Δεκέμβρης 1944 (17)

Τρίτη 3 Αυγούστου 2021

Ανδρέας Εμπειρίκος (2.9.1901–3.8.1975): Από την Οδόν των Φιλελλήνων στον δρόμο του διαλεχτικού μας υλισμού, στην σκέψη την βαθύτερη του Μαρξισμού, στην πίστη του Κομμουνισμού

Ανδρέας Εμπειρίκος

2 Σεπ. 1901, Βραΐλα, Ρουμανία - 3 Αυγ. 1975, Κηφισιά
Σχέδιο, Μπάμπης Ζαφειράτος, 30.
IV.2017 (Μολύβι, 29χ21 εκ.)

 

 

 

ΕΙΣ ΤΗΝ ΟΔΟΝ ΤΩΝ ΦΙΛΕΛΛΗΝΩΝ

 

 

Μια μέρα που κατέβαινα στην οδόν των Φιλελλήνων, μαλάκωνε η άσφαλτος κάτω απ’ τα πόδια και από τα δένδρα της πλατείας ηκούοντο τζιτζίκια, μέσ’ στην καρδιά των Αθηνών, μέσ’ στην καρδιά του θέρους.

 

Παρά την υψηλήν θερμοκρασίαν, η κίνησις ήτο ζωηρά. Αίφνης μία κηδεία πέρασε. Οπίσω της ακολουθούσαν πέντε-έξη αυτοκίνητα με μελανειμονούσας, και ενώ στα αυτιά μου  έφθαναν ριπαί πνιγμένων θρήνων, για μια στιγμή η κίνησις διεκόπη. Τότε, μερικοί από μας (άγνωστοι μεταξύ μας μέσ’ στο πλήθος) με άγχος κοιταχτήκαμε στα μάτια, ο ένας του άλλου προσπαθώντας την σκέψι να μαντεύση. Έπειτα, διαμιάς, ως μία επέλασις πυκνών κυμάτων, η κίνησις εξηκολούθησε.

 

Ήτο Ιούλιος. Εις την οδόν διήρχοντο τα λεωφορεία, κατάμεστα από ιδρωμένον κόσμο – από άνδρας λογής-λογής, κούρους λιγνούς και άρρενας βαρείς, μυστακοφόρους, από οικοκυράς χονδράς, ή σκελετώδεις, και από πολλάς νεάνιδας και μαθητρίας, εις των οποίων τους σφικτούς γλουτούς και τα σφύζοντα στήθη, πολλοί εκ των συνωθουμένων, ως ήτο φυσικών, επάσχιζαν (όλοι φλεγόμενοι, όλοι στητοί ως Ηρακλείς ροπαλοφόροι) να κάμουν με στόματα ανοικτά και μάτια ονειροπόλα, τας συνήθεις εις παρομοίους χώρους επαφάς, τας τόσον βαρυσημάντους και τελετουργικάς, άπαντες προσποιούμενοι ότι τυχαίως, ως εκ του συνωστισμού, εγίνοντο επί των σφαιρικών θελγήτρων των δεκτικών μαθητριών και κορασίδων αύται αι σκόπιμοι και εκστατικαί μέσα εις τα οχήματα επαφαί – ψαύσεις, συνθλίψεις και προστρίψεις.

 

Ναι, ήτο 'Ιούλιος· και όχι μόνον η οδός των Φιλελλήνων, μα και η Ντάπια του Μεσολογγίου και ο Μαραθών και οι Φαλλοί της Δήλου επάλλοντο σφύζοντες στο φως, όπως στου Μεξικού τας αυχμηράς εκτάσεις πάλλονται ευθυτενείς οι κάκτοι της ερήμου, στην μυστηριακή σιγή που περιβάλλει τας πυραμίδας των Αζτέκων.

 

Το θερμόμετρον ανήρχετο συνεχώς. Δεν ήτο θάλπος, αλλά ζέστη – η ζέστη πού την γέννα το κάθετο λιοπύρι. Και όμως, παρά τον καύσωνα και την γοργήν αναπνοήν των πνευστιώντων, παρά την διέλευσιν της νεκρικής πομπής προ ολίγου, κανείς διαβάτης δεν ησθάνετο βαρύς, ούτε εγώ, παρ’ όλον ότι έφλέγετο ό δρόμος. Κάτι σαν τέττιξ ζωηρός μέσ’ στήν ψυχή μου, με ηνάγκαζε να προχωρώ, με βήμα ελαφρόν υψίσυχνον. Τα πάντα ήσαν τριγύρω μου εναργή, απτά και δια της οράσεως ακόμη, και όμως, συγχρόνως, σχεδόν εξαυλούντο μέσα στον καύσωνα τα πάντα –οί άνθρωποι και τα κτίσματα– τόσον πολύ, που και η λύπη ακόμη ενίων τεθλιμμένων, λες και εξητμίζετο σχεδόν ολοσχερώς, υπό το ίσον φως.

 

Τότε εγώ, με ισχυρόν παλμόν καρδίας, σταμάτησα για μια στιγμή, ακίνητος μέσα στο πλήθος, ως άνθρωπος που δέχεται αποκάλυψιν ακαριαίαν, ή ως κάποιος που βλέπει να γίνεται μπροστά του ένα θαύμα και ανέκραξα κάθιδρως:

 

Θεέ! Ο καύσων αυτός χρειάζεται για να υπάρξει τέτοιο φως! Το φως αυτό χρειάζεται, μια μέρα για να γίνει μια δόξα κοινή, μια δόξα πανανθρώπινη, η δόξα των Ελλήνων, που πρώτοι, θαρρώ, αυτοί, στον κόσμον εδώ κάτω, έκαμαν οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου.

 

 

Από το βιβλίο: ΟΚΤΑΝΑ

Εκδόσεις Ίκαρος, 1980 (σ. 11)

 

 

*

 

 

68. Διεθνές

 

 

Δεν λέγω λόγια   σπέρνω στο χαρτί

Δεν ασχολούμαι με την μοίρα ή την λίρα

Και βλέπω πάντα στα μάτια την ζωή

Σαν νά ’ταν όμορφη παρθένα ή ζωντοχήρα.

 

Καμιά φορά στον δρόμο σταματώ

Στραγάλια ν’ αγοράσω ή φουντουκιά

Και λέγω καμιά φορά έναν σκοπό

Πού τραγουδιέται –δόξα τω Θεώ–

Χωρίς μπουζούκια.

 

Και όταν το βράδυ πέφτει ή σιγαλιά

Πηγαίνω τ’ άλογά μου να ποτίσω

Και ως κατουράν ή πίνουνε νερό

Τα ραδιόφωνα τριγύρω μου σκορπούν

Πότε τού Χαίντελ το «Αλληλούια»

Πότε μιαν άρια από την «Κάρμεν» ή την «Τόσκα»

Κ’ αίφνης –σε άλλες στιγμές–

Σαν ξέσπασμα μιας προσευχής

Ακούω τον ύμνο της Διεθνούς από την Μόσχα.

 

 

Από το βιβλίο: ΑΙ ΓΕΝΕΑΙ ΠΑΣΑΙ ή Η ΣΗΜΕΡΟΝ ΩΣ ΑΥΡΙΟΝ ΚΑΙ ΩΣ ΧΘΕΣ

Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 1984

Φιλολογική επιμέλεια: Γιώργης Γιατρομανωλάκης (σ. 128)

 

 

*

 

 

ΦΩΝΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ



Τώρα που σβήσαν τα φώτα των κινηματογράφων

Και κατεβάσαν τα ρολά των προθηκών

Οι φάροι των ταξιών εντείνουνε το σκότος

Καθώς μετά μια λάμψη απομακρύνονται και φεύγουν

Γίναμε εμείς βαθιοί σαν τα πηγάδια

Όταν πέφτει μια πέτρα μέσα τους σαν πεφταστέρι

 

Είμαι βαθύ πηγάδι.

Μέσα του πέφτει μια πέτρα σαν πεφταστέρι

Τίποτε γύρω μπορεί να μη σαλεύει

Κι όμως

 

Είμαι βαθύ πηγάδι

Κι ευαίσθητος σαν την απανωσιά του

Μια πέτρα αρκεί

Μια κάθετη πνοή

Τους κύκλους να γέννηση

Τον πόνο

Την χαρά

Την ηδονή.

Είμαι βαθύ πηγάδι

Πραγματικός σαν τα νερά του

Σαν αγαπώ

Πράγμα συχνό

Και σαν μισώ

Το μίσος μάλλον σπάνιο

 

Γιατί κατανοώ

Και πρέπει

Έχω μέσα μου πολύ στενά συνυφασμένο

Τον πόθο του Χριστού

Και την σάρκα του Πανός

Πράγμα που με βγάζει

Στον δρόμο του διαλεχτικού μας υλισμού

Στην σκέψη την βαθύτερη του Μαρξισμού

 

 

 

 

ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΠΡΟΚΗΡΥΞΕΙΣ                   



Διπλοί σκοποί και τιναγμένα μπράτσα

Προς την ανατολή των γαύρων ερυθημάτων

Της νίκης τα σαλπίσματα σαν κόκκινα λουλούδια

Καθώς περνούν τα τανκς

Στους δρόμους των οδοφραγμάτων.

 

Θεέ μου, τί μεγάλο πανηγύρι!

Μες στην σφαγή των σάπιων ινδαλμάτων

Κορίτσια του λαού με την χαρά τους

Γυμνή στα γυμνά στήθη τους

Και με αίματα στις γάμπες

Πατούν επί πτωμάτων

Κι αράδα-άράδα στύλοι τηλεγράφου

Σαν στρατιές προλεταρίων λυτρωμένων

Προς τους απανταχού της γης συντρόφους πάνε

Το ξαφνικό τραγούδι των συρμάτων.

 

Ω της παγκόσμιας επανάστασης το βήμα

Προς την κατάχτηση της γης και τ’ ουρανού!

Μες στα σκιρτήματα της βιολογίας των ανθρώπων

Ο θρίαμβος του διαλεχτικού μας υλισμού.

 

Δόξα, χαρά κι απάνω δρόμος,

Πού ξετυλίγεται και πάει προς τούς αιώνες

Απάνω στα γκρεμίσματα του δίκαιου υλισμού.

Προς τους αιώνες της ζωής μιας άνευ τάξεων κοινωνίας

Σαν ύμνος της δημιουργίας,

Η πίστη του Κομμουνισμού.

                                                               Αθήνα, Αύγ. 1933

 

 

Από το βιβλίο: 1934 – ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ ή ΚΑΤΑΓΩΓΗ του ΑΝΔΡΕΑ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΥ
Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2014

Εισαγωγή – Φιλολογική επιμέλεια: Γιώργης Γιατρομανωλάκης

(σσ. 156-157, 164-165)

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.