Δεκέμβρης 1944 (17)

Τετάρτη 17 Ιανουαρίου 2018

Αλκυονίς - STUDIO: 50 χρόνια σινεμά των θαυμάτων − 13 ταινίες που αξίζει να δούμε και ο Γράμμος, 31η εβδομάδα (που δεν πρέπει να χάσουμε)

ΑΛΚΥΟΝΙΣ new star art cinema
ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ 42-46,
 ΠΛΑΤΕΙΑ ΒΙΚΤΩΡΙΑΣ (ΜΕΤΡΟ Βικτώρια)
Τηλ.210 8220008,
 210 8220023
Εισ.:€7.00, Παιδ.-φοιτ./ άνω των 65 & Εκπαιδευτικοί/Ατέλεια/Στρατιωτικό €5.00,
για ανέργους
 €3.00,οικογενειακό πακέτο τριών ατόμων €10.00
Κάθε ΔΕΥΤΕΡΑ τα δύο άτομα € 7,00, κάθε ΤΡΙΤΗ-ΤΕΤΑΡΤΗ €5.00
Parking διαθέσιμο κάτω από τον κινηματογράφο
*
ΑΛΚΥΟΝΙΣ new star art cinema
Προβολές από 18/1 έως 24/1/2018
1) «Ο ΔΙΠΛΟΣ ΕΡΑΣΤΗΣ» του ΦΡΑΝΣΟΥΑ ΟΖΟΝ
(Βλέπε στο τέλος)
ΠΕΜΠΤΗ έως ΚΥΡΙΑΚΗ 20.30
*
ΠΕΜΠΤΗ έως ΚΥΡΙΑΚΗ 18.00
*
ΠΕΜΠΤΗ έως ΚΥΡΙΑΚΗ  22.15
*
ΠΕΜΠΤΗ έως ΣΑΒΒΑΤΟ 16.00  ΚΥΡΙΑΚΗ 12.00 
ΔΕΥΤΕΡΑ έως ΤΕΤΑΡΤΗ
 16.00
*
5) «ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΤΕΧΕΡΑΝΗΣ» του ΑΛΙ ΣΟΥΖΑΝΤΕΧ
(Βλέπε στο τέλος)
ΔΕΥΤΕΡΑ και ΤΡΙΤΗ 20.00
*
ΤΕΤΑΡΤΗ 19.00
Μετά την προβολή θα ακολουθήσει συζήτηση με την παρουσία του σκηνοθέτη
*
ΔΕΥΤΕΡΑ έως ΤΕΤΑΡΤΗ 21.30
*
ΔΕΥΤΕΡΑ και ΤΡΙΤΗ 18.00
*
ΔΕΥΤΕΡΑ έως ΤΕΤΑΡΤΗ 23.00
*
ΔΕΥΤΕΡΑ έως ΤΕΤΑΡΤΗ 15.00
*
ΑΛΚΥΟΝΙΔΑ- ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ
ΤΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ ΤΕΧΝΗΣ
Ακολουθήστε τις σελίδες της Αλκυονίδας στο Facebook:
***
STUDIO new star art cinema
ΣΠΑΡΤΗΣ ΚΑΙ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ 33 ΠΛΑΤΕΙΑ ΑΜΕΡΙΚΗΣ
Τηλ 210-8640054
Εισ.: € 7.00, Παιδ.-φοιτ./ άνω των 65 & Εκπαιδευτικοί / Ατέλεια / Στρατιωτικό €5.00, Άνεργοι €3.00. Οικογενειακό πακέτο τριών ατόμων €10.00
Κάθε ΔΕΥΤΕΡΑ τα δύο άτομα € 7,00, κάθε ΤΡΙΤΗ-ΤΕΤΑΡΤΗ €5.00.
Parking διαθέσιμο κάτω από τον κινηματογράφο
Προβολές από 18/1 έως 24/1/2018
1) «ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ» του ΤΟΝΤ ΧΕΙΝΣ
(Βλέπε στο τέλος)
ΠΕΜΠΤΗ έως ΚΥΡΙΑΚΗ 18.00
*
ΠΕΜΠΤΗ έως ΚΥΡΙΑΚΗ 22.00
*
3) «THE FLORIDA PROJECT» του ΣΟΝ ΜΠΕΙΚΕΡ
(Βλέπε στο τέλος)
ΔΕΥΤΕΡΑ έως ΤΕΤΑΡΤΗ 18.00
*
4) «Ο ΔΙΠΛΟΣ ΕΡΑΣΤΗΣ» του ΦΡΑΝΣΟΥΑ ΟΖΟΝ
(Βλέπε στο τέλος)
ΔΕΥΤΕΡΑ έως ΤΕΤΑΡΤΗ 22.00
*
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ 20.00
*
ΠΕΜΠΤΗ έως ΚΥΡΙΑΚΗ 16.00
*
31η εβδομάδα
ΔΕΥΤΕΡΑ έως ΤΕΤΑΡΤΗ  16.00
*
Γραφείο Τύπου NEW STAR
Phone: 2108220008, 2108220023
E-mail: newstarcine@gmail.com
*
Ο Διπλός Εραστής
L' Amant Double
του Φρανσουά Οζόν
7 στα 10
Γράφει ο Γιώργος Κρασσακόπουλος
Γαλλία, Βέλγιο, 2017
Παραγωγή: Ερίκ Αλτμάγιερ, Νικολά Αλτμάγιερ
Σκηνοθεσία: Φρανσουά Οζόν
Σενάριο: Φρανσουά Οζόν
Φωτογραφία: Μανουέλ Ντακός
Μοντάζ: Λορ Γκαρντέτ
Μουσική: Φιλίπ Ρομπί
Πρωταγωνιστούν: Μαρίν Βακτ, Ζερεμί Ρενιέ, Ζακλίν Μπισέ
Διάρκεια: 107 λεπτά
Διανομή: Feelgood Entertainment
H νέα σέξι, απρόβλεπτη, στα όρια του κιτς και ακόμη παραπέρα ταινία του Φρανσουά Οζόν.
Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε στον Οζόν ότι δεν πήρε ποτέ στα σοβαρά τις προσδοκίες του κοινού ή των κριτικών από εκείνον, και με το καινούργιο του φιλμ μοιάζει επιτέλους να μην παίρνει τίποτα στα σοβαρά, εκτός από την απόφασή του να κάνει μια απόλυτα συναρπαστική κι απολαυστική ταινία. Κι από την πρώτη σκηνή ως την τελευταία (και θα πρέπει να μιλήσουμε γι' αυτήν την πρώτη σκηνή), «ο Διπλός Εραστής» είναι ένα απόλυτα στιλιζαρισμένο, γυαλιστερό ψυχολογικό θρίλερ που πιθανότατα θα ενοχλήσει τους πάντες, ξεκινώντας από τους ψυχιάτρους και καταλήγοντας στους γατόφιλους.
Το «L'Amant Double», λοιπόν, ξεκινά με ένα πλάνο σε κάτι που χρειάζεται μερικά κλάσματα δευτερόλεπτα για να καταλάβεις τι είναι: κοντινό σε ένα αιδοίο, ανοιγμένο με ένα speculum και αμέσως μετά, ένα matching cut στο υγρό μάτι της ηρωίδας από το οποίο κυλά ένα δάκρυ. Στην προβολή του στο Φεστιβάλ των Καννών, η αίθουσα χειροκρότησε την αυθάδεια του Οζόν, μια σκηνή που φάνταζε ήδη διαχρονικά κλασική αλλά και κάτι που έμοιαζε με υπόσχεση για το τι θα ακολουθήσει.
Πριν φτάσουμε σε αυτό που ακολουθεί, ανακαλύπτουμε ότι τόσο το αιδοίο όσο και το μάτι ανήκουν στην Κλοέ, μια 25χρονη κοπέλα που όλη της τη ζωή υποφέρει από πόνους στο στομάχι, για τους οποίους όλοι υποστηρίζουν ότι είναι κάτι ψυχοσωματικό. Οταν δηλώνει ότι είναι έτοιμη, η γυναικολόγος της της συστήνει έναν ψυχίατρο τον οποίο θα καταλήξει να ερωτευτεί.
Όμως ο Πολ μοιάζει να κρύβει μια σειρά από μυστικά, το πιο βαθύ από τα οποία είναι η ύπαρξη ενός δίδυμου αδελφού του οποίου την ύπαρξη δεν αναφέρει ποτέ, κάτι που θα οδηγήσει τη σχέση τους σε μια σειρά από ψέματα και προστριβές, και την Κλοέ σε μια καθοδική πορεία προς τις πιο σκοτεινές γωνιές της ψυχοσύνθεσης της.
Βασισμένο στο βιβλίο της Τζόις Κάρολ Οουτς, «Lives of the Twins», το οποίο είχε γράψει το 1987 με ψευδώνυμο και το οποίο ο Οζόν διασκευάζει παίρνοντας πολλές ελευθερίες, το φιλμ μοιάζει με ένα μπλέντερ το οποίο αλέθει αμέτρητες αναφορές, από τα ψυχολογικά ναρκοπέδια, την παρεκκλίνουσα σεξουαλικότητα, ακόμη και το body horror του Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ, το σκοτεινό σασπένς του Ρόμαν Πολάνσκι στο «Μωρό της Ρόζμαρι» ή τον «Ενοικο», την απομάκρυνση από τη στέρεη πραγματικότητα του Ντέιβιντ Λιντς, τις ψυχρές γυναίκες του Αλφρεντ Χιτσκοκ, την απαστράπτουσα επιδεξιότητα του Μπράιαν Ντε Πάλμα, την ηλεκτρισμένη «διαστροφή» του Πολ Βερχόφεν.
Κι όλα αυτά, αντί να δημιουργούν ένα κακόγουστο, άμορφο κινηματογραφικό υβρίδιο, γεννούν ένα ολοκληρωτικά απολαυστικό φιλμ που δεν παίρνει τον εαυτό του στα σοβαρά, φλερτάρει ασταμάτητα με το αστείο και την υπερβολή του camp, μα σταματά πριν γλιστρήσει σε αυτό. Από τις εξωφρενικές ερμηνείες, τη μουσική κι ένα πλήθος σκηνών και κινηματογραφικών (ή μη – θυμηθείτε τις λέξεις «strap on dildo») βοηθημάτων, το «L'Amant Double» είναι μια ταινία για θεατές που δεν φοβούνται να αποδεχτούν την υπερβολή κι ένα cult classic εν τη γενέσει!
*
Τα Μυστικά της Τεχεράνης
Tehran Taboo
του Αλί Σουζαντέ
7 στα 10
Γράφει ο Τάσος Χατζηευφραιμίδης
Αυστρία, Γερμανία, 2017
Παραγωγή: Αλί Σαμαντί Αχάντι, Μαρκ Φένσερ, Φρανκ Γκέιγκερ, Αρμιν Χόφμαν
Σκηνοθεσία: Αλί Σουζαντέ
Σενάριο: Αλί Σουζαντέ
Φωτογραφία: Μάρτιν Γκσλαχτ
Μοντάζ: Φρανκ Γκέιγκερ, Αντρέα Μέρτενς
Μουσική: Αλί Ν. Ασκίν
Πρωταγωνιστούν: Αράς Μαραντί, Μορτέζα Ταβακόλι, Αλιρέζα Μπαϊράμ, Σιίρ Ελόγλου
Διάρκεια: 90 λεπτά
Διανομή: Seven Films
To animation του Αλί Σουζαντέ που έκανε πρεμιέρα στην Εβδομάδα Κριτικής του Φεστιβάλ Καννών και εντυπωσίασε με την τεχνική του, την εικαστική του αρτιότητα και το βαθιά πολιτικό του μήνυμα.
Οταν μια ταινία animation αρχίζει με μια σκηνή στοματικού έρωτα μιας πόρνης σε έναν οδηγό ταξί, όσο στο πίσω κάθισμα κάθεται ο (προφανώς) εξοικειωμένος με τέτοιες σκηνές γιός της, τότε καταλαβαίνεις αμέσως ότι πρόκειται για ένα animation που απευθύνεται αποκλειστικά σε ενήλικες. Κι όταν αυτή η σκηνή διαδραματίζεται στην Τεχεράνη του σήμερα, τότε γίνεται σαφές ότι πρόκειται για μια ταινία που θέλει να σπάσει τα ταμπού στην απεικόνιση της ζωής στην πολυπληθή πρωτεύουσα του Ιράν και να μας παρουσιάσει την κρυφή της όψη, αυτή που η επίσημη λογοκρισία της χώρας δεν θα άφηνε ποτέ τους εγχώριους κινηματογραφιστές να αποκαλύψουν.
Το «Τα Μυστικά της Τεχεράνης» δεν είναι μια ιρανική παραγωγή (πώς θα μπορούσε άλλωστε;), αλλά μια συμπαραγωγή Γερμανίας και Αυστρίας, γυρισμένη από τον ιρανικής καταγωγής Αλί Σουζαντέ με την τεχνική του ροτοσκοπικού animation, στην οποία οι ηθοποιοί κινηματογραφούνται σε blue screen και μετά προστίθενται ψηφιακά τα σκηνικά και τα τοπία, μια ευφυής επιλογή, η οποία αφενός προσδίδει περισσότερο ρεαλισμό και αμεσότητα, ταυτόχρονα όμως επιτρέπει την εικαστική παρέμβαση και την ελευθερία στο δημιουργό να απεικονίσει με περισσότερη τόλμη σκηνές που είτε δε θα μπορούσαν να γυριστούν διαφορετικά, είτε θα προκαλούσαν εντονότερες αντιδράσεις, όπως η εναρκτήρια.
Οι παράλληλοι και διαπλεκόμενοι βίοι τριών γυναικών κι ενός νεαρού άντρα υφαίνουν τον πολυδαίδαλο και καλειδοσκοπικό αφηγηματικό ιστό της ταινίας, η οποία παραπέμπει σε δημιουργία του Ρόμπερτ Αλτμαν στο πώς καταφέρνει μέσα από την περίτεχνη αφήγηση να δημιουργήσει μια αποκαλυπτική κι εμβριθή τοιχογραφία της σύγχρονης ιρανικής κοινωνίας. Η Παρί, η πόρνη και μητέρα της αρχικής σκηνής, δεν μπορεί να πάρει διαζύγιο από τον ναρκομανή και φυλακισμένο σύζυγό της κι αναγκάζεται να γίνει παλλακίδα του δικαστή προκειμένου να πετύχει το σκοπό της. Οταν αυτός τη σπιτώσει σε ένα από τα διαμερίσματά του, η Παρί θα γνωρίσει την ντροπαλή Σάρα, η οποία θέλει να εργαστεί, αλλά δεν την αφήνει ο σύζυγός της κι αναγκάζεται να μένει στο σπίτι με τα παραδόπιστα πεθερικά της. Οι δύο γυναίκες θα αναπτύξουν μια δυνατή φιλία, μια αθώα φάρσα, όμως, θα έχει τραγικές συνέπειες.
Στην ίδια πολυκατοικία μένει ο Μπαμπάκ, ένας νεαρός μουσικός που αρνείται να θυσιάσει το καλλιτεχνικό του όραμα κι επιθυμεί να φύγει από τη χώρα. Μετά από ένα one night stand με την Ντονιά, θα πληροφορηθεί την επόμενη μέρα από εκείνη ότι τη διακόρευσε κι ότι πρέπει να βρει χρήματα προκειμένου να αποκατασταθεί χειρουργικά η παρθενιά της, ειδάλλως θα τους εκδικηθεί ο ζηλόφθονας αρραβωνιαστικός της.
Κάθε ένας από τους ήρωες αυτού του κουαρτέτου θα έρθει αντιμέτωπος με τα ταμπού και τους ασφυκτικούς κώδικες συμπεριφοράς μιας θεοκρατικής κοινωνίας, βουτηγμένης στο ψέμα, τη διαφθορά και την υποκρισία, όπου οι φωτογραφίες του Αγιατολάχ Χομεϊνί δεσπόζουν σε κάθε σπίτι και δημόσια υπηρεσία, πίσω όμως από τους τοίχους μια νέα γενιά ασφυκτιά και προσπαθεί να κάνει τη μικρή ή μεγάλη, αλλά πάντα υπόγεια, επανάστασή της σε μια μεγαλούπολη που πνίγει τα όνειρα για μια ελεύθερη ζωή.
Συνεπής στον (εύγλωττο) τίτλο του ο Αλί Σουζαντέ δεν φείδεται στην γλαφυρή απεικόνιση σκηνών που δε φανταζόμασταν ποτέ πως θα δούμε σε ιρανική ταινία (ή έστω σε ταινία που μιλάει ιρανικά): σεξ, ναρκωτικά, underground πάρτι, παράνομες αμβλώσεις κι εκβιασμοί σε ένα αστικό τοπίο απρόσμενα οικείο (η urban Τεχεράνη θα μπορούσε να είναι μια οποιαδήποτε μεγαλούπολη του πλανήτη), αλλά και τόσο θεμελιακά ξένο, παράλογο και απάνθρωπο στα μάτια του δυτικού θεατή, όπου οι παραβάτες του θεϊκού νόμου απαγχονίζονται και παραμένουν για μέρες κρεμασμένοι για παραδειγματισμό.
Αυτή η σχιζοφρενική και αντικρουόμενη εικόνα της ιρανικής πρωτεύουσας αναδεικνύεται υποδειγματικά με τη χρήση του ροτοσκοπικού animation, το οποίο κάνει την εικόνα, τους ανθρώπους και τα τοπία να πάλλονται από ζωή και χρώμα, αποτυπώνει όμως και την απανθρωπιά, την υποκρισία και την απρόσωπη και τελικά ολοκληρωτική καταπίεση ενός συστήματος που εκμηδενίζει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Κι είναι η ανάγκη του σκηνοθέτη να καταδείξει αυτή την καταπίεση σε όλο της το φάσμα και τις διαστάσεις που οδηγεί ενίοτε την ταινία στη δημαγωγική ευκολία της αμετροεπούς κοινωνικής καταγγελίας, το Tehran Taboo παραμένει, ωστόσο, ένα εντυπωσιακό τεχνικό και καλλιτεχνικό επίτευγμα, ένα από τα πιο πρωτότυπα animation των τελευταίων χρόνων κι ένας μακρινός αλλά και τόσο κοντινός απόγονος του Persepolis, οι μέρες του οποίου έχουν περάσει ανεπιστρεπτί.
*
Το Δωμάτιο των Θαυμάτων
Wonderstruck
του Τοντ Χέινς
Γράφει η Λήδα Γαλανού
Η.Π.Α., 2017
Παραγωγή: Κριστίν Βασόν, Τζον Σλος, Πάμελα Κόφλερ
Σκηνοθεσία: Τοντ Χέινς
Σενάριο: Μπράιαν Σέλζνικ
Φωτογραφία: Εντουαρντ Λάκμαν
Μοντάζ: Αλφόνσο Γκονσάλβες
Μουσική: Κάρτερ Μπέργουελ
Πρωταγωνιστούν: Τζούλιαν Μουρ, Οουκς Φέγκλι, Μίλισεντ Σίμοντς, Τζέιντεν Μάικλ, Μισέλ Γουίλιαμς
Διάρκεια: 116 λεπτά
Διανομή: Seven Films
Το «Wonderstruck» υπόσχεται πολλά και παραδίδει λίγα - αλλά είναι τόσο ωραίο να σου δείχνει ο Τοντ Χέινς τ' αστέρια.
Το «Wonderstruck» είναι μία (ακόμα) από τις ταινίες του Τοντ Χέινς που δεν χορταίνεις να βλέπεις: και, πραγματικά, σε αφήνει πεινασμένο για ουσία, διψασμένο για δάκρυα, ένα πανέμορφο, σύνθετο, γεμάτο ψυχή, σπουδαίο κατασκεύασμα του σινεμά, που σε προετοιμάζει για κάτι πολύ μεγάλο, για να καταλάβεις ως το τέλος πως μιλά για κάτι πολύ μικρό, μικρούτσικο όσο οι δύο ήρωές του κι αφήνοντάς σε, έτσι, με μια αίσθηση συγκινησιακού ανικανοποίητου.
an>
Ο Τοντ Χέινς διασκευάζει το βιβλίο του Μπράιαν Σέλζνικ, υπεύθυνου για τις «Περιπέτειες του Χιούγκο Καμπρέ» που ενέπνευσαν πριν λίγα χρόνια τον Μάρτιν Σκορσέζε και κάνει, απρόσμενα, μια ταινία παιδική - χωρίς ν' αναιρεί πως η παιδική σκέψη συμπυκνώνει τους πιο σημαντικούς ενήλικους προβληματισμούς. Η ταινία κινείται σε δυο χρόνους, σε παράλληλο μοντάζ, αφηγούμενη την ιστορία δυο παιδιών. Το 1927, η Ρόουζ, το μοναχικό κωφό κοριτσάκι που ξέρει ήδη ότι στη ζωή της δεν έχει αγαπηθεί αρκετά, πηγαίνει ως τη Νέα Υόρκη, για να δει από κοντά την αγαπημένη της σταρ του βωβού σινεμά και του θεάτρου, Λίλιαν Μέιχιου: το γιατί την αναζητά με τέτοιο πείσμα αποκαλύπτεται σταδιακά και αφοπλιστικά.
Πενήντα χρόνια αργότερα, το 1977, ο μικρός Μπεν, που έχει χάσει τη μητέρα του και, από ένα ατύχημα, την ακοή του, ταξιδεύει κι εκείνος με το λεωφορείο στη Νέα Υόρκη, αναζητώντας τον πατέρα του για τον οποίο δεν γνωρίζει παρά ένα στοιχείο. Δυο παιδιά χωρίς συμπαραστάτες, προσγειώνονται σ' έναν άλλο πλανήτη. Είτε είναι η ασπρόμαυρη, στιλιζαρισμένη, πανέμορφη Νέα Υόρκη λίγο πριν το κραχ, είτε είναι η ιδρωμένη, βρώμικη, Νέα Υόρκη του '70 με το μαύρο groove, είναι για τα δυο παιδιά ένας μαγικός τόπος, γεμάτος εκπλήξεις και γοητεία, το μοναδικό μέρος όπου μπορούν να ονειρευτούν και να κυνηγήσουν αυτό που έχουν ανάγκη.
Η ταινία ξεκινά γεμάτη συμβολικές αναφορές. Από το επαναλαμβανόμενο απόφθεγμα του (εμβληματικά «αταίριαστου», άλλωστε), Οσκαρ Γουάιλντ, «είμαστε όλοι μέσα στο βούρκο, αλλά μερικοί από εμάς κοιτάζουμε τ' αστέρια», μέχρι τις αλλεπάλληλες ακροάσεις του «Space Oddity» του Ντέιβιντ Μπάουι, μέχρι την απίθανη διασκευή του «Τάδε Εφη Ζαρατούστρα», για πάντα συνδεδεμένου, πια, με την «Οδύσσεια του Διαστήματος». Μαζί με τα μάτια που στρέφονται στ' αστέρια, την ελπίδα για έναν μπαμπά αστροναύτη, το μεγάλο ίνδαλμα που δεν είναι άλλο από μια σταρ του σινεμά. Στο πρώτο της μέρος, η ταινία είναι ελλειπτική, αινιγματική, μ' ένα πέρα ως πέρα αριστουργηματικό μοντάζ από τον Αφόνσο Γκονσάλβες: σε κάνει να πιστέψεις ότι, μετά την πληρότητα και την πολυτέλεια ενός «Far from Heaven», ή μιας «Carol», ο Χέινς επιστρέφει στην αιχμηρή εποχή του «Poison», αξιοποιώντας το σινεμά περισσότερο εξπρεσιονιστικά παρά αφηγηματικά. Αλλά όχι.
Ως αληθινός λάτρης της τέχνης του, ο Τοντ Χέινς κάνει μια ταινία ταγμένη στον κινηματογράφο. Η κινηματογραφική αίθουσα (σε μια παραγωγή της Amazon, μην ξεχνάμε), είναι ήρωας με χαρακτήρα στην ταινία, απάγκιο και πυροδότης ονείρων. Αλλά πέρα απ' αυτό, με τη βοήθεια του φωτογράφου του, γνήσιου καλλιτέχνη Εντουαρντ Λάκμαν και μιας σύνθετης, γεμάτης νόημα δουλειάς στον ήχο, ο Χέινς στήνει μια βωβή ταινία, κομψή, χαριτωμένη και με τη μελαγχολία του παλιού σινεμά, μια άλλη, βωβή-ταινία-μέσα-στην-ταινία, με την πιστότητα ενός μελοδράματος της Λίλιαν Γκις και ένα συναρπαστικό, σχεδόν blaxploitation, με ζεστά, καμένα χρώματα, τρεις αυτόνομες ταινίες στη διάρκεια βία δύο ωρών, που συνδέονται σεναριακά, αλλά κυρίως από την κοινή τους ψυχή, γεμάτη τραύματα που ένας σκηνοθέτης μπορεί να καταπραΰνει.
Αυτές τις τρεις ταινίες, ενωμένες με την ευμετάβλητη μουσική του Κάρτερ Μπεργουέλ, στελεχώνουν τρεις αντάξιοί της ηθοποιοί, ο Οουκς Μπέγκλεϊ που στα '80ς θα είχε απαγάγει ο Στίβεν Σπίλμπεργκ για δική του ταινία, η πεισματική κι ευαίσθητη κωφάλαλη ηθοποιός Μίλισεντ Σίμοντς και η Τζούλιαν Μουρ, σ' ένα διπλό ρόλο που μοιάζει σα ν' ανοίγει κουτί με κοσμήματα ερμηνείας.
Κι είναι στο τελευταίο της μέρος, όπου ο Τοντ Χέινς προσθέτει κι άλλη μαγεία, μια ακαταμάχητη σεκάνς με ένα δικό του stop motion, στον αντίποδα των Barbies του «The Karen Carpenter Story» και μια θεόρατη μακέτα της Νέας Υόρκης, φτιαγμένη με τη λεπτομέρεια, το μυστήριο, τα καλά φυλαγμένα μυστικά και τη μαγεία που κρύβει η κάθε μικρογραφία ενός πλούσιου σε εμπειρίες και μνήμες κόσμου.
Και μ' όλα αυτά, όσο μαγεύεσαι και παραπάνω σε κάθε πλάνο, θέλεις απεγνωσμένα να συγκινηθείς κι η συγκίνηση δεν έρχεται. Ο σκηνοθέτης που σε όλη του την καριέρα κάνει σινεμά για τις μάχες της καρδιάς, εδώ, στην πιο αγνή ιστορία του, κάτι χάνει από τη δύναμη της ταύτισης. Δυο παιδιά, με τ' αυτιά τους, μεταφορικά και κυριολεκτικά, κλειστά στις συμβάσεις του τόπου και του χρόνου τους, κάνουν ένα ταξίδι αναζήτησης, σ' ένα γενναίο νέο κόσμο. Δεν ψάχνουν κάποιον, ψάχνουν κάτι, μια γωνιά για ν' αγαπηθούν, να βρουν λογική στη ζωή τους και ασφάλεια. Αλλά φαίνεται πως το «Wonderstruck» είναι τόσο μεγαλεπήβολα φτιαγμένο, που η ιδέα του καταλήγει να μοιάζει πολύ μικρή για να το στηρίξει.
Ο Τοντ Χέινς είναι ένας σκηνοθέτης με όραμα που προκαλεί δέος, βιώματα που λερώνονται στο δρόμο και (κινηματογραφική) καρδιά με τόση καλοσύνη και τόσο ανθρωπισμό που δεν μπορείς να μην της παραδοθείς. Αλλά το «Wonderstruck» δεν παραδίδει αυτό για το οποίο η φαντασία του σε προετοιμάζει. Μιλά για τα ανθρώπινα «μουσεία», τις συλλογές, που σου εξασφαλίζουν ασφάλεια, τη συλλογή πραγμάτων, ή τη συλλογή ανθρώπων γύρω σου. Ή για το σινεμά, που είναι ασφάλεια, γιατί είναι μπροστά σου, δεν φεύγει και σου κάνει παρέα. Ή για τα μάτια και τ' αυτιά που δεν είναι απαραίτητα, όταν μπορείς να εκφράσεις αλλιώς την αγάπη. Για πράγματα πολύ απλά και πολύ ουσιαστικά, αλλά δοσμένα τόσο πολύπλοκα που καταλήγουν να μοιάζουν λίγα. Κι είναι κυρίως χάρη στην πρόθεσή του, που μένεις ν' αγαπάς μια ταινία που σε άφησε ανικανοποίητο: στην πρόθεσή του να σε πείσει, ότι αν θέλεις ένα φίλο, θα τον βρεις, είτε σ' ένα σκοτεινό δωμάτιο, είτε ανάμεσα στις δεκαετίες, είτε σ' έναν έναστρο ουρανό όπου, ο καθένας μας, έχει τη θέση του δίπλα σ' ένα αστέρι. Κι ας το λέει, από την καλλιτεχνική και συναισθηματική αγωνία του, με τρεις ταινίες, δυο εποχές και μια απίθανη μακέτα.
*
The Florida Project
του Σον Μπέικερ
8 στα 10
Γράφει ο Μανώλης Κρανάκης
Η.Π.Α., 2017
Παραγωγή: Σον Μπέικερ, Κρίς Μπέργκοτς, Κέβιν Τσινόι, Αντριου Ντάνκαν, Αλεξ Σακς, Φραντσέσκα Σιλβέστρι, Σιχ-Τσινγκ Τσου
Σκηνοθεσία: Σον Μπέικερ
Σενάριο: Σον Μπέικερ, Κρις Μπέργκοτς
Φωτογραφία: Αλέξις Ζέιμπ
Μοντάζ: Σον Μπέικερ
Μουσική: Λόρνε Μπάλφε
Πρωταγωνιστούν: Γουίλεμ Νταφό, Μπρούκλιν Πρινς, Μπρία Βινάιτε, Βαλέρια Κότο
Διάρκεια: 109 λεπτά
Διανομή: Seven Films
To απέριττο, βαθιά συγκινητικό, ρεαλιστικό σε σημείο μαγείας φιλμ του Σον Μπέικερ για τις προσωπικές μας χαμένες και ξανακερδισμένες Disneyland. Υποψηφιότητα για Χρυσή Σφαίρα Β' Ανδρικού Ρόλου για τον Γουίλεμ Νταφόε και μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς.
Στις ΗΠΑ τα μοτέλ έχουν γίνει το τελευταίο καταφύγιο των ανθρώπων που δε μπορούν να εξασφαλίσουν μόνιμη κατοικία. Ο πληθυσμός των «κρυμμένων αστέγων» αποτελείται κυρίως από οικογένειες που παλεύουν κάθε μέρα να διατηρήσουν μια στέγη. Η ιστορία μας εκτυλίσσεται λίγο έξω από το Ορλάντο, τον απόλυτο προορισμό για διακοπές και «Το Πιο Μαγικό Μέρος στον Κόσμο».
Η κεντρική λεωφόρος ανάμεσα στα θεματικά πάρκα και τα θέρετρα είναι γεμάτη από φτηνά μοτέλ που κάποτε γέμιζαν από τουρίστες, ενώ σήμερα φιλοξενούν άστεγες οικογένειες. Η Μούνι ζει με την 22χρονη μητέρα της Χέιλι, σε ένα τέτοιο μοτέλ - το The Magic Castle. Το κοντινότερο που έχει η Μούνι σε πατρική φιγούρα είναι ο Μπόμπι, ο διαχειριστής του μοτέλ, τον οποίο πειράζουν συνεχώς τα παιδιά με τις σκανδαλιές τους. Η Χέιλι μόλις έχασε τη δουλειά της κι ένα κοριτσάκι στην ηλικία της Μούνι μόλις μετακόμισε δίπλα τους- θα είναι ένα αξέχαστο καλοκαίρι.
Οποιος γνωρίζει το σινεμά του Σον Μπέικερ θα βρει στο «The Florida Project» όλα εκείνα τα στοιχεία που τον έχρισαν έναν από τους πιο συναρπαστικούς ανεξάρτητους Αμερικάνους σκηνοθέτες ήδη πριν από την τεράστια επιτυχία του «Tangerine», της αμέσως προηγούμενής του ταινίας που συζητήθηκε σχεδόν όσο καμία άλλη για την καινοτομία του γυρίσματος με iPhone αλλά κυριότερα για την αυθεντικότητα των σχέσεων των τρανσέξουαλ πρωταγωνιστριών του και της ικανότητας του ως δημιουργού να ανακαλύπτει στιγμές απαράμιλλης ομορφιάς μέσα στο πιο άσχημο περιβάλλον.
Οι γυναίκες μεταξύ τους σε διαφορετικές ηλικίες, οι νατουραλιστικές ερμηνείες τόσο από επαγγελματίες ηθοποιούς όσο και από ερασιτέχνες ή πρωτοεμφανιζόμενους, η ιδιοφυής χρήση των σκηνικών, η διαρκής αγωνία ενός σημερινού δημιουργού να μιλήσει για την πιο σκληρή πραγματικότητα με όρους σχεδόν ποιητικούς, ποτέ όμως ωραιοποιημένους ή συνθετικούς. Ολα όσα είναι το σινεμά του βρίσκονται εδώ και μαζί μια ιστορία που μπορεί να σου ραγίσει την καρδιά.
Γυρισμένο σε απαστράπτον φιλμ, τοποθετημένο στο Ορλάντο, λίγα μόνο μέτρα από τη Disney World, το «The Florida Project» (έτσι ονομαζόταν το μεγάλο φιλόδοξο σχέδιο της Disney για την κατασκευή του θεματικού πάρκου στην περιοχή) έχει για πρωταγωνίστρια του την εξάχρονη Μούνι που ζει μαζί με την νεαρή και άνεργη μητέρα της σε ένα φτηνό μοτέλ δίπλα ακριβώς στον αυτοκινητόδρομο. Εκεί, σε ένα καλοκαίρι που μοιάζει να μην τελειώνει ποτέ, η Μούνι θα ζήσει τη δική της μεγάλη περιπέτεια, γνωρίζοντας νέους φίλους, παίζοντας αυτοσχέδια παιχνίδια και απολαμβάνοντας μια καθημερινότητα που παίζει σχεδόν αδιάκοπα στη διαπασών, είτε αυτές είναι οι κραυγές του ενθουσιασμού των μικρών παιδιών λίγο πριν τις καθημερινές τους εξορμήσεις στα εγκαταλελειμμένα κτίρια τριγύρω είτε οι συνεχείς διαπληκτισμοί της μητέρας της με τον προστατευτικό ιδιοκτήτη του μοτέλ.
Ο Σον Μπέικερ δεν πρωτοτυπεί καταγράφοντας τη ζωή μιας white trash Αμερικής που ζει στο όριο της φτώχειας, με ηρωίδες μητέρες που μεγαλώνουν μόνες τους τα παιδιά τους προσπαθώντας ταυτόχρονα να βρουν χρήματα από περιστασιακές δουλειές και παιδιά που φλερτάρουν καθημερινά με τον κίνδυνο, την επαιτεία, την απώλεια της αθωότητας που διατηρούν μέσα σε αντίξοες συνθήκες.
Ο Σον Μπέικερ πρωτοτυπεί γιατί κινηματογραφεί αυτό το καλοκαίρι όπως θα το έκανε και αν διαδραματιζόταν στην πιο όμορφη παραλία του κόσμου ή σε ένα υπέροχο σπίτι με πισίνα, κήπο και αμέτρητα παιχνίδια και όχι σε ένα βιομηχανικό σκηνικό που μοιάζει σαν να ανήκε κάποτε σε μια πολύχρωμη ταινία της Disney και τώρα ρημάζει από την εγκατάλειψη και την αδιαφορία. Βλέποντας τον κόσμο μέσα από το απίστευτο βλέμμα της πρωταγωνίστριάς του (αν μιλάμε για παιδιά - ταλέντα ας υποκλιθούμε στην Μπρούκλιν Πρινς), o Σον Μπέικερ αντιστρέφει τους όρους μιας γνώριμης πραγματικότητας και ανακαλύπτει την ομορφιά στα πιο αναπάντεχα μέρη.
Σαν ένας τεράστιος παιδότοπος, όλο το άναρχο, γιγαντιαίων διαστάσεων και συνθετικό τοπίο γύρω από το μοτέλ που ζει η Μούνι μοιάζει να της ανήκει ολοκληρωτικά σαν αυτό να είναι το ολόδικό της παιχνίδι. Με τον ίδιο τρόπο που διεκδικεί το δικαιώμα να της ανήκουν και τα ελάχιστα τετραγωνικά του δωματίου στο οποίο κοιμάται με τη μητέρα της, ένα παγωτό που λιώνει στα χέρια της, η καλύτερή της φίλη από το γειτονικό μοτέλ, μια ζωή που μπορεί να μην την επέλεξε αλλά την προτιμά από οτιδήποτε θα είχαν να της προσφέρουν οι κοινωνικοί λειτουργοί ή μια συμβατική ασφαλής ζωή μακριά από τους φίλους, τη μητέρα της, το μοναδικό σύμπαν στο οποίο η ίδια μπορεί να είναι η πιο όμορφη πριγκίπισσα του δικού της παραμυθιού.
Δίνοντας νόημα στην κριτική πάνω στο αμερικανικό όνειρο και την Αμερική του Ντόναλντ Τραμπ, και γεμίζοντας ζωή μια ταινία που στο βάθος της κρύβει μια βαθιά μελαγχολία για μια χώρα που ονειρεύεται συνεχώς «και ζήσαν αυτοί καλά...» σε παραμύθια που δεν ειπώθηκαν ποτέ, ο Σον Μπέικερ, στην καλύτερη στιγμή του και σε μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς, τολμά να αφηγηθεί με αφοπλιστική ειλικρίνεια και κινηματογραφική μαγεία ένα κομμάτι σκληρής καθημερινότητας στο περιθώριο σαν να επρόκειτο για «μια υπέροχη ζωή».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.