Δεκέμβρης 1944 (17)

Τετάρτη 29 Απριλίου 2015

Μαρία Πολυδούρη: «Ήταν μια νέα γυναίκα εκπληκτικής ακτινοβολίας και ομορφιάς» − Δυο ποιήματα για τον Γιάννη Ρίτσο

Μαρία Πολυδούρη (Καλαμάτα, 1 Απριλίου 1902 - Αθήνα, 29 Απριλίου 1930)
Σχέδιο, Μπάμπης Ζαφειράτος, 29.IV.2015 (Μολύβι, 29 χ 21 εκ.)

29 Απριλίου
1930 ‒Πεθαίνει η ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη,  στις τρεις το πρωί της 29ης Απριλίου 1930 από υπερβολική δόση ενέσεων μορφίνης που της προμήθευσε κάποιος φίλος της, στην κλινική Χρηστομάνου στην Αθήνα.

Ο πολύ καλός λογοτεχνικός και κινηματογραφικός κριτικός των Νέων Κ. Σταματίου, σε σημείωμά του στα για το «Μαρία Πολυδούρη, Άπαντα», Τα Νέα, 3 Απρ. 1982,  καταγράφει τη μαρτυρία του Ρίτσου για την ποιήτρια, κατά την περίοδο της νοσηλείας και των δυο τους στο σανα­τόριο «Σωτηρία», όπου η κοινή αφοσίωσή τους στην ποίηση ήταν μια ανάσα για τον μοναχικό νέο.
«Στην πτέρυγα της Πολυδούρη, στο ισόγειο», αφηγείται ο Ρίτσος στον Κ. Σταματίου, «υπήρχε μια μεγάλη "αίθουσα υποδοχής" με το μοναδικό πιάνο με ουρά σ’ όλη τη "Σωτηρία". Τ’ απογέματα, πήγαινα εκεί κι έπαιζα αναζητώντας κάποια παρηγοριά στη μουσική. Ακούγο­ντας το πιάνο, η Πολυδούρη κατέβαινε από το δωμάτιο της και έτσι γνωριστήκαμε.»
Ο Ρίτσος μιλάει στον Σταματίου για τη φιλία τους, τα βιβλία που ανταλλάσσανε και για το ποίημα «Θυσία», που του έχει αφιερώσει.
«Ήταν μια νέα γυναίκα εκπληκτικής ακτινοβολίας και ομορφιάς». θα του πει.

Θυσία
                                         Στον κ. Γιάννη Ρίτσο

Καρδιά μου, τούτη η ώρα εδώ που εστάθη
με μια δεσποτικιά γαλήνη, κάτι
έχει βαρύ, μ’ αγγίζει σαν το μάτι
του άγριου μοιραίου που λάθεψα πως χάθη.

Ο λογισμός μου τώρα αδυνατίζει
και σκύβει σαν ο ένοχος μπροστά σου.
Καμμιά φωνή να μου φωνάζη, στάσου.
Ούτε μια ελπίδα, εντός μου να φωτίζη.

Και δεν αντέχω, θα τ’ ακούσης όλα,
τίποτα δεν εσκέπασεν η λήθη.
Θα σου τα πω σαν ένα παραμύθι
καρδιά μου ερημική κι ονειροπόλα.

Κύτταξε το βραδάκι αυτό που κλείνει
τόση γαλήνη κι όταν αντικρύζη
τον κάμπο είναι σα χάδι, δε δροσίζει
όμως, μια νοσταλγία μέσα μας χύνει...

Μαντεύω απ’ τη γαλήνη σου τη θλίψη
πικρή σε τρώει φτωχή καρδιά μου κ’ έρμη.
Της ύπαρξής σου σου ’κλεψαν τη θέρμη
κ’ η δρόσο του καημού σου ’χει απολείψει.

Λουλούδι που το φως σ’ είχε αγαπήσει
έμεινες μοναχά με τη λαχτάρα,
που αργά γίνηκε φλόγα και κατάρα
τίποτε πια ’πο σε να μην αφήση.

Είδα το φως αυτό να λιγοστεύη
τότε και σένα αγάλια να χλωμαίνης.
Σου είπα, θυμάσαι; Πρέπει να υπομένης
και σου ’δειξα τη σκέψη που πιστεύει.

Ήταν ωραία κάποτε, θυμάσαι;
την εκαμάρωσες και συ καρδιά μου.
Αχ, η αρμονία πώς ώρμησε βαθιά μου
τότε. Μα σε είδα πάλι να λυπάσαι...

Τώρα, για σένα είναι όλα τελειωμένα.
Και τη στερνή πνοούλα έχεις αφήσει.
Η σκέψη μου που μάταια έχει ανθίσει
Μαδάει σε νεκράνθια σπαραγμένα.


Πριν από τη «Θυσία» ο Γ.Ρ. της έχει εμπνεύσει ένα ακόμη ποίημα, τη «Βαριά καρδιά», τόσο τρυφερό, που μαρτυρεί μιαν αμοιβαία ερωτική έλξη, και της έχει αφιερώσει το ποίημα «Σπασμένα φτερά», που θα δημοσιευθεί τον επόμενο χρόνο του θανάτου της στο περιοδικό Εβδομάς (1931). [Σσ.Μπ. Δεν γνωρίζω αν έχει δημοσιευτεί κάπου].

Η αδερφή της ποιήτριας, Βιργινία Πολυδούρη, καταγράφει:
Εκεί στη Σωτηρία συνάντησε [η Μαρία Πολυδούρη] τον ποιητή Γιάννη Ρίτσο, που ήταν κι αυτός τρόφιμος για ένα διάστημα και συνδέθηκαν φιλικά. Σε μια ερώτησή μου γιατί αφιερώνει ένα τραγούδι της στο Γιάννη Ρίτσο, είναι αναγνωρισμένος ποιητής; με το διορατικό μυαλό της μου απάντησε: «Ο Ρίτσος προμηνύεται να γίνει μεγάλος».
«Στην τρίτη θέση του “Σωτηρία”. Σελίδες από ανέκδοτη μαρτυρία της Βιργινίας Πολυδούρη», Ελευθεροτυπία, 20.5.2005.


Βαριά Καρδιά

Πως με κοιτάς έτσι γλυκά, νέο μ’ ανθάκι χαρωπό!
Δείχνεις όλες τις χάρες σου σε με και δε φοβάσαι;
Αχ! έχω τη καρδιά βαριά... μα δε θα σου το πω
γιατί, κάλλιο ασυλλόγιστο κι ευτυχισμένο να ’σαι.

Πως με κοιτάς έτσι γλυκά... συ, τόσο νιο και χαρωπό;
Τρέμει η καρδιά μου μια στιγμή σαν κάτι να προσμένω...
Αλλοί! έχω βάρος στη καρδιά. Μα δε θα σου το πω
γιατί κάλλιο ασυλλόγιστο να ’σαι κι ευτυχισμένο.

Με τρώει η έγνοια να σταθώ κοντά σου μια στιγμούλα
και την καρδιά μου στη γλυκιά σου μυρωδιά να λούσω.
Με καίει ο πόθος σκύβοντας πάνω σου σαν βεργούλα
του φράχτη, τον τρελλό παλμό της νιας σου ζωής ν’ ακούσω.

Τολμώ τ’ άσωτα χέρια μου κάποια στιγμή ν’ απλώσω
τα θελκτικά σου χρώματα στην όψη σου ν’ αγγίσω
μα κάτι, σαν να μη μπορώ κει που ’σαι να σε σώσω
κάνει βαριά τα χέρια μου κάτω να πέφτουν πίσω...



Η φωτογραφία τραβήχτηκε στις 21 Ιουλίου του 1926. Ακούγεται ένας αυτοσχεδιασμός στο πιάνο από τον Γιάννη Ρίτσο. Για τη δημιουργία του βίντεο χρησιμοποιήθηκαν ντοκουμέντα από το αρχείο Γιώργου και Ηρώς Σγουράκη.

__________________________

Γιάννης Ρίτσος:  Μονεμβασιά, 1 Μαΐου 1909 - Αθήνα, 11 Νοεμβρίου 1990. Θα επανέλθουμε τιμώντας τον μεθαύριο, 106 χρόνια από τη γέννησή του.

Κώστας Σταματίου: Η Καθημερινή, Έλληνες Ποιητές- Γιάννης Ρίτσος. Τόμος Α (σ. 17). Εισαγωγή: Χρύσα Προκοπάκη. Ανθολόγηση, Επιμέλεια: Αικ. Μακρυνικόλα, Χρύσα Προκοπάκη.

Βιργινία Πολυδούρη: ΕΚΕΒΙ, Γιάννης Ρίτσος, Ψηφιακό Αρχείο

Τα ποιήματα έχουν μεταγραφεί από: Μ. ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ, Ποιήματα, Εισαγωγή: Ελλης Αλεξίου, Παρουσίαση: Γιώργη Πικρού, εκδόσεις «Γ. Οικονόμου» (χ.χ.ε.)

Μπορείτε, ωστόσο να δείτε το σύνολο του έργου της στη ΒΙΚΙΘΗΚΗ και βιογραφικά στοιχεία στην ΜΕΤΑΠΑΙΔΕΙΑ

Μπ. Ζ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.