνδεσμο των Ρυθμιστικών Αρχών (ACER) και

- Την Ενωση των Ευρωπαϊκών Διαχειριστών Συστημάτων Ενέργειας (ENTSOe).

Οι νέοι αυτοί μηχανισμοί συνέταξαν τις κατευθυντήριες γραμμές λειτουργίας της Ενιαίας Αγοράς Ενέργειας, σύμφωνα με τις οποίες η κοινή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας θα πρέπει να διαρθρώνεται σε τέσσερις επιμέρους διαφορετικές αγορές: Την προθεσμιακή αγορά (Forward Market), την προημερήσια αγορά, την ενδοημερήσια αγορά (Intra-Day market) και την αγορά εξισορρόπησης (Balancing Market).

Πρόκειται, δηλαδή, για τη δημιουργία ενός πανευρωπαϊκού χρηματιστηρίου Ενέργειας, όπου τα κέρδη θα προέρχονται από το έλλειμμα ή περίσσευμα ηλεκτρικής ισχύος σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Οι αγοραπωλησίες ποσοτήτων ηλεκτρικής ενέργειας αφορούν το διασυνοριακό εμπόριο, ενώ το μέγεθός τους εξαρτάται και από τις ικανότητες μεταφοράς των διασυνοριακών γραμμών.

Αξίζει να αναφέρουμε ότι στο πλαίσιο του «Μοντέλου - Στόχου» η ΕΕ έχει χωριστεί σε 7 περιφερειακές ζώνες, με την Ελλάδα να κατατάσσεται στην περιφερειακή ζώνη «Central South» μαζί με τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ελβετία, την Αυστρία και τη Σλοβενία. Με λίγα λόγια, ο νόμος 4425/2016 ίδρυσε το Χρηματιστήριο Ενέργειας, όπου καθημερινά διενεργούνται οι συναλλαγές σύμφωνα με το παραπάνω πρότυπο, με βασικό στόχο την πλήρη σύζευξη της εγχώριας αγοράς με τις αγορές της ΕΕ, επιδιώκοντας παράλληλα να δώσει επιπλέον ώθηση στις επενδύσεις σε ΑΠΕ με τη διαμόρφωση του απαιτούμενου θεσμικού πλαισίου.

Η διαδικασία αυτή δείχνει βέβαια και το γιατί οι επενδύσεις στα τμήματα του δικτύου που αφορούν την ένταξη στην ενιαία αγορά της ΕΕ και τις διασυνδέσεις με γειτονικές χώρες «τρέχουν» με γρήγορους ρυθμούς, ενώ εκείνα που αφορούν την κάλυψη των λαϊκών αναγκών αφήνονται στην τύχη τους, λειτουργούν στα όριά τους και με εξοπλισμό περασμένων δεκαετιών, με τη συντήρησή τους να γίνεται από εργολαβικούς και υποστελεχωμένα συνεργεία με τσακισμένα δικαιώματα.

ΣΥΡΙΖΑ, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ μαζί

ΣΥΡΙΖΑ, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ ψήφισαν μαζί το 3ο μνημόνιο, το καλοκαίρι του 2015, που προέβλεπε τη μείωση του μεριδίου της ΔΕΗ στο 50% του συνόλου της αγοράς για να επιταχυνθεί και η πολιτική της «απελευθέρωσης».

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ παραχώρησε το 17% και εφάρμοσε το σύστημα ΝΟΜΕ, με το οποίο η ΔΕΗ υποχρεώθηκε να πουλά το παραγόμενο ρεύμα κάτω από το κόστος στους ανταγωνιστές της. Ετσι εμφανίστηκαν στη συνέχεια απ' την κυβέρνηση της ΝΔ οι αυξήσεις στην τιμή του ρεύματος ως τάχα αναγκαίες, για να σταματήσει η ζημιογόνος πορεία της ΔΕΗ. Παράλληλα δημιουργήθηκε το εύφορο έδαφος για τον σχηματισμό καρτέλ, προσωρινών συμφωνιών μεταξύ των ομίλων.

Τρία χρόνια μετά, το 2018, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ διαμόρφωσε το 2018 το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) με αιχμή την απολιγνιτοποίηση και τη γρήγορη προώθηση των κοινοτικών κατευθύνσεων για την πράσινη ανάπτυξη, με έμφαση στις ΑΠΕ και μεταβατικό καύσιμο το εισαγόμενο και πανάκριβο φυσικό αέριο. Το ίδιο Εθνικό Σχέδιο, με δευτερεύουσες αλλαγές, συνεχίζει να υλοποιεί σήμερα η κυβέρνηση της ΝΔ.

Αυτή είναι η 20ετής πορεία που έχει καταλήξει στο σήμερα να πληρώνουμε όλο και μεγαλύτερους λογαριασμούς ρεύματος και κάπως έτσι λειτουργεί η «απελευθερωμένη» αγορά Ενέργειας, προσθέτοντας διαρκώς βάρη στα νοικοκυριά. Αυτός είναι ο μηχανισμός - δημιούργημα της «απελευθέρωσης» της αγοράς Ενέργειας που διαμορφώνει τις τιμές στο ρεύμα και οδηγεί στην ενεργειακή φτώχεια.

Και υπάρχει άσχετα από το εάν οι ληστρικές χρεώσεις εμφανίζονται στους λογαριασμούς με την κωδική ονομασία «ρήτρα αναπροσαρμογής» ή όχι.

*

Πώς λειτουργεί το Χρηματιστήριο Ενέργειας

Για να κατανοήσει κάποιος το μέγεθος του παιχνιδιού που παίζεται στις πλάτες του λαού, αρκεί να κατανοήσει το πώς λειτουργεί σήμερα ο μηχανισμός που διαμορφώθηκε στο πλαίσιο της «απελευθέρωσης» της αγοράς Ενέργειας. Το πλαίσιο αυτό επιτρέπει τη λειτουργία του βασιλείου της κερδοσκοπίας, του Χρηματιστηρίου Ενέργειας, σύμφωνα με τις κατευθύνσεις της ΕΕ, που ενσωματώθηκαν στην εθνική νομοθεσία επίσης με νόμο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.

Εχουμε και λέμε λοιπόν:

Η χονδρική τιμή κάθε μέρας διαμορφώνεται την προηγούμενη. Οι προμηθευτές Ενέργειας δηλώνουν στο Χρηματιστήριο Ενέργειας τις ποσότητες που θα χρειαστούν όλοι οι καταναλωτές στην Ελλάδα ή σε άλλες χώρες, ανά ώρα το επόμενο 24ωρο. Η ζήτηση είναι διαφορετική κάθε ώρα, αφού το πρωί η κατανάλωση είναι μεγαλύτερη, καθώς όλη η οικονομία δουλεύει στο φουλ, ενώ τις βραδινές ώρες είναι μικρότερη.

Αντίστοιχα, οι παραγωγοί καταθέτουν προσφορές Ενέργειας ανά ώρα για να ικανοποιήσουν τη ζήτηση. Στο σύστημα μπαίνουν κατά προτεραιότητα οι ΑΠΕ με μηδενική τιμή, έχοντας διασφαλίσει μέσω συμβάσεων εγγυημένες τιμές ανεξάρτητα από την τιμή της αγοράς. Στην αρχή γίνονται αποδεκτές οι φθηνότερες προσφορές και οι αντίστοιχες μονάδες. Αφού οι φθηνές μονάδες καλύψουν όποιο μέρος μπορούν της αναγκαίας Ενέργειας, αρχίζουν να γίνονται δεκτές οι προσφορές από τις ακριβότερες μονάδες.

Η αποκαλούμενη Οριακή Τιμή Συστήματος (ΟΤΣ) ανά ώρα είναι η ακριβότερη προσφορά που θα δώσει κάποιος παραγωγός για να καλύψει την τελευταία MWh που χρειάζεται το σύστημα.

Για παράδειγμα, αν το σύστημα χρειάζεται ακόμη 2 MWh για να συμπληρώσει την απαιτούμενη Ενέργεια για το διάστημα 8-9 το βράδυ και η μόνη προσφορά που έχει είναι στα 322 ευρώ ανά μεγαβατώρα, τότε η ΟΤΣ για εκείνη την ώρα θα διαμορφωθεί στα 322 ευρώ. Η Τελική Οριακή Προσφορά ανά ώρα αποτελεί την τιμή με την οποία θα πληρωθούν όλοι οι παραγωγοί ρεύματος ανεξαρτήτως της τιμής στην οποία πρόσφεραν τη δική τους Ενέργεια. Ετσι λειτουργεί η ημερήσια αγορά στο Χρηματιστήριο Ενέργειας. Υπάρχει και η αγορά εξισορρόπησης. Αυτή λειτουργεί σε πραγματικό χρόνο. Εάν διαπιστωθεί ότι οι εκτιμήσεις για την κατανάλωση δεν ήταν σωστές και χρειάζεται περισσότερη Ενέργεια, ο Διαχειριστής (ΑΔΜΗΕ) ζητάει περισσότερη Ενέργεια, η οποία πληρώνεται σε πολύ υψηλότερες τιμές.

Οι παραγωγοί Ενέργειας διαμορφώνουν τις προσφορές τους με τον εξής τρόπο. Οι προσφορές τους αντανακλούν κατά κανόνα το μεταβλητό κόστος (κόστος καυσίμου) κάθε μονάδας πλέον ενός περιθωρίου κέρδους. Βέβαια, οι τιμές, όπως σε όλα τα χρηματιστήρια, διαμορφώνονται ελεύθερα, που σημαίνει ότι σε περιόδους όπως αυτή που ζούμε, οι τιμές διαμορφώνονται σε πολύ υψηλότερα επίπεδα από το μεταβλητό κόστος, διευρύνοντας σημαντικά τα περιθώρια κέρδους.

Η αγορά λειτουργεί ως χρηματιστήριο και οι παραγωγοί μπορούν να δηλώνουν τιμές για την Ενέργεια που θα διαθέσουν στο σύστημα μέχρι και 3.000 ευρώ/MWh. Βεβαίως, πάντα θα πρέπει να λάβουν υπόψη τους ότι δίνοντας μια πολύ υψηλή τιμή η μονάδα τους μπορεί να μείνει εκτός αγοράς. Πρακτικά, προσφέρουν υψηλές τιμές όταν οι συγκυρίες το επιτρέπουν, όταν δηλαδή οι τιμές διαμορφώνονται σε υψηλά επίπεδα και στις γειτονικές αγορές (και δεν συμφέρουν οι εισαγωγές) και όταν υπάρχει στενότητα επάρκειας ισχύος, κάτι που χαρακτηρίζει το ελληνικό σύστημα. Γι' αυτό και σε κανονικές συνθήκες η ελληνική χονδρεμπορική αγορά είναι από τις ακριβότερες της Ευρώπης.

Απότοκο του Χρηματιστηρίου Ενέργειας είναι η περίφημη ρήτρα αναπροσαρμογής. Συγκεκριμένα, η Οριακή Τιμή Συστήματος, που αποτελεί μια βασική παράμετρο του τιμολογίου ηλεκτρικού ρεύματος και είναι η ανώτερη τιμή αγοράς από τον προμηθευτή, μεταφέρεται στον λογαριασμό ρεύματος ως ρήτρα αναπροσαρμογής. Η ρήτρα προϋπήρχε στα τιμολόγια των ιδιωτών παρόχων και στα τιμολόγια της ΔΕΗ από τον Αύγουστο του 2021, λόγω της «πράσινης μετάβασης». Δεν ξεκίνησε με τον πόλεμο στην Ουκρανία. Με την ενεργοποίησή της οι πάροχοι μετακυλίουν στην κατανάλωση το σύνολο των αυξήσεων του κόστους προμήθειας στη χονδρεμπορική αγορά. Μέσω της ρήτρας αναπροσαρμογής μεταφέρεται στην κατανάλωση το συνολικό κόστος προμήθειας που προστίθεται πάνω στην ΟΤΣ.

*

Μόνη φιλολαϊκή διέξοδος η πρόταση του ΚΚΕ

Το ΚΚΕ αποκάλυψε από την πρώτη στιγμή τους στόχους και αντιπάλεψε τη στρατηγική της «απελευθέρωσης» της Ενέργειας σε όλες τις φάσεις, πρωτοστατώντας στον αγώνα για φτηνό ρεύμα, ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις, για τη διασφάλιση και διεύρυνση των εργασιακών και άλλων δικαιωμάτων όσων απασχολούνται στην Ενέργεια.

Καταδίκασε την απολιγνιτοποίηση και την πολιτική της «πράσινης μετάβασης», που πληρώνουν οι εργαζόμενοι και ο λαός.

Απέναντι στην ακρίβεια και στο φάσμα της ενεργειακής φτώχειας που καταπίνει ολοένα και περισσότερα νοικοκυριά, το ΚΚΕ βρίσκεται και τώρα μπροστά. Με τις δυνάμεις του στο κίνημα πρωτοστατεί για τη διεκδίκηση ουσιαστικών μέτρων ανακούφισης και προστασίας του λαού, ενίσχυσης των μισθών και του λαϊκού εισοδήματος.

Διεκδικεί την άμεση και πλήρη επαναλειτουργία των λιγνιτικών μονάδων, την κατάργηση του λεγόμενου «ευρωπαϊκού τέλους διοξειδίου του άνθρακα», την κατάργηση της ρήτρας αναπροσαρμογής, των ειδικών φόρων και του χρηματιστηρίου Ενέργειας και όχι τη μετατροπή της σε στήριξη των ομίλων Ενέργειας απ' τον κρατικό προϋπολογισμό, που πάλι πληρώνουν οι εργαζόμενοι.

Απαιτεί τη δραστική, ουσιαστική μείωση της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος, χωρίς μεταφορά της τιμής του στις πλάτες των εργαζομένων μέσα απ' τον κρατικό προϋπολογισμό.

Πραγματική και οριστική διέξοδος για τον λαό είναι να αξιοποιηθούν όλες οι πηγές Ενέργειας που διαθέτει η χώρα μας για τις δικές του ανάγκες, όχι για τα κέρδη των μονοπωλίων, και να πάψει η Ενέργεια να αποτελεί εμπόρευμα.

Το ΚΚΕ καλεί τους εργαζόμενους στον δρόμο του αγώνα, της σύγκρουσης, για να απαλλαγεί η λειτουργία της οικονομίας και της κοινωνίας απ' τους νόμους του καπιταλιστικού κέρδους. Για να ανοίξει ο δρόμος για τη λαϊκή ευημερία, απαιτείται να κοινωνικοποιηθούν τα εργοστάσια, τα μέσα παραγωγής, να εδραιωθούν οι σχέσεις κοινωνικής ιδιοκτησίας, να υπάρξει επιστημονικός κεντρικός σχεδιασμός στην οικονομία.

Είναι ένας ριζικά διαφορετικός δρόμος ανάπτυξης, όπου όλες οι εγχώριες ενεργειακές πηγές, τα μέσα παραγωγής, διανομής και μεταφοράς Ενέργειας θα αποτελούν κοινωνική, κρατική ιδιοκτησία. Θα υπάρχει ενιαίος αποκλειστικά κρατικός φορέας Ενέργειας, ως μηχανισμός της εργατικής - λαϊκής εξουσίας.

Τι χειροπιαστά μπορεί να διασφαλίσει η πρόταση εξουσίας του ΚΚΕ σήμερα στην Ελλάδα;

-- Αφού θα απαλλαγούμε από τις δεσμεύσεις του Εμπορίου Ρύπων και γενικότερα της «πράσινης μετάβασης» της ΕΕ, τα εγχώρια αποθέματα λιγνίτη θα μπορούν να αξιοποιηθούν ξανά για την ηλεκτροπαραγωγή με σύγχρονες μονάδες υψηλής απόδοσης, που θα αξιοποιούν και τις νέες τεχνολογίες δέσμευσης και αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα. Θα μπορούν επίσης να αξιοποιηθούν για την παραγωγή υδρογόνου.

-- Θα προχωρήσει η κατασκευή νέων μεγάλων υδροηλεκτρικών έργων και θα αυξηθεί η σχετική ηλεκτροπαραγωγή, συμβάλλοντας και στις ανάγκες άρδευσης στον τομέα της αγροτικής παραγωγής. Δεν θα εξαρτάται πλέον ο βαθμός συμμετοχής των υδροηλεκτρικών έργων από τον ανταγωνισμό των ομίλων και τα κερδοσκοπικά παιχνίδια του Χρηματιστηρίου Ενέργειας.

-- Θα δοθεί έμφαση στην εξοικονόμηση Ενέργειας και στην αναβάθμιση της εγχώριας παραγωγής υποδομών για την αξιοποίηση των ΑΠΕ, από την κατασκευή ανεμογεννητριών μέχρι τον οικιακό εξοπλισμό, με προτεραιότητα τους ηλιακούς θερμοσίφωνες. Σ' αυτό το πλαίσιο θα μειωθεί δραστικά η αξιοποίηση του φυσικού αερίου για ηλεκτροπαραγωγή.

-- Με γνώμονα το σύνολο των λαϊκών αναγκών, θα προσδιοριστούν το μέγεθος, η ορθή κατανομή και η χωροθέτηση των αιολικών πάρκων, για να αποφευχθεί ο κορεσμός συγκεκριμένων περιοχών με τις γνωστές αρνητικές συνέπειες στα δάση και στον υδροφόρο ορίζοντα. Αντίστοιχα, θα προσδιορίζεται ο βαθμός αξιοποίησης της ηλιακής ενέργειας και της εγχώριας γεωθερμίας που έχει υψηλό συντελεστή απόδοσης.

Κ. Πασ.

ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 6-7/8/2022

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.