Δεκέμβρης 1944 (17)

Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2015

Λορέντζος Μαβίλης: Ήπιε νερό της Λήθης απ’ το Δρίσκο - Ένα σονέτο για τον ποιητή

Λορέντζος Μαβίλης. 6 Σεπτεμβρίου 1860, Ιθάκη - 28 Νοεμβρίου 1912, Δρίσκος, Ιωάννινα
Σχέδιο, Μπάμπης Ζαφειράτος, 26.ΧI.2015 (Μελάνι, 29 χ 21 εκ.)
 

26 και 28 Νοεμβρίου
1912 ‒Α' Βαλκανικός Πόλεμος. Στις 26/11/1912 ξεκινά η μάχη του Δρίσκου στην Πίνδο. Οι Γαριβαλδινοί (Ιταλοί ριζοσπάστες) εθελοντές που πολεμούσαν στο πλευρό των Ελλήνων αποδεκατίζονται από τις οθωμανικές δυνάμεις. Δυο μέρες αργότερα, στις 28/11/1912, ανάμεσα στους νεκρούς θα είναι και ο Κερκυραίος ποιητής Λορέντζος Μαβίλης, βουλευτής από το 1911.


Μπάμπης Ζαφειράτος
ΕΝΑ ΣΟΝΕΤΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ...
 
           τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν∙ 
           θέλουν, μα δε βολεί να λησμονήσουν. 
                                     (Λορέντζος Μαβίλης, Λήθη)
 
Λουσμένος στου ρυθμού του την παλέτα
Ομορφος, μες στης ποίησης τα χνάρια
Ρίπισε της φωνής του τα βλαστάρια
Εχοντας μόνο του όπλο τα σονέτα.
Ντυμένος με σκουτιά που παλληκάρια
Τα έβαψαν σε αίμα από βιολέτα
Ζωγράφισε στων στίχων τα στιλέτα
Οράματα ακοίμητα φεγγάρια.

Με νέα Γλώσσα και ψυχή αρματωμένος
Ανέβηκε ψηλά αποφασισμένος
Βαδίζοντας προς του ήλιου του το δίσκο
Ιδανικός οδηγητής κι οδηγημένος
Λάμνοντας στη φωτιά· και διψασμένος
Ηπιε νερό της Λήθης απ’ το Δρίσκο

                                      Μπάμπης Ζαφειράτος, 1966


* * *


Μαβίλης: Τρία σονέτα


ΛΗΘΗ 

Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε
την πίκρια της ζωής. Όντας βυθίσει
ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήσει
μην τους κλαις, ο καημός σου όσος και να ’ναι.

Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε
στης λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση∙
μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίσει
α στάξει γι’ αυτές δάκρυ όθε αγαπάνε.

Κι αν πιουν θολό νερό ξαναθυμούνται,
διαβαίνοντας λιβάδια από ασφοδίλι,
πόνους παλιούς που μέσα τους κοιμούνται.−

Α δε μπορείς παρά να κλαίς το δείλι,
τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν∙
θέλουν, μα δε βολεί να λησμονήσουν.

                                                      (Δημοσιεύτηκε το 1899)


ΦΑΛΗΡΟ

Είχε όλα της τα μάγια η νύχτα· μόνη
εσύ έλειπες. Aργά κινάω να φύγω,
μα ξάφνου στη μπασιά του μπαρ ξανοίγω
αυτοκίνητο να γοργοζυγώνει.

M’ ελπίδα σταματάω. Nά το, πλακώνει.
παραμερίζουν οι άλλοι. Άσειστος μπήγω
τη ματιά μου στα μάτια σου. Άλλο λίγο
ακόμα και ο σοφέρ σου με σκοτώνει.

Aρχοντοπούλα μ’ άφταστα πρωτάτα,
με των Eφτά νησιών τες χίλιες χάρες,
τετράξανθη ομορφιά γαλανομάτα,

του θανάτου δε μ’ έπιασαν τρομάρες –
γλυκύτατες με λειώσανε λαχτάρες
να συντριφτώ κάτω από εσέ στη στράτα.


                                                          (Ιούνιος 1911)


ΣΤΗ ΔΗΜΟΤΙΚΗ

Είσ’ έμμορφη σεμνή χωριατοπούλα
Και στον ανθό της νιότης λουλουδίζεις,
Δροσερή και γελούμενη ροδίζεις,
Όπως στον ουρανό ροδίζ’ η αυγούλα.

Καθώς μες στο τριαντάφυλλο η δροσούλα,
Όμοια λάμπει το δάκρυ σου αν δακρύζεις,
Σα νύφη στο χορό γλυκογυρίζεις
Και καμαρώνεις σαν βασιλοπούλα.

Όλοι αντάμ’ ας φιλούν οι άλλοι μία
Γριά φτιασιδωμένη, άσχημη, κρύα,
Που κλαίει τα μαραμένα της τα νιάτα.

Εγώ σέν’ αγαπώ, σέν’ αγκαλιάζω.
Αν τη φωνή σου ακούσω, αναγαλλιάζω.
Λύνομαι στα φιλιά σου τα δροσάτα.
(Περιοδικό Γράμματα, Τόμος 2, αρ. 13, 1913)



*


* * *


Λορέντζος Μαβίλης

Ποιητής και μεταφραστής, τελευταίος εκπρόσωπος της Επτανησιακής Σχολής και μάλιστα του κερκυραϊκού κύκλου.
Προτομή Λορέντζου Μαβίλη ( 1860 – 1912 ) στην ομώνυμη πλατεία των Αμπελοκήπων
Έτος: 1915, Γλύπτης: Πέτρος Ρούμπος (1873 – 1941).
Τοποθετήθηκε στην πλατεία Μαβίλη το 1938.
Το επίγραμμα
Μνήμη ιερή! Όσον ο θάνατος με τη ζωή παλεύει,
τόξο λαμπρό σελάγιζε στον αξεθύμαστο ουρανό.
Ψηλότερα, στον έβδομο, κανένας δε θ’ ανέβει.
Παρά όποιος, απαρόμοιαστος, χάρισμα θεϊκό,
το στοχασμό του πρόσφερε σε θαυμασμό και χλεύη
και το αίμα του για δύστυχων ανθρώπων λυτρωμό.

Μιλτιάδης Μαλακάσης
Ο Λορέντζος Μαβίλης γεννήθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου 1860 στην Ιθάκη, όπου ο ισπανικής καταγωγής πατέρας του, Παύλος Μαβίλης, υπηρετούσε ως δικαστικός. Η μητέρα του, Ιωάννα Σούφη, ήταν ανηψιά του κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια. Ο Μαβίλης τελείωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στην Κέρκυρα και φοίτησε για ένα χρόνο (1877-1878) στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστήμιου Αθηνών. Συνέχισε τις σπουδές του στα πανεπιστήμια Μονάχου και Φράιμπουργκ (1878-1890), όπου παρακολούθησε μαθήματα κλασικής φιλολογίας, αρχαιολογίας και σανσκριτικών, ενώ μελέτησε τα φιλοσοφικά συστήματα των μεγάλων Γερμανών φιλοσόφων Καντ, Φίχτε και Σοπεγχάουερ. Το 1890 ανακηρύχθηκε διδάκτωρ φιλοσοφίας από το Πανεπιστήμιο του Ερλάνγκεν με τη διατριβή «Δύο βιεννέζικα χειρόγραφα του Ιωάννη Σκυλίτζη».
Ο Μαβίλης δεν ήταν μόνο άνθρωπος του πνεύματος, αλλά και της δράσης. Φλογερός πατριώτης, συμμετείχε ενεργά στους απελευθερωτικούς αγώνες του έθνους. Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα αγωνίστηκε ως επικεφαλής επαναστατικής ομάδας στην Κρήτη και τραυματίστηκε κατά τη διάρκεια του άτυχου ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897. Μετά την επάνοδό του στην Κέρκυρα έγραψε μερικά από τα καλύτερα ποιήματά του και ασχολήθηκε με το γλωσσικό ζήτημα, που το θεωρούσε συνδεδεμένο με το εθνικό.
Το 1910 εκλέγεται βουλευτής Κερκύρας υπό τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Ο λόγος του στη Βουλή ένα χρόνο αργότερα για το γλωσσικό ζήτημα, αποτελεί την κορύφωση των αγώνων του για τη δημοτική. Παροιμιώδης θα μείνει η φράση του «Χυδαία γλώσσα δεν υπάρχει, υπάρχουσι χυδαίοι άνθρωποι», υπερασπιζόμενος την ευγένεια της δημοτικής γλώσσας.
Η υπερτάτη θυσία του προς την πατρίδα θα έλθει στις 28 Νοεμβρίου του 1912, κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων. Ο Λορέντζος Μαβίλης, συμμετέχοντας ως εθελοντής στο σώμα των Γαριβαλδινών, θα πέσει ηρωικά μαχόμενος κατά των Τούρκων στο βουνό Δρίσκος της Ηπείρου. Ήταν μόλις 52 ετών, πάνω στην κορύφωση της πνευματικής του δημιουργίας.
Ο Λορέντζος Μαβίλης υπήρξε ολιγογράφος ως ποιητής και διέπρεψε στο απαιτητικό είδος του σονέτου, που είχαν καλλιεργήσει οι Γάλλοι Παρνασσιστές. Ανήκε στην παράδοση της επτανησιακής σχολής, όπως διαμορφώθηκε από τον Διονύσιο Σολωμό. Στα ποιήματά του υμνεί την πατρίδα και αυτούς που έπεσαν στο πεδίο της μάχης (Εις την Πατρίδα, Πατρίδα, Πλήρωμα Χρόνου), εκφράζει τις φιλοσοφικές αντιλήψεις του (Λήθη, Υπεράνθρωπος, Ελιά, Έρωτας και Θάνατος), τονίζει την αγάπη προς τη μητέρα (Αμίλητα, Αφιέρωση), την αξία της φιλίας (Στον φίλο Γ. Καλοσγούρο), τον ιδανικό έρωτα (Ανάξιο Β', Ψυχοφίλημα), ενώ αφιερώνει ιδιαίτερα ποιήματα σε φίλους και συνεργάτες του (Ν. Κογεβίνας, Πολυλάς). Η απαισιοδοξία του, που είναι αποτέλεσμα των επιδράσεων του Σοπεγχάουερ και της ινδικής φιλοσοφίας, δεν μπόρεσε να μαράνει τη θέρμη και τη δροσιά της ποίησής του.
Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στο σονέτο του Φάληρο (Ιούνιος 1911), όπου για πρώτη φορά σε ελληνικό ποίημα αναφέρονται οι λέξεις αυτοκίνητο, σωφέρ και μπαρ, άγνωστες μέχρι τότε στον μέσο Έλληνα. Σημαντικό είναι και το έμμετρο μεταφραστικό έργο του Μαβίλη. Γνώστης πολλών γλωσσών, μετέφρασε, μεταξύ άλλων, στα ελληνικά  Σίλερ, Σέλεϊ, Βιργίλιο, Μπράουνινγκ, Φώσκολο, Μπάιρον και αποσπάσματα από το το ινδικό έπος της Μαχαμπχαράτα. 

Πηγή βιογραφικού: sansimera



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.