Δεκέμβρης 1944 (17)

Παρασκευή 27 Μαΐου 2016

Νικόλας Κάλας: Γιορτάζω το ηλιοστάσιον και την επέτειο κάθε Κομμούνας

Νίκος Καλαμάρης
(ή Νικήτας Ράντος ή Nicolas Calas ή Νικόλαος Κάλας ή Μ. Σπιέρος)
27 Μαΐου 1907, Λωζάνη, Ελβετία - 31 Δεκεμβρίου 1988, Νέα Υόρκη, ΗΠΑ
Σχέδιο, Μπάμπης Ζαφειράτος, 27.V.2016 (Μολύβι, 29 χ 21 εκ.)



N I K O L A S   C A L A S


ΞΕΝΑ ΔΟΧΕΙΑ

Είπεν ο Φιξ στην Καλλιρρόη: «Εγώ είμαι ο Ιλισσός»
είπεν ο Χίλτον στον Παρθενώνα: «Εγώ είμαι η Ακρόπολη»
είπεν ο Έντισον στην Κουκουβάγια: «Εγώ είμαι το φως»
είπεν η Ελενίτσα στον Μπελαφόντε: «Ο Όμηρός μου εσύ».
Τιμής ένεκεν Νήαρχος θα λέγεται ο Ναύαρχος
και το πλωτό του Τοσίτσα.
Ο Άγνωστος Θεός έγινε σταυρόλεξον.
Δόξα τω λόγω που ο Άρειος Πάγος μένει βράχος
Και το ΤΖΗ ΜΠΗ Γκραντ Μπρετάγν κι όχι Κύπρος!


Η ΟΣΦΥΣ ΤΟΥ ΛΑΓΟΥ Η ΜΟΝΑΡΧΙΚΗ ΜΟΥ ΑΓΑΠΗ

Πρώτοι μας δυνάστες οι Βιτελοβλάχοι
Κόθωνας με Αμυαλία. Μετά
ξέρασεν ο Βόλγας την Αφροδίτην Βρωμάροβνα
που τόκισε τους Γλυκοβούργους με χυλόπιτες
και τους Ρωμιούς με αναθέματα.
Του πετεινού ο γιος αντίς από την Πόλη
πήρε την Ασοφία.

Ένας του γιος ασπάστηκε τη Μαϊμού
Κι ο άλλος εγκαινίασε μεταξωτό πολιτισμό.
Η Χέσσα μηχανεύτηκε ανάπαυλα πράματα
κι ο Κοπρώνυμος Β' Άνω Μωρία.

Πάνε τώρα οι Γλυκοβούργοι
αλλού να φάνε την κοπενχάη τους
στο Τυχεράν της Ιρανίας ίσως .
Εδώ ποταποί παττακοί ηρακλείδες
του στόματος ψιττακίζουν
έρχεται, ερχέζεται ο Βάσος Υλικός.

Ελλάς εργατών κι αγροτών, Ελλάς ποιητών
φοβού τους Δαναούς. Προσοχή
Ήτταν ή Επί Τάνκς.

                                                      Βακιλοκτόνος




ΔΙΦΟΡΟΥΜΕΝΑ

Κώλο να ’χει ο Beau Colas πατριαρχικό
και γλυκοβρισίδι ελληνικό. Τ’ αλληλοφάγωμα
εντείνεται από το αφροδισιακό ποτό Δεν Ζω.

Σπεσιαλιτέ της Μπούτι Μπουτίκ
κανάρι μελωδικό με σκούφια Νου Φαραώ
σερβιρισμένο σε δίσκο Μαρία Κάλλας
μαγειρεμένο με άλας αττικό Ν. Κάλας.

Αύριον στην Γκαλερί Όλας κι Ιόλας
θα βρείτε όλα τ’ αφύσικα: ερωτικοί μαγνήτες,
πράγματα εντός κι εκτός γεωμετρίας,
αρχαιοπρεπείς Ατθίδες
unisex,
δένδρα μ’ εξαίσιες κομμώσεις,
ναύτες με τσαρούχια
κι άλλες πολλές ντόπιες και ξένες ζαλάδες
και ζουμπουλάδες.

Τσακάλια και λυκαβηττοειδείς εστιάδες
ονειρεύονται συγχώνευση ΙΚΑ και
CIA.
Έσχατο καταφύγιό των μένει στο κέντρο της πλατείας
το υπόγειο κατάστημα Συ Φιλείς.



1

Στο χάρτη κατακόρυφα από Βορρά σε Νότο 
Ελληνικό (Ελλάδα), Charles de Gaule (Γαλλία)
Κέννεντυ (Η.Π.Α.). Αισία προβλέπεται η πτήση
νούμερα φωτοκινούν την διαδοχή του χρόνου
(για τα κρομμύδια το ρολόι που ανοιγοκλείνει
την γωνιά κλασμάτων αγωνίας).
Πάει ό Αρχιμήδης! Άμμος σκεπάζει
την ταραχή των κύκλων του.
Κι ο Πίνδαρος ποδοπατιέται. Δημοσιογράφοι
τώρα πανηγυρίζουν ρεκόρ στίβου κι ωδείου.
Ricordate! Το ποίημα αναζητάει τετάρτη διάσταση
ενώ το μάτι ακόμα μνημονεύει συλλαβές
κι οραματίζεται Σίβυλλες.
Όταν όμως γίνεται φως η πνοή
τότες το βλέμμα ορθώνει τη σκιά του
στίξεων λάμψη.

                                               Μανχάταν 1977


2

Αραχνοΰφαντο λόγο πλέκουν στον ουρανό
τ ανεμοδαρμένα κλωνάρια της Πενσυλβανίας
στο σχεδιάγραμμά τους διαβάζω το άγνωστον.
Νησιώτης ποτισμένος στο σεληνόφως λιοδέντρων
επαναστάτης, μετανάστης, επαγγέλλομαι
τον ονειροκρίτη. Μελετώ Μάγους
τον van Eyck και τον Bosch, τον Breton
και τον Duchamp. Χαιρετώ άθεους Βουδιστές
του Colorado, αναρχικούς κι αιρετικούς.
Γιορτάζω το ηλιοστάσιον και την επέτειο
κάθε Κομμούνας. Σέβομαι τη σκιά του Άθωνα
τις πυραμίδες, την Αφροδίτη.
Χάνομαι στο πλήθος, ξαναβρίσκω τον εαυτό μου
στις αρτηρίες της Βαβυλώνας
στην παλάμη του μέλλοντος.

                                            Μανχάταν 1977

 ***
Από τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων:
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΛΑΣ
ΟΔΟΣ ΝΙΚΗΤΑ ΡΑΝΤΟΥ
Ίκαρος, Αθήνα 1977
ρόλογος Οδυσσέα Ελύτη)

Η έκδοση απαρτίζεται από τις συλλογές: ΤΕΤΡΑΔΙΑ 1933-1936, με τις ενότητες Τετράδιο Α΄, Τετράδιο Β΄, Τετράδιο Γ΄, Τετράδιο Δ΄) και Οδός Νικήτα Ράντου 1945-1977, με τις ενότητες Συλλογή Α΄, Συλλογή Β΄, Συλλογή Γ΄, Κοροϊδίες, Έντεκα και δύο ποιήματα.

Τα Ξένα Δοχεία προέρχονται από τη Συλλογή Α΄, σελ. 87.
Η Οσφύς και τα Διφορούμενα αποτελούν την ενότητα Κοροϊδίες, σσ. 131, 132.
Τα 1 και 2 είναι τα δυο από τα Έντεκα και δύο ποιήματαα τελευταία ποιήματα της ΟΔΟΥ, σσ. 146, 147)


ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

Τετράδιο Α΄. Τυπογραφείο του περιοδικού «Ο Κύκλος», Μάης 1933, εξήντα αντίτυπα εκτός εμπορίου αριθμημένα 1-60.
Τετράδιο Β΄. Τυπογραφείο του περιοδικού «Ο Κύκλος», Οχτώβρης 1933, πενήντα αντίτυπα εκτός εμπορίου αριθμημένα 61-111.
Τετράδιο Γ΄. Εκδόσεις «Κασταλία», Σεπτέμβρης 1934, πενήντα αντίτυπα εκτός εμπορίου αριθμημένα 112-162.
Τετράδιο Δ΄. Τυπογραφείο του περιοδικού «Ο Κύκλος», Νοέμβρης 1936, τριάντα αντίτυπα εκτός εμπορίου αριθμημένα 163-193.
Όπου φαίνεται η στενή σχέση ετεροφώτων και ετεροκλήτων πραγμάτων. Περιοδικό «Το Τρίτο Μάτι» αριθ. 4, 5, 6, Γενάρης - Φλεβάρης - Μάρτης 1936.
Συλλογή Α΄. Περιοδικό «Πάλι» αριθ. 1 (1963) και αριθ. 2-3 (1964).
Συλλογή Β΄. «Χρονικό» (1975).
Συλλογή Γ΄. Περιοδικό «Χνάρι», καλοκαίρι-φθινόπωρο 1975.
Η οσφύς του λαγού η μοναρχική μου αγάπη. «Για το Σοσιαλισμό», τεύχος αριθ. 4 (1975).
(Από την ΟΔΟ, τελευταία σελ., 149)


Η ΟΔΟΣ ΝΙΚΗΤΑ PANTOΥ

Το ποσοστό του οξυγόνου που αντιστοιχεί σε κάθε άνθρωπο, άλλοι το ξοδεύουν μεθοδικά και με κανονικές εισπνοές σόλο το μάκρος της ζωής τους άλλοι πάλι με βίαιες και δυσανάλογες δόσεις, ανάμεσα σε δύο νεκροφάνειες. Ποιός θ' αποδειχθεί ότι εκμεταλλεύτηκε καλύτερα εκείνο που του δόθηκε - άγνωστο. Ας μην είμαστε αγνώμονες απέναντι στο τυχαίο που μας επιτρέπει να μιλούμε σα να ήμασταν αθάνατοι.

Προσωπικά, μισώ τη νοσταλγία και δεν συνηθίζω να μιλώ πρωθύστερα. Στην ιστορία όμως της Λογοτεχνίας, όχι αυτήν που καταρτίζουν οι ειδικοί αλλά την άλλη, που η πυξίδα δεν υπακούει πάντοτε στον βορρά, μου άρεσε ανέκαθεν να παρακολουθώ τις παλινδρομικές αποτιμήσεις του χρόνου: που τον βλέπεις να προωθεί άξαφνα μια συγκίνηση του 1931 στα 1976 και αντίθετα, μιαν ευαισθησία δήθεν σημερινή να την απωθεί ‒με χαιρεκακία θα ’λεγα‒ σαράντα χρόνους πίσω. Αλλά όταν η γοητεία μπαίνει στη μέση, αλλάζουν όλα. Επειδή η γοητεία μοιάζει με τη θάλασσα· κι ευτυχώς.

Μια μέρα, ένα βιβλίο ξαναβγαίνει στην επιφάνεια σαν υποβρύχιο που το θαρρούσες από καιρό χαμένο. Διόλου. Απλώς κάτεχε το μυστικό να μένει κάτω απ
το νερό για ένα διάστημα πολύ μεγαλύτερο από ό,τι τα νεώτερα μοντέλα. Κι αν οι τεχνικοί τα χάνουν, οι Σειρήνες, αυτές που πάντα ξέρουν κάτι περισσότερο, χαμογελάνε με νόημα.

Τώρα βέβαια, για τα στρατολογικά γραφεία της πνευματικής μας ζωής, ο ποιητής Νικόλαος Κάλας έχει κηρυχθεί ανυπότακτος εδώ και πολλά χρόνια. Πότε ως Ράντος, πότε ως Σπιέρος, πότε ως Κάλας, κατάφερε με την αξιοπρέπεια και την ευκινησία θαυματοποιού, να ξεγλιστρήσει από την Αθήνα στο Παρίσι κι από το Παρίσι στη Νέα Υόρκη, συγχέοντας απελπιστικά τα ίχνη πίσω του.

Μα ποιός είναι τέλος πάντων αυτός και τι ακριβώς κάνει; Γράφει ποιήματα; Δοκίμια επαναστατικά; Λιβέλους; Γράφει στα Ελληνικά; Στα Γαλλικά; Στα Εγγλέζικα; Πρωτοστατεί σε κινήματα; Εκμαιεύει νέους ζωγράφους; Τα βάζει με τους ισχυρούς; Τίποτε απ’ όλα αυτά και όλα μαζί. Πρόσωπο περίπου ασύλληπτο, με κάτι από τον
Jacques Vaché και κάτι από τον Marcel Duchamp, είναι προπαντός ένας ανυπότακτος. Τα άλλα έρχονται ύστερα...

Τα «άλλα» είναι φυσικά τα ποιήματα. Ποιήματα γραμμένα εχθές ή πριν από πολλές δεκαετίες ‒αδιάφορο‒ που, κυριολεκτικά, δεν ξέρεις από πού να τα πιάσεις. Τόσο είναι το υλικό τους ετερόκλητο, η γλώσσα τους αναρχική, το σύνολο τους εξαρθρωμένο. Τρέμεις μην εκραγούν στα χέρια σου· και στο βάθος φοβάσαι όχι τόσο τα τυχόν θραύσματα, όσο εκείνη την τρυφερότητα την διαπεραστική που διαισθάνεσαι να αποκρύπτουν.

Όμως, εάν είναι ζωντανά τα ποιήματα, μόνον έτσι λειτουργούν. Μη λησμονούμε ότι κάποτε, στη μακάρια προπολεμική Αθήνα, είναι αυτά που διανοίξανε, ανάμεσα στον παλαιολιθικό «Παρνασσό» και την ετοιμόρροπη «Εστία» μια καινούργια οδό: την οδό Νικήτα Ράντου.

Τυχεροί όλοι εμείς που γύρω στα είκοσί μας χρόνια πραγματοποιούσαμε τις πρώτες μας μυστικές συναντήσεις στις γωνιές μιας τέτοιας οδού. Ανάμεσα στα τηλέφιλα, τα οινάνθια και τα χλοερά σίσυμβρα.

Υπάρχουν αρετές νεκρές και υπάρχουν ελαττώματα που ήδη, από το άλλο τους άκρο, μυρίζουνε μέλλον. Ποιος κράτησε ποτέ του μια διάφανη πέτρα και δεν ένιωσε μέσα της τον ουρανό;
Θα ’θελα να φτιάξω έναν ουρανό
να ’χω τώρα που νύχτωσε ένα στερέωμα να κοιτάζω
θα το ’καμνα μεγάλο, γιομάτο άστρα με σχήματα παράξενα
θα του ’βαζα αντίς από ’να, δυο φεγγάρια ανόμοια
το ’να μικρό σαν παιδί, τ’ άλλο μεγάλο σαν παράπονο.
Πρέπει να κοιτάζεις από πολύ ψηλά για να μπορείς να μιλείς έτσι, αν όχι και να ’χεις διατελέσει δέντρο προτού καταφρονέσεις τη φύση. Όλα έχουνε τη δικαίωση τους, με τη διαφορά ότι ένα καλό ποίημα δεν ανταμείβει μόνον. Τιμωρεί. Από αντιπερισπασμό στη θλίψη, χλοΐζει. Ακόμη κι ένας παραλογισμός σαν αυτόν που γράφω αυτή τη στιγμή, αποκτά νόημα επιθετικό. Χωρίς Αμφιβολία ο Υπερρεαλισμός είχε δίκιο.

Σε μια φωτογραφία βγαλμένη τα χρόνια του πολέμου στη Νέα Υόρκη, ο Νικόλαος Κάλος φιγουράρει ανάμεσα στον André Breton και στους φίλους του πού είχαν καταφύγει εκεί μετά την είσοδο των Χιτλερικών στη Γαλλία. Το νήμα δεν είχε κοπεί ούτε για τους Αλλοεθνείς ούτε για τον Έλληνα που τους ακολουθούσε και που ‒προσθέτω‒ για τους χωρικούς των Αθηνών, δεν έκανε παρά ν’ αντιγράφει με καθυστέρηση τη Δύση. Ποιά Δύση; Ένας υπερρεαλιστής έχει μουντζώσει αναδρομικά κι εξακολουθεί να μουντζώνει διά βίου τη Δύση κι ολόκληρο τον πολιτισμό της. Είναι κάτι αυτό, είναι μια χειρονομία, παρ’ όλα όσα κι αν λένε, θετική. Ένα στοιχείο υγείας που όσο λιγότεροι το καταλαβαίνουν τόσο εκείνο αναπτύσσεται, και τείνει να γίνει  έ ν α  με τη φωνή που ξέρει να κηρύττει και στις παραμονές του θανάτου και πάνω Από τις καταιγίδες.

1976.‒                                                                                           ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Βλέπε και ΕΚΕΒΙ: Καλαμάρης Νίκος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.