Δεκέμβρης 1944 (17)

Σάββατο 2 Δεκεμβρίου 2017

Μπάμπης Ζαφειράτος: Granma - Τo «ναυάγιο» του Τσε που έγραψε το Έπος... του Πάμπλο Νερούδα

Γκράνμα (Granma) είναι το όνομα του σκάφους με το οποίο οι αντάρτες του Φιντέλ Κάστρο μεταφέρθηκαν (το 1956) απ’ το Μεξικό στις ακτές της Κούβας και ξεκίνησαν τον ανταρτοπόλεμο ενάντια στο καθεστώς. Σαλπάρισε στις 25 Νοεμβρίου του 1956 από το Τούξπαν του Μεξικού και προσάραξε στις ακτές τις Κούβας στις 2 Δεκεμβρίου. Χωρητικότητα: 20-22 άτομα. Χώρεσαν 82.
«Δεν επρόκειτο για απόβαση, επρόκειτο για ναυάγιο», θα πει αργότερα ο Τσε.
Ο Μπατίστα τους περίμενε. Στην κορφή της Σιέρα Μαέστρα, στο Τουρκίνο έφτασαν περίπου 22, που σύμφωνα με την πιο αξιόπιστη εκδοχή, ήταν: Φιντέλ, Ραούλ, Γκεβάρα, Άρμαντο Ροδρίγες, Φαουστίνιο Πέρες, Ραμίρο Βαλντές, Ουνιβέρσο Σάντσες, Εφιχένιο Αμεϊχέιρας, Ρενέ Ροδρίγες, Καμίλο Σιενφουέγος, Χουάν Αλμέιδα, Καλίξτο Γαρσία, Καλίξτο Μοράλες, Ρεϊνάλντο Μπενίτες, Χούλιο Δίας, Ραφαέλ Τσάο, Σίρο Ρεδόντο, Χοσέ Μοράν, τον Κάρλος Βερμούδες, Φρανσίσλο Γονσάλες, Λουίς Κρέσπο, Χοσέ Πόνσε. Όλοι οι άλλοι σκοτώθηκαν, αιχμαλωτίστηκαν ή έμειναν πίσω.  
Είκοσι: Μια ολόκληρη επανάσταση!
(Περισσότερα για το ναυάγιο βλέπε στο τέλος).

***
Πάμπλο Νερούδα
Το Έπος
Από την ποιητική συλλογή
Επικό Τραγούδι (1960)
Πρώτη ελληνική έμμετρη μετάφραση
Μπάμπης Ζαφειράτος - Μποτίλια Στον Άνεμο

*
Άλλα ποιήματα από το Επικό Τραγούδι και η ιστορία της συλλογής

V

La Gesta
Pablo Neruda

SI el hondo mar callaba sus dolores
las esperanzas levantó la tierra:
éstas desembarcaron en la costa:
eran brazos y puños de pelea:
FIDEL Castro con quince de los suyos
y con la libertad bajó a la arena.
La isla estaba oscura como el luto,
pero izaron la luz como bandera,
no tenían más armas que la aurora
y ésta dormía aún bajo la tierra:
entonces comenzaron en silencio
la lucha y el camino hacia la estrella.
FATIGADOS y ardientes caminaban
por honor y deber hacia la guerra,
no tenían más armas que su sangre:
iban desnudos como si nacieran.
Y así nació la libertad de Cuba,
de aquel puñado de hombres en la arena.
LUEGO la dignidad de los desnudos
los vistió con la ropa de la sierra,
los nutrió con el pan desconocido,
los armó con la pólvora secreta,
con ellos despertaron los dormidos,
dejaron su sepulcro las ofensas,
las madres despidieron a sus hijos,
el campesino relató su pena
y el ejército puro de los pobres
creció y creció como la luna llena:
no le quitó soldados el combate:
creció el cañaveral en la tormenta:
el enemigo le dejó sus armas
abandonadas en las carreteras:
los verdugos temblaban y caían,
desmantelados por la primavera,
con un disparo que condecoraba
con la muerte, por fin, sus camisetas,
mientras que el movimiento de los libres
movía, como el viento, las praderas,
sacudía los surcos de la isla,
surgía sobre el mar como un planeta.

Canción de Gesta
Imprenta Nacional de Cuba,
1960 (pp. 8-9)
V

Το Έπος
Πάμπλο Νερούδα

ΑΝ η βαθιά η θάλασσα τις πίκρες
κατάφερνε να πνίξει, τότε οι ελπίδες
θ’ ανθίζανε στη γη· και ξεμπαρκάραν:
ήταν γροθιές και μπράτσα για τη μάχη:
Ο ΦΙΝΤΕΛ Κάστρο μ’ άλλους δεκαπέντε
κι η λευτεριά μαζί βγήκαν στην άμμο.
Σκοτάδι· το νησί μέσα στο πένθος,
αλλά το φως υψώσανε παντιέρα,
γιατί άλλα όπλα απ’ την αυγή δεν είχαν
που όμως κι αυτή στη γη αποκοιμιόταν:
και τότε σιωπηλοί πήραν το δρόμο
του αγώνα, περπατώντας προς τ’ αστέρια.
ΚΑΤΑΚΟΠΟΙ μα φλογισμένοι μπαίνουν
για την τιμή και για το χρέο στη μάχη,
κι άλλο όπλο απ’ το αίμα τους δεν έχουν:
κινούν γυμνοί σαν νεογέννητα. Έτσι
γεννήθηκε κι η λευτεριά της Κούβας,
από μια χούφτα άντρες, απ’ την άμμο.
ΥΣΤΕΡΑ των γυμνών η περηφάνια
ντύθηκε με τη φορεσιά της σιέρας,
κι απ’ το ψωμί το ξένο χορτασμένη,
με το κρυφό αρματώθηκε μπαρούτι,
μ’ εκείνους που απ’ το λήθαργό τους βγήκαν
κι απ’ την ντροπή, απ’ του τάφου τους την τρύπα·
μανάδες λένε αντίο στα παιδιά τους,
τoν πόνο του ανιστόρησε ο αγρότης
κι η αγνή στρατιά των εξαθλιωμένων
φούσκωσε σαν τ’ ολόγιομο φεγγάρι:
τους μαχητές δεν τους κλονίζει ο αγώνας
βαστάνε όπως στη θύελλα το καλάμι·
τώρα ο εχθρός τα όπλα εγκαταλείπει
τ’ αφήνει εκεί καταμεσής του δρόμου
οι δήμιοι μες στον τρόμο καταρρέουν,
σμπαράλια από της άνοιξης την αύρα,
κι ένα στερνό παράσημο από βόλι
νεκροστολίζει τα πουκάμισά τους.
Kι οι ελευθερωτές διαβαίνουν όπως
ο άνεμος, σαρώνουν τα λιβάδια,
τραντάζετ’ όλο το νησί κι η ορμή τους
πάνω απ’ τη θάλασσα προβάλλει σαν πλανήτης.

Επικό Τραγούδι
Εθνικό Τυπογραφείο Κούβας,
1960 (σελ. 8-9)
Μετάφραση, Μπάμπης Ζαφειράτος,
23 Δεκεμβρίου 2016.

*

Πρώτη δημοσίευση: Πάμπλο Νερούδα: Το Έπος (Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016)

Το ναυάγιο
Η αποβίβαση είχε προγραμματιστεί στην πόλη Niquero, στην επαρχία Oriente, ώστε να ακολουθήσουν τη διαδρομή που είχε ακολουθήσει και ο Χοσέ Μαρτί για να ξεκινήσει τον πόλεμο της Ανεξαρτησίας της Κούβας το 1895.
Στις 2 Δεκέμβρη τους περιμένει η Σέλια Σάντσες, από τα ιδρυτικά στελέχη του κινήματος της 26 Ιουλίου, με φορτηγά, τζιπ, τρόφιμα, όπλα και με περίπου 50 άνδρες.
«Τους περιμένουν όμως –όπως γράφει ο Πάκο Ιγνάσιο Τάϊμπο ΙΙ– ειδοποιημένοι από προδότες και καταδότες, πάνω από τριάντα πέντε χιλιάδες ένοπλοι άντρες, συμπεριλαμβανομένης της αστυνομίας, ένας στρατός εξοπλισμένος με τανκς, δέκα πολεμικά πλοία, δεκαπέντε ακτοπλοϊκά και εβδομήντα οχτώ αεροπλάνα της πολεμικής αεροπορίας και των αερομεταφορών».
Οι αντάρτες εντοπίζονται από ελικόπτερο και αναγκάζονται να κατευθύνουν το Γκράνμα στην τοποθεσία Playa de los Colorados, κοντά στο χωριό Las Coloradas, περίπου δεκαπέντε μίλια νότια από το καθορισμένο σημείο.
Η νέα περιοχή αποβίβασης είναι περισσότερο βάλτος. Τα βουρκόνερα, η πυκνή θαλάσσια βλάστηση και τα μικρά καβούρια τους εμποδίζουν να ξεφορτώσουν το μεγαλύτερο μέρος του οπλισμού τους.
«Απλά αναλογιστείτε πού έγινε η αποβίβαση –λέει η Σέλια Σάντσες στο The Twelve, ένα βιβλίο του Κάρλος Φράνκι για τις πρώτες ημέρες του αγώνα εναντίον του Batista. Αν είχαν αποβιβαστεί στην παραλία αντί για το βάλτο, θα έβρισκαν φορτηγά, τζιπ, βενζίνη».
Οι αντάρτες κινούνται προς το βουνό, χωρίς φαγητό την πρώτη μέρα. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής, οι αγρότες τους δίνουν να φάνε και να πιουν, μέχρι τις 5 Δεκεμβρίου, όταν προδομένοι από τον οδηγό τους θα πέσουν σε ενέδρα στην Alegría de Pío. Αναγκάζονται να διασκορπιστούν και οι περισσότεροι θα σκοτωθούν στη μάχη, ή στην προσπάθειά τους να παραδοθούν.
Για έντεκα μέρες, οι εναπομείναντες, τραυματισμένοι, πεινασμένοι και διασκορπισμένοι, αποφεύγουν το στρατό του Μπατίστα και στις 18 Δεκεμβρίου καταφέρνουν να ανασυνταχθούν, βαθιά στα βουνά της Σιέρας Μαέστρα.
«Θα κερδίσουμε αυτόν τον πόλεμο –είπε ο Κάστρο–, μόλις αρχίσαμε να αγωνιζόμαστε!».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.