Δεκέμβρης 1944 (17)

Τρίτη 22 Ιουλίου 2014

Εκδήλωση της ΚΕ του ΚΚΕ για τα 40 χρόνια από την πτώση της δικτατορίας ‒ Η ομιλία του Μάκη Μαΐλη (VIDEO - ΦΩΤΟ)


Εκδήλωση της ΚΕ του ΚΚΕ για τα 40 χρόνια από την πτώση της δικτατορίας (VIDEO - ΦΩΤΟ)


Δείτε αποσπάσματα από τις ομιλίες
Δημοσίευση: Δευ, 21/07/2014 - 23:26
Τελευταία Ενημέρωση: Δευ, 21/07/2014 - 23:26

Με την τήρηση ενός λεπτού σιγής για τα θύματα της Χούντας, ξεκίνησε η εκδήλωση που διοργάνωσει η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ με θέμα «40 χρόνια από την πτώση της δικτατορίας της 21ης Απριλίου», στο πάρκο Ελευθερίας (πρώην ΕΑΤ - ΕΣΑ). Στην εκδήλωση παραβρέθηκε ο Γενικός Γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΕ Δημήτρης Κουτσούμπας.
Στην ομιλία του ο Μάκης Μαΐλης, μέλος της ΚΕ και Υπεύθυνος του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ σημείωσε:
«Η σημερινή επέτειος αρχικά φέρνει στη σκέψη όλους και όλες που έχασαν τη ζωή τους στα δύσκολα χρόνια της επτάχρονης στρατιωτικής δικτατορίας. Τους ανθρώπους που βασανίστηκαν, εξορίστηκαν και φυλακίστηκαν ή με άλλους τρόπους διώχτηκαν από τη χούντα και γενικά την κρατική καταστολή. Το Κόμμα μας τιμά εκείνους κι εκείνες που είχαν την όποια συμβολή στο λαϊκό αγώνα.
Τα 40 χρόνια, που πέρασαν από το 1974, είναι χρόνος αρκετός για να αποτιμηθεί η πείρα αυτής της διαδρομής. Προσφέρει συμπεράσματα που αφορούν σήμερα τη ζωή και το μέλλον ιδιαίτερα των νεώτερων γενεών, που δεν έζησαν πολλά από τα γεγονότα των 40 χρόνων.


Όσα δραματικά συμβαίνουν τα τελευταία 5 χρόνια, δεν είναι ανεξάρτητα από εκείνα που προηγήθηκαν, δεν είναι αποτέλεσμα μιας κακής διαχείρισης ή κάποιων αρνητικών πλευρών του πολιτικού συστήματος.

Τα 40 χρόνια προσφέρονται για να αναδειχθεί η ταξική ουσία της πολιτικής που εφαρμόστηκε και εφαρμόζεται. Προσφέρονται, για να εξηγηθούν οι ταξικές στοχεύσεις για την αναμόρφωση του σάπιου πολιτικού συστήματος, αλλά και ο ιστορικά παρωχημένος χαρακτήρας του κοινωνικοοικονομικού συστήματος γενικότερα.
Σύντροφοι και φίλοι
Το ΚΚΕ χαρακτήρισε την αλλαγή του Ιουλίου 1974 ως αποτέλεσμα του συμβιβασμού που πραγματοποιήθηκε ανάμεσα στη χούντα και τις αστικές πολιτικές δυνάμεις. Η δικτατορία κατέρρεε υπό το βάρος της γενικής κατακραυγής που προκάλεσε σειρά γεγονότων, με κορυφαίο το Πολυτεχνείο και τους νεκρούς του, και κείνες τις μέρες το χουντικό πραξικόπημα κατά του προέδρου Μακαρίου, που το ακολούθησε η τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Ο συμβιβασμός, με την άμεση εμπλοκή και αμερικανονατοϊκών δυνάμεων, έγινε για να αποφευχθούν δύσκολα ελεγχόμενες αντιδράσεις του λαϊκού παράγοντα, καθώς και για ν’ αντιμετωπιστούν οι εξελίξεις στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, λόγω του Κυπριακού, αλλά και της διαμάχης που άρχιζε στο Αιγαίο.
Ο συμβιβασμός του Ιουλίου δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Αν δεν ευδοκίμησε προηγουμένως, αυτό οφείλεται στις αντιθέσεις στο εσωτερικό της χούντας, με πιο χαρακτηριστική την ανατροπή του Παπαδόπουλου και της κυβέρνησης Μαρκεζίνη από τον Ιωαννίδη, μία εβδομάδα μετά το Πολυτεχνείο, το κορυφαίο αντιδικτατορικό γεγονός.
Ωστόσο, προσπάθειες για έξοδο από τη στρατιωτική μορφή διακυβέρνησης και πέρασμα στην κοινοβουλευτική δημοκρατία καταβάλλονταν από ισχυρές δυνάμεις και των δύο πλευρών.
Ήδη ο Νικόλαος Μακαρέζος, ένας από τους πρωταγωνιστές για την επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας, έστειλε τον Μάιο του 1974 απόρρητο υπόμνημα προς τη στρατιωτική ηγεσία, στο οποίο υπογράμμιζε την ανάγκη «Να συγκροτηθεί αμέσως ισχυρά κυβέρνησις εθνικής σωτηρίας […] αποκλειομένων βεβαίως των αναρχικών […] Δεν υπάρχουν (έγραφε) Δεξιοί - Κεντρώοι - Αριστεροί». Η κυβέρνηση «Να οδηγήσει το ταχύτερον δυνατόν εις τας βουλευτικάς εκλογάς […] εντός ΤΑΚΤΩΝ ΠΡΟΘΕΣΜΙΩΝ» (Σταύρος Π. Ψυχάρης, Τα παρασκήνια της αλλαγής, εκδ. Το Βήμα, Αθήνα, 2013, σελ. 309, 310.).
Στο ίδιο πνεύμα και ο Ευάγγελος Αβέρωφ, μετέπειτα ηγέτης της ΝΔ. Είπε αργότερα ανάμεσα σε άλλα:
«Φοβερά ανήσυχος […] είχα γράψει δύο υπομνήματα, στις αρχές του 1974, προς τον στρατηγό Γκιζίκη […]του περιέγραφα ωμότατα τους κινδύνους των εσωτερικών εξελίξεων…». (Ό.π., σελ. 219.)
Έτσι, λοιπόν, στις 23 Ιουλίου 1974, ενώ ο τουρκικός στρατός προέλαυνε στην Κύπρο, ο στρατηγός Γκιζίκης, πρόεδρος της δημοκρατίας όπως λεγόταν, ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ και οι αρχηγοί των τριών όπλων, συμφώνησαν ότι δεν υπήρχε άλλη λύση από την παράδοση της διακυβέρνησης στις αστικές πολιτικές δυνάμεις. Κάλεσαν τον Κ. Καραμανλή, ο οποίος ήρθε στην Αθήνα τις πρώτες ώρες της 24ης Ιουλίου και την ίδια μέρα σχημάτισε κυβέρνηση της λεγόμενης εθνικής ενότητας.
Βεβαίως, η εναλλαγή του Ιουλίου δεν έγινε σε αδιατάρακτα νερά. Ένα μέρος ανώτερων και κατώτερων αξιωματικών της ιωαννιδικής πλευράς αντιδρούσε. Διεξαγόταν διαπάλη για τη διατήρηση θέσεων ή και για την παρεμπόδιση στη λήψη μέτρων εναντίον των πρωταγωνιστών της δικτατορίας, ενώ δεν έλειπαν και εκείνοι που έβλεπαν το πέρασμα στον κοινοβουλευτισμό ως προσωρινό.
Όμως η άρχουσα τάξη είχε κάνει την επιλογή της, όπως την έκανε και επτά χρόνια πριν, στηρίζοντας (ή ένα τμήμα της ανεχόμενο) τη δικτατορία. Εξάλλου, και το θεσμικό πλαίσιο θωράκισης της καπιταλιστικής εξουσίας προέβλεπε και την κοινοβουλευτική και τη στρατιωτική μορφή διακυβέρνησης. Η τελευταία δεν αποτελούσε αποκλειστικό προνόμιο των συνταγματαρχών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα:
Το άρθρο 91 του Συντάγματος του 1952 όριζε:
«Ο Βασιλεύς δύναται μετά από πρότασιν του Υπουργικού Συμβουλίου, εν περιπτώσει […] εκδήλου απειλής της δημοσίας τάξεως και ασφαλείας της χώρας εξ εσωτερικών κινδύνων, να αναστείλη διά Β.Δ. […] την ισχύν των άρθρων 5, 6, 8, 10, 11, 12, 14, 20, 95 και 97 του Συντάγματος […] και θέτων εις εφαρμογήν τον εκάστοτε ισχύοντα Νόμον «περί καταστάσεως πολιορκίας» να συστήση εξαιρετικά δικαστήρια».
Αλλά μήπως δε βρισκόταν το 1967 και στους σχεδιασμούς των ανακτόρων η επιβολή του στρατιωτικού νόμου για ένα διάστημα; Απλώς, τους στρατηγούς που ήταν πιστοί στο βασιλιά, πρόλαβαν οι συνταγματάρχες, οι οποίοι δεν τον εμπιστεύονταν. Τέτοιου τύπου ενδοαστικές συγκρούσεις δεν ήταν βεβαίως πρωτοφανείς. Εκδηλώθηκαν και το 1922 και το ’23 και το ’25, το ’33, το ’35, το 1936, οπότε έγιναν στρατιωτικά πραξικοπήματα και από τους βασιλόφρονες και από τους βενιζελικούς.
Και δεν ήταν μόνο στις σκέψεις του βασιλιά η επιβολή δικτατορίας. Η άρση σειράς άρθρων του Συντάγματος βρισκόταν πριν το 1967 στη σκέψη και κύκλων της ΕΡΕ και του ίδιου του Κ. Καραμανλή, ο οποίος έγραψε το 1966 στον Κωνσταντίνο Τσάτσο:
«… Ασπάζομαι […] ανεπιφύλακτα τις σκέψεις σου. Εισηγούμεθα λοιπόν παρεκτροπήν από το πολίτευμα και μίαν προσωρινήν δικτατορίαν - ίσως ενός έτους».(Κωνσταντίνος Καραμανλής, Αρχείο, Γεγονότα και Κείμενα, εκδ. Η Καθημερινή, Αθήνα, 2005, σελ. 220.)
Ακόμα ένα παράδειγμα: Όταν το καλοκαίρι του ’74 η κυβέρνηση Καραμανλή διέταξε να φύγει σε μια νύχτα από την Αττική μεγάλο τμήμα του στρατού, οι αρχηγοί των ΕΔ αντέδρασαν. Και παρενέβη ο Σόλων Γκίκας, υπουργός στην κυβέρνηση Καραμανλή, για να τους «τιθασεύσει». Οι αρχηγοί επηρεάζονταν από τον Γκίκα, διότι ως στρατηγός είχε διατελέσει αρχηγός του ΙΔΕΑ, καθοδηγητής τους. Και τον υπάκουαν, ας είχαν περάσει εκείνοι στον «μικρό ΙΔΕΑ» και στην ΕΕΝΑ, όπως και οι πραξικοπηματίες Παπαδόπουλος, Παττακός, Μακαρέζος κ.ά.
Η εναλλαγή του Ιουλίου 1974 πραγματοποιήθηκε σε συνθήκες οξυμένων ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων. Ένα αποτέλεσμα της μεγάλης όξυνσής τους ήταν η απόφαση της κυβέρνησης Καραμανλή να αποσύρει τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου την Ελλάδα από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ. Επαναλήφθηκε αυτό που είχε συμβεί οκτώ χρόνια πριν με τη Γαλλία, την οποία ο Ντε Γκώλ επίσης είχε αποσύρει από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, επειδή οι άλλες ηγετικές δυνάμεις, πρώτα απ’ όλα οι ΗΠΑ, δεν αναγνώριζαν στο γαλλικό κράτος ισότιμο με αυτές διεθνή ρόλο.
Αιτία της αποχώρησης της Ελλάδας υπήρξε το Κυπριακό, στο οποίο οι ΗΠΑ - Βρετανία είχαν ταχθεί σαφώς υπέρ της τουρκικής πολιτικής και της διχοτόμησης της Κύπρου. Υποβοήθησαν το στρατιωτικό πραξικόπημα για την ανατροπή του Μακαρίου και την εισβολή των τουρκικών στρατευμάτων στην Κύπρο, την οποία υποστήριζε η Σοβιετική Ένωση και άλλες χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Βασικός λόγος για την τέτοια στάση τους ήταν η στρατηγική θέση της Τουρκίας στο μαλακό υπογάστριο της Σοβιετικής Ένωσης και στο χώρο της Μέσης Ανατολής. Και αποτελούσε ηχηρή υποβάθμιση του ελληνικού κράτους σε σύγκριση με το τουρκικό, στο ιμπεριαλιστικό πλαίσιο.
Φίλοι και σύντροφοι
Το αστικό πολιτικό σύστημα δε γινόταν μετά τη χούντα να λειτουργεί πια όπως μέχρι το 1967. Η ανάπτυξη του καπιταλισμού και η προσαρμογή στις νέες ανάγκες του κεφαλαίου (π.χ. η επιλογή ένταξης στην ΕΟΚ), αλλά και ο ριζοσπαστισμός πλατιών λαϊκών δυνάμεων, που είχε αναπτυχθεί και υπό την επίδραση διεθνών γεγονότων (Βιετνάμ, Χιλή κ.α.), επέβαλαν εκσυγχρονισμούς που μέχρι το 1967 φάνταζαν αδύνατοι. Το πολιτικό σύστημα δεν μπορούσε πια να πορεύεται με τον πιο ακραίο αντικομμουνιστικό πλαίσιο, που ήταν το Α και το Ω της χουντικής προπαγάνδας και η επίκληση του «κομμουνιστικού κινδύνου» πρόσχημα για την επιβολή της δικτατορίας.
Το βασικό πλαίσιο της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας που εγκαθιδρύθηκε το 1974, βρισκόταν χρόνια πριν στους σχεδιασμούς σημαντικής μερίδας του αστικού κόσμου, όλων των πτερύγων του. Το Σεπτέμβριο 1967, ο Καραμανλής έγραφε στον αρχιεπίσκοπο Αμερικής Ιάκωβο:
«Διότι το θέμα δεν είναι να επανέλθωμεν εις την ομαλότητα διά της αποτυχίας της επαναστάσεως, αλλά δια της επιτυχίας της (…) Διότι δεν θα σημαίνη βέβαια αποκατάστασιν της ομαλότητος η επάνοδος εις την υφισταμένην προ του κινήματος κατάστασιν. Το τελευταίον δε αυτό έχει βαρύνουσαν σημασίαν, δεδομένου ότι συνιστά τον πυρήνα του προβλήματος».(Γεώργιος Π. Μαλούχος, Εγώ, ο Ιάκωβος, εκδ. Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα, 2002, σελ. 247 - 248).
Το νόημα αυτών των λόγων βρίσκεται πρωταρχικά σ’ εκείνο που οι διορατικοί αστοί πολιτικοί θεωρούσαν σημαντικό για τη θωράκιση της αστικής εξουσίας: Το ξεπέρασμα των ενδοαστικών αντιθέσεων της περιόδου 1950 - 1967 στις οποίες σημαντικό ρόλο διαδραμάτιζε το παλάτι επιδιώκοντας να ελέγχει τις κυβερνήσεις και το στρατό. Αντιθέσεις, που είχαν οδηγήσει στο ανεβοκατέβασμα πρωθυπουργών και κυβερνήσεων και σε σκληρές αντιπαραθέσεις των αστικών κομμάτων, παρότι τα προγράμματά τους δε διέφεραν ουσιαστικά, ενώ επιπλέον είχαν εγκλωβίσει πάνω από το 85% του λαού, σύμφωνα με τα τότε εκλογικά αποτελέσματα.
Ο εκσυγχρονισμός αφορούσε και τα ίδια τα αστικά κόμματα. Στη θέση της ΕΡΕ -που είχαν αποκαλέσει αμαρτωλή- ήρθε η ΝΔ. Το κόμμα της Ένωσης Κέντρου, που είχε παρακμάσει και για το λόγο ότι η ΝΔ την επικάλυψε ιδεολογικά και πολιτικά, γρήγορα απορροφήθηκε, ένα σημαντικό τμήμα της στη ΝΔ και το μεγαλύτερο στους κόλπους του νέου σχήματος, του σοσιαλδημοκρατικού ΠΑΣΟΚ. Παράλληλα, νέα μεσαία στρώματα συνέτειναν να αποκτήσει για πρώτη φορά στην Ελλάδα ο σοσιαλδημοκρατικός χώρος μαζική βάση. Έτσι, το προδικτατορικό δίπολο (ΕΡΕ - ΕΚ) αντικαταστάθηκε με το νέο, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ.
Η ΝΔ αντιμετώπισε πρωταρχικά το ζήτημα της ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ, για την οποία η ιδρυτική της διακήρυξη ανέφερε ότι «την επιδιώκει προ πάντων για λόγους πολιτικούς, που αναφέρονται εις την σταθεροποίησιν της δημοκρατίας και εις το μέλλον του έθνους» (Άγγελος Μπρατάκος, Η ιστορία της Νέας Δημοκρατίας, εκδ. Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα, 2002, σελ. 205.). Η ένταξη στην ΕΟΚ διαμόρφωνε καλύτερους όρους για την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης και για την ισχυροποίηση του καπιταλισμού στην Ελλάδα, για τη στήριξη της αστικής τάξης από την ΕΟΚ απέναντι στο λαϊκό κίνημα.
Παράλληλα, και με βάση το δόγμα «ανήκομεν στη Δύση», η κυβέρνηση της ΝΔ επανένταξε το 1980 την Ελλάδα στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ. Στην οικονομία, ακολούθησε πολιτική κρατικοποιήσεων σειράς επιχειρήσεων, σε βαθμό που ορισμένοι κατέκριναν τον Καραμανλή ότι κατατρέχεται από «σοσιαλμανία».
Απέναντι στο λαϊκό κίνημα η κυβέρνηση της ΝΔ ακολούθησε αυταρχική πολιτική, ενώ διατήρησε το γνωστό «πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων» που ίσχυε στην Ελλάδα από το 1948 (κυβέρνηση Σοφούλη).
Από την άλλη το ΠΑΣΟΚ, ως αντιπολίτευση, κινήθηκε στη γενική του κατεύθυνση στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, παρότι δεν εντάχθηκε τότε στη Σοσιαλιστική Διεθνή και παρότι ορισμένα συνθήματα για το ΝΑΤΟ, τις αμερικανικές βάσεις και την ΕΟΚ, του προσέδιδαν κάποια αντιιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά. Αυτά τα συνθήματα δεν πατούσαν σε επιστημονικές ιδεολογικές και πολιτικές προϋποθέσεις. Στηρίζονταν στην ανάλυση του Ανδρέα Παπανδρέου, που όριζε τη σχέση Ελλάδας - ΗΠΑ με στρεβλό τρόπο και περιεχόμενο, ως σχέση «περιφέρειας - μητρόπολης». 
Έτσι, το όποιο αντιιμπεριαλιστικό στοιχείο, ανακατεμένο με το εθνικιστικής χροιάς σύνθημα «η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες», κατέληγε σε ένα διαπραγματευτικό μέσο πίεσης στη σχέση της Ελλάδας με ΗΠΑ - ΝΑΤΟ, με στόχο την αναβάθμιση του ελληνικού καπιταλισμού στο ευρωατλαντικό πλαίσιο. Η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ δεν παραγνώριζε τη δράση του ΚΚΕ και την επίδρασή της κυρίως στη νεολαία. Αξιοποιούσε παράλληλα την πολιτική της «συμπόρευσης των προοδευτικών δυνάμεων ενάντια στη "Δεξιά"», εμφανίζοντας το ΠΑΣΟΚ ως το κόμμα που «ο κλήρος της Ιστορίας» κατέστησε εκφραστή των οραμάτων του ΕΑΜ, του «114» και του «Πολυτεχνείου». Βεβαίως, πραγματοποιούσε και ανοίγματα προς το κεφάλαιο, παρέχοντας εγγυήσεις για την «εναλλακτική λύση» που εξέφραζε.
Ως κυβέρνηση, το ΠΑΣΟΚ δεν τήρησε κανένα από τα βασικά του συνθήματα. Την αλλαγή διαδέχθηκε η «στενωπός», φτάνοντας σε πιο ανοιχτή και ολομέτωπη επίθεση στα λαϊκά δικαιώματα, κυρίως από το 1993 και μετά, οπότε άρχισε να παίρνει πίσω και παροχές της πρώτης τετραετίας. 
Ωστόσο, διευρύνοντας την πολιτική κρατικής παρέμβασης της ΝΔ, διαμόρφωσε ένα τεράστιο στρώμα «εργατικής αριστοκρατίας», σύμμαχο του κεφαλαίου, αυτό που τα τελευταία χρόνια μετακόμισε στο ΣΥΡΙΖΑ προσδοκώντας ευκαιρίες.
Με σύνθημα «να μπει τέλος στο κράτος της Δεξιάς», η ιδεολογική χειραγώγηση και η διαφθορά των συνειδήσεων πήρε νέες διαστάσεις. Ταυτόχρονα ενίσχυσε τη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, επιφέροντας ανακατατάξεις στο εσωτερικό της αστικής τάξης με τα εμφανιζόμενα «νέα τζάκια». Από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 το ΠΑΣΟΚ άνοιξε το δρόμο για την ενιαία εσωτερική αγορά, την προετοιμασία για τη Συνθήκη του Μάαστριχ.
Στα τέλη της δεκαετίας του ΄80 στρώθηκε από το ΠΑΣΟΚ το έδαφος για τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις στο πλαίσιο της ΕΕ, που συνέχισαν με εντεινόμενους ρυθμούς οι κυβερνήσεις Μητσοτάκη και Σημίτη, ιδιαίτερα μετά την ψήφιση της Συμφωνίας του Μάαστριχ και σε συνέχεια με την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωζώνη, έως και σήμερα.
Το κύριο συμπέρασμα είναι, ότι στα τελευταία 40 χρόνια η καπιταλιστική εξέλιξη της Ελλάδας πήγε χέρι - χέρι με την εξέλιξη του ευρωπαϊκού καπιταλιστικού κέντρου. Επομένως αποτυπώθηκε και στις διεθνείς συμμαχίες της και στη βαθύτερη ενσωμάτωση της οικονομίας της, αλλά και των κρατικών μηχανισμών. Αυτή η σχέση με τις αντιφάσεις της εκδηλώθηκε και στην τελευταία, βαθιά και παρατεταμένη οικονομική κρίση.
Αγαπητοί φίλοι και σύντροφοι
Κάποιοι μπορεί να αναρωτηθούν καλοπροαίρετα: Μήπως το ΚΚΕ εξομοιώνει διαφορετικές καταστάσεις; Είναι ίδια τα συντάγματα που υπήρχαν πριν το 1967 και στη διάρκεια της δικτατορίας, με το σημερινό σύνταγμα που ισχύει από το 1975 με όλες τις αναθεωρήσεις που έχουν γίνει; Πριν το 1967 κατοχυρωνόταν το πολίτευμα της βασιλευομένης δημοκρατίας.
Ο θεσμός της βασιλείας καταργήθηκε αρχικά από τη χούντα και στη συνέχεια με το δημοψήφισμα της 8ης Δεκεμβρίου 1974. Επιπλέον το ΚΚΕ βρισκόταν εκτός νόμου, ενώ εδώ και σαράντα χρόνια λειτουργεί νόμιμα. Αδιαφορεί το ΚΚΕ, για το αν θα υπάρχει η Α ή η Β μορφή αστικής διακυβέρνησης;
Το ΚΚΕ παλεύει από την ίδρυσή του ενάντια στην καταστολή της ταξικής πάλης, του εργατικού κινήματος και φυσικά του ίδιου, ως κόμματος της εργατικής τάξης.
Απ’ αυτήν τη σκοπιά διεκδικεί δικαιώματα και ελευθερίες, όσο είναι δυνατό αυτό στο καπιταλιστικό σύστημα. Διεκδίκησε και τη δημόσια ανοιχτή δράση του μετά από 27η συνεχή χρόνια παρανομίας. Και το 1974, επιδίωξε και πέτυχε ντε φάκτο τη νομιμοποίησή του, αξιοποιώντας και την υποχώρηση του αντικομμουνισμού στο λαό, που η κυβέρνηση Καραμανλή δεν μπορούσε να αγνοήσει. Αντιπαλεύει τη φασιστική Χρυσή Αυγή, τον εθνικισμό, το ρατσισμό και τον αντικομμουνισμό κάθε απόχρωσης. Ταυτόχρονα όμως πιστεύει ότι επιβεβαιώθηκαν τα λόγια του Λένιν, που πριν 95 χρόνια έγραψε:
«… Η αστική δημοκρατία είναι δημοκρατία πομπωδών φράσεων, πανηγυρικών λόγων, μεγαλόστομων υποσχέσεων, ηχηρών συνθημάτων για ελευθερία και ισότητα, ενώ στην πραγματικότητα αυτά συγκαλύπτουν τη σκλαβιά και την ανισοτιμία της γυναίκας, τη σκλαβιά και την ανισότητα των εργαζομένων και εκμεταλλευομένων».
Αλήθεια, πόσο επίκαιρη είναι ως προς αυτό το ζήτημα η τοποθέτηση του Ν. Ζαχαριάδη για την αστική δημοκρατία, όταν το 1945, στο 7ο Συνέδριο του Κόμματος, επεσήμανε:
«Η θεωρία του δυτικού και ανατολικού σοσιαλισμού συμπληρώνεται συχνά με τη θέση ότι η πραγματική δημοκρατία είναι η δυτικοευρωπαϊκή. Και όταν τους ρωτήσετε, "γιατί;" παίρνετε την απάντηση: γιατί επιτρέπει την ύπαρξη της αντιπολίτευσης. Η αλήθεια είναι ότι η δυτικοευρωπαϊκή αστική δημοκρατία δεν επιτρέπει μα επιβάλλει την αντιπολίτευση. Γιατί; Γιατί μ’ αυτόν τον τρόπο τα αστικά κόμματα στις χώρες της αστικής δημοκρατίας μπορούσαν και παράσερναν, γελούσαν και διασπούσαν το λαό. Όταν το ένα κόμμα ξεσκεπαζότανε και χρεοκοπούσε, ερχόταν το άλλο στην αρχή, μα το καθεστώς της εκμετάλλευσης έμενε».
Το Σύνταγμα του 1952, αυτό που πρόβλεπε και την επιβολή στρατιωτικής δικτατορίας και που το κατάργησε η χούντα με τη δικτατορία, αυτό το Σύνταγμα, ανεξάρτητα από τις διαφορές του με τα επόμενα, κατοχύρωνε κυρίως και πρωταρχικά την εξουσία της τάξης και την ιδιοκτησία της στα μέσα παραγωγής. Αυτό ήταν και είναι το βασικό, το θεμελιώδες. Από το παραπάνω πλαίσιο δε βγαίνει και δε γινόταν να βγει και το ισχύον Σύνταγμα. Το άρθρο του 17 ορίζει:
«Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους…».
Και καθορίζει ότι το άρθρο 28 αποτελεί «θεμέλιο για τη συμμετοχή της Χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης». Επίσης απαγορεύει τις υπαίθριες συναθροίσεις «αν εξαιτίας τους επίκειται σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια». Μεριμνά ακόμα για «την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης». Και υπογραμμίζει ως «θεμελιώδη υποχρέωση όλων των Ελλήνων» την αφοσίωση στη Δημοκρατία και την υπεράσπισή της με όλα τα μέσα. Κι αν ο λαός αποφασίσει να εγκαθιδρύσει μια ανώτερη, τη σοσιαλιστική; Επιπλέον, υπάρχει το θεσμικό πλαίσιο της ΕΕ με συγκεκριμένα μέτρα καταστολής, όπως ο Ευρωστρατός κ.α.
Η δημοκρατία είναι ταξική, γιατί τα μέσα παραγωγής δεν είναι κοινωνικοποιημένα, επομένως δεν υπάρχει και ισοτιμία πρόσβασης στα αγαθά της Υγείας, της Παιδείας και γενικά στην ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών.
Και φυσικά ταξικός είναι και ο χαρακτήρας των κρατικών μηχανισμών. Πριν το 1974 και μετά, βρέθηκε στη δημόσια αντιπαράθεση το ζήτημα του στρατού. Η αστική τάξη και το πολιτικό της προσωπικό έκαναν λόγο για κάποιους «άφρονες αξιωματικούς» που το 1967 σφετερίστηκαν την εξουσία. Άλλοι μίλησαν για επίορκους αξιωματικούς που παρέσυραν τις ΕΔ και παρεξέκλιναν της αποστολής τους. Ταξικές προσεγγίσεις που συγκάλυπταν την πραγματικότητα.
Άλλοι, αναφερόμενοι σε πραγματικά γεγονότα, έκαναν λόγο για χουντικούς θύλακες στις ΕΔ, που δεν εκκαθαρίστηκαν ούτε από την κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου το 1963 - 1965.
Όμως υπάρχει το κυριότερο. Ο στρατός, ως μηχανισμός, είναι όργανο ταξικής κυριαρχίας. Και στο καπιταλιστικό και στο σοσιαλιστικό σύστημα. Βεβαίως από αντίθετη ταξική θέση στο καθένα, αφού στο καπιταλιστικό η καταστολή γίνεται από μια μειοψηφία σε βάρος της μεγάλης πλειοψηφίας και στο σοσιαλιστικό το αντίθετο.
Αλλά σε κάθε περίπτωση ο στρατός δε βρίσκεται στην υπηρεσία όλων. Κι αυτό, ανεξάρτητα από τις προθέσεις ή και την ιδεολογία αξιωματικών με προοδευτικές αντιλήψεις ή κι απλών στρατιωτών. Ο μηχανισμός ενεργεί ως συμπαγής σιδερένια δύναμη, που καθορίζεται από το χαρακτήρα της πολιτικής εξουσίας.
Ο ταξικός χαρακτήρας του στρατού αποδείχθηκε έμπρακτα και στα χρόνια της λεγόμενης μεταπολίτευσης, με τη συμμετοχή τμημάτων του στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους στα Βαλκάνια, στο Αφγανιστάν κι αλλού. Και μόνο η συμμετοχή στο ΝΑΤΟ, αυτόν τον οπλισμένο καπιταλιστικό μηχανισμό αντεπαναστατικής δράσης όπου Γης, αρκεί για να καταδειχθεί σε ποιο ρόλο προορίζουν ανθρώπους που πιστεύουν ότι υπηρετούν την πατρίδα τους, ενώ υποχρεώνονται να υπηρετούν αλλότριους σκοπούς, πολλοί παρά τη θέλησή τους.
Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι αν το ΚΚΕ ισοπεδώνει τις διαφορές, γιατί κάτι τέτοιο δεν το έκανε ούτε το κάνει. Το ΚΚΕ βγάζει συμπεράσματα. Και ένα βασικό περιέχεται στο ότι δε συνδέει την πάλη για επιμέρους στόχους με τη διαμόρφωση αστικών κυβερνήσεων συνεργασίας, αλλά τη συνδέει με την ανασύνταξη του εργατικού και λαϊκού κινήματος, δίχως να θυσιάζει την αυτοτέλεια του κόμματος στη γραμμή εκείνη που αποσκοπεί στον αστικό εκσυγχρονισμό και που βέβαια δεν αντιμετωπίζει την μήτρα που γεννά το φασισμό, τον εθνικισμό, την ανεργία, την πείνα, τους πολέμους: την καπιταλιστική ιδιοκτησία και εξουσία.
Φίλοι και σύντροφοι
Στα 40 χρόνια που πέρασαν γνωρίσαμε πολλές εναλλαγές κυβερνήσεων. Περιόδους καπιταλιστικής ανάπτυξης και καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης. 
Τι αποδείχθηκε;
Ότι η εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα πληρώνουν και στην περίοδο της ανάπτυξης και στην κρίση. Αποδείχθηκε πως οι όποιες παραχωρήσεις αποσπούν οι εργαζόμενοι στο έδαφος του καπιταλισμού, είναι προσωρινές. Οι ανάγκες της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων δεν είναι δυνατό να ικανοποιηθούν αν δεν αλλάξει η τάξη στην εξουσία.
Περισσότερο από έναν αιώνα τίθενται αστικά διλήμματα στο λαό, για να τα κάνει υπόθεσή του. Όσο για το ΚΚΕ, που λέει ότι το ζήτημα του σοσιαλισμού τίθεται εξ' αντικειμένου και άρα είναι επίκαιρος, του προσάπτουν τα χαρακτηριστικά του μαξιμαλιστή, που παραγνωρίζει το παρόν και παραπέμπει τα πάντα στο μέλλον.
Πριν τη δικτατορία του 1967 ο σοσιαλισμός θεωρούνταν ανεπίκαιρος, διότι το ζήτημα ήταν να λειτουργήσει καλά η δημοκρατία. Στη διάρκεια της δικτατορίας προείχε η ανάγκη να συνενωθούν οι δημοκρατικές δυνάμεις για να την ανατρέψουν.
Μετά τη δικτατορία τέθηκε ως ανάγκη η στερέωση της δημοκρατίας. Και αφού πέρασαν μερικά χρόνια, το δίλημμα που ετίθετο στο λαό, ήταν να φύγει η Δεξιά.
Και τα τελευταία χρόνια ο σοσιαλισμός κατέστη και πάλι ανεπίκαιρος, λόγω… μνημονίων. Ακόμα μία φορά ο … ρεαλισμός τίθεται ως απαγορευτικός για το σοσιαλισμό! Εκατό χρόνια το ίδιο! Και αύριο, πάλι θα τεθεί κάποιο άλλο αστικό δίλημμα, αν στο μεταξύ ο λαός δεν έχει αποφασίσει να σηκώσει το ανάστημά του.
Όμως η πείρα των τελευταίων 40 χρόνων αναδεικνύει ότι το πραγματικό ζήτημα για την εργατική τάξη και πλατιά τμήματα των αυτοαπασχολούμενων είναι: Συγκέντρωση δυνάμεων για τη Λαϊκή Συμμαχία, για την έξοδο της Ελλάδας από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ, με μονομερή διαγραφή του χρέους και κοινωνικοποίηση των μονοπωλίων με εργατική εξουσία.
Αυτή η συμμαχία αντιμετωπίζει και το φασιστικό φαινόμενο και την αντεργατική πολιτική, παλεύει για να περιορίζει τα αντιλαϊκά μέτρα, για να αποκρούει άλλα, για να αποσπά κάποιες κατακτήσεις, δίχως να χάνει από μπροστά της το στόχο: την ανατροπή της αστικής εξουσίας και την αντικατάστασή της από μια ανώτερη, την εξουσία της εργατικής τάξης.
Η πάλη για επιμέρους ζητήματα, όχι μόνο δεν πρέπει να οδηγεί σε στόχους για κυβερνήσεις αστικής διαχείρισης, αλλά θα γίνεται πιο αποτελεσματική και για τα επιμέρους, όσο περισσότερο συσπειρώνει δυνάμεις ενάντια στην τάξη που εξουσιάζει, ενάντια σε όλες τις αστικές κυβερνήσεις, όποιο πρόσημο κι αν έχουν.
Φίλοι και σύντροφοι
Ένα από τα διδάγματα της περιόδου, είναι η ανάγκη για το λαό να υπάρχει ισχυρό ΚΚΕ. Αυτό δεν αφορά μόνο το ίδιο το Κόμμα, αφορά εξ' αντικειμένου και τα πιο πρωτοποριακά τμήματα της εργατικής τάξης, της νεολαίας της, των λαϊκών στρωμάτων.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, στο χαμηλό και για μεγάλα διαστήματα ανύπαρκτο επίπεδο του λαϊκού κινήματος τα χρόνια της δικτατορίας, επέδρασαν πολλοί παράγοντες, τόσο η τρομοκρατία όσο και η ηττοπάθεια που καλλιεργούνταν από πολλές πλευρές, οι οποίες ψιθύριζαν ότι η δικτατορία είναι ανίκητη και προέτρεπαν το λαό να καθίσει φρόνιμα.
Από την άλλη, πρέπει να συνυπολογιστεί και η πολιτική των στρατιωτικών κυβερνήσεων, που συνδύαζαν την ωμή καταστολή με την ευελιξία.
Η δικτατορία στήριξε τις συμμαχίες της στη διαγραφή των αγροτικών χρεών, στην ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης και στην μείωση της ανεργίας, στις παροχές σε άλλα τμήματα μεσαίων στρωμάτων. Κι αυτά, στη βάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης που συντελούνταν με υψηλούς ρυθμούς πολλά χρόνια πριν το ’67. Μ’ αυτόν τον τρόπο η δικτατορία έδινε σε πολιτικά καθυστερημένα και συντηρητικά τμήματα του πληθυσμού, μία εικόνα φιλολαϊκή.
Δεν πρέπει ωστόσο να υπάρχει αμφιβολία, ότι τα γεγονότα θα είχαν εξελιχθεί διαφορετικά και υπέρ του λαού, αν κατά την εκδήλωση του πραξικοπήματος, που όλοι περίμεναν το 1967, υπήρχε ανάλογη προετοιμασία για να αποκρουστεί αυτό από τις μαχόμενες λαϊκές δυνάμεις ή -αν δε γινόταν τελικά να αποτραπεί- τουλάχιστον να συναντούσε ισχυρή μαζική αντίσταση από την πρώτη στιγμή και -σε τελευταία ανάλυση- να υπήρχαν οι αναγκαίες βάσεις ώστε να διεξαχθεί η εργατική - λαϊκή πάλη από καλύτερες θέσεις.
Δεν ήταν μοιραίο να γίνει το πραξικόπημα μέσα σε ένα κλίμα γενικού αιφνιδιασμού και πιάνοντας στον ύπνο χιλιάδες στελέχη της ΕΔΑ τότε και του ΚΚΕ.
Σε μεγάλο βαθμό το επίπεδο του λαϊκού κινήματος προσδιορίστηκε από την κατάσταση του συνειδητού παράγοντα, του ΚΚΕ, το οποίο βρέθηκε μπροστά στη στρατιωτική δικτατορία έχοντας διαλύσει τις παράνομες κομματικές οργανώσεις του στην Ελλάδα και ακολουθώντας μία στρατηγική που αφόπλιζε την εργατική τάξη, ενίσχυε τις κοινοβουλευτικές αυταπάτες και διαμόρφωνε την πολιτική των συμμαχιών στη βάση της ενότητας των «δημοκρατικών δυνάμεων» εναντίον της Δεξιάς.
Όσον αφορά την οργανωτική του συγκρότηση, είναι χαρακτηριστικό ότι το Κόμμα μας έκανε μόλις το 1968, στη 12η Ολομέλεια της ΚΕ και στη σύγκρουση με τον αναθεωρητισμό - φραξιονισμό, ένα χρόνο σχεδόν μετά την επιβολή της δικτατορίας, το πρώτο αποφασιστικό βήμα προς την οργανωτική του αυτοτέλεια και σχεδόν ενάμιση χρόνο μετά την 21η Απριλίου, για την ίδρυση της ΚΝΕ.
Οι παραπάνω διαπιστώσεις δεν αναιρούν φυσικά το γεγονός ότι το ΚΚΕ ήταν το κόμμα που έδωσε στον αντιδικτατορικό αγώνα τις περισσότερες θυσίες. 
Χιλιάδες κομμουνιστές και κομμουνίστριες στάθηκαν αλύγιστοι στις εξορίες και στις φυλακές, στα στρατοδικεία και στην παρανομία, στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό.
Το παράδειγμα της αλύγιστης στάσης είναι επίσης επίκαιρο σήμερα. Δεν υπάρχουν βεβαίως τα κολαστήρια τύπου ΕΑΤ - ΕΣΑ, Μπουμπουλίνας και τα άλλα.
Υπάρχει όμως η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, η ανεργία, η πείνα, η αβεβαιότητα.
Υπάρχουν οι νόμοι της ΕΕ και η υπόθαλψη φασιστών εγκληματιών.
Ο εργαζόμενος λαός έχει ανάγκη από την οργάνωσή του, την πίστη στη δύναμή του, την αντοχή στις δυσκολίες, αναγκαίες προϋποθέσεις για να γίνει νοικοκύρης του μόχθου του και του πλούτου που αυτός παράγει».  
Για τους Έλληνες στρατιωτικούς και την δικτατορία, μίλησε στην εκδήλωση  ο Αντώνης Κακαράς, αρχιπλοίαρχος εν αποστρατεία. (Διαβάστε στο συνημμένο ολόκληρη την ομιλία του).
Ο Γιώργης Μωραΐτης, αναφέρθηκε στους αγώνες των Κομμουνιστών και των κομουνιστριών, προκειμένου να βγούν τα 67 παράνομα φύλα του Ριζοσπάστη. (Διαβάστε στο συνημμένο ολόκληρη την ομιλία του).
902


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.