Δεκέμβρης 1944 (17)

Δευτέρα 14 Απριλίου 2014

Βλαντιμίρ Μαγιακόβσκη (19 Ιουλίου 1893 - 14 Απριλίου 1930): Το Σύγνεφο με τα Παντελόνια

1924. Από τον Αλεξάντερ Ροντσένκο (1891-1956)


ΣΥΓΝΕΦΟ ΜΕ ΠΑΝΤΕΛΟΝΙΑ
ΤΕΤΡΑΠΤΥΧΟ
(Α π ο σ π ά σ μ α τ α)

Σ’ εσένα Λιλή

Πρόλογος


Τη σκέψη σας πού νείρεται
πάνω στο πλαδαρό μυαλό σας
σάμπως ξυγκόθρεφτος λακές
σ’ ένα ντιβάνι λιγδιασμένο,
εγώ θα την τσιγκλάω
επάνω στο ματόβρεχτο κομμάτι της καρδιάς μου
φαρμακερός κι αγροίκος πάντα
ως να χορτάσω χλευασμό.

Εγώ δεν έχω ουδέ μιαν άσπρη τρίχα στήν ψυχή μου
κι ουδέ σταγόνα γεροντίστικης ευγένειας.
Με την τραχιά κραυγή μου κεραυνώνοντας τον κόσμο,
ωραίος τραβάω, τραβάω,
εικοσιδυό χρονώ λεβέντης.

Εσείς οι αβροί!..
Επάνω στα βιολιά ξαπλώνετε τον έρωτα.
Επάνω στα ταμπούρλα ο άξεστος τον έρωτα ξαπλώνει.

Όμως εσείς,
θα το μπορούσατε ποτέ καθώς εγώ,
τον εαυτό σας να γυρίσετε τα μέσα του όξω,
έτσι που να γενείτε ολάκεροι ένα στόμα;
Ελάτε να σας δασκαλέψω,
εσάς τη μπατιστένια απ’ το σαλόνι,
εσάς την άψογον υπάλληλο της κοινωνίας των αγγέλων
κ’ εσάς που ξεφυλλίζετε ήρεμα - ήρεμα τα χείλη σας
σα μια μαγείρισσα που ξεφυλλίζει τις σελίδες του οδηγού
            μαγειρικής.

Θέλετε–
θα ’μαι ακέριος όλο κρέας, λυσσασμένος,
–κι αλλάζοντας απόχρωση σαν ουρανός–
θέλετε–
θα ’μαι  η άχραντη ευγένεια
–όχι άντρας πια, μα σύγνεφο με παντελόνια.

.  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  . 


I

Νομίζετε ίσως πως παραμιλάει ο πυρετός;
Έγινε.
Έγινε στην Οντέσσα.
«Θα ’ρθω στις τέσσερις», είπε η Μαρία.

Οχτώ
Εννέα
Δέκα

Να και το βράδυ
έφυγε απ’ το παράθυρο
μες στ’ ανατρίχιασμα της νύχτας
κατσουφιασμένο
δεκεμβριανό.

Πίσω απ’ την ξεχαρβαλωμένη πλάτη
χλιμιντράν χαχανίζουν τα πολύφωτα.

.  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  . 

Και να τεράστιος
καμπουριάζω στο παράθυρο
λειώνοντας με το κούτελο το τζάμι

.  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  . 

Ακόμα, ακόμα,
με το πρόσωπο ζουληγμένο
πάνω στο βλογιοκομμένο πρόσωπο της βροχής,
περιμένω
πιτσιλισμένος απ’ τον κεραυνό
των παφλασμών της πολιτείας.

Το μεσονύχτι
σειώντας το γυμνό μαχαίρι του,
έφτασε,
τον έσφαξε.
Πετάχτε τον.

Έπεσε κι η δωδέκατη ώρα
σάμπως κεφάλι εκτελεσμένου απ’ το ικρίωμα.

.  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  . 

Άξαφνα
οι πόρτες τρίζουν
σα να χτυπάνε από το κρύο τα δόντια της εισόδου.

Μπήκες εσύ,
απότομα σαν ένα «παρ' το»
βασανίζοντας το σεβρό του γαντιού σου
κι είπες:
«Ξέρετε–
παντρεύομαι».
Τι να γίνει, παντρευτείτε.
Δεν πειράζει.
θα κάνω κουράγιο.
Βλέπετε – τι ήρεμος που είμαι!
Σαν το σφυγμό
ενός νεκρού.

.  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  . 

Πάλι ερωτευμένος θα ριχτώ στο γλεντοκόπι,
πυρπολώντας το τόξο των φρυδιών μου.
Τι να γίνει;
Και σ’ ένα σπίτι καμένο
ζούνε καμιά φορά άστεγοι αλήτες.

.  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  . 
 
Αλό, αλό!
Ποιός εκεί;
Α, εσύ μητέρα,
Μητέρα,
ο γιός σας είναι εξαίσια άρρωστος.
Μητέρα!
Πάσχει από πυρκαγιά καρδιάς.
Πέστε στις αδερφές, τη Λιούντα και την Όλια,
δεν έχει πια που ν’ απαγκιάσει.
Κάθε λέξη,
ακόμα κι ένα αστείο
που φτύνει απ’ το καψαλιασμένο στόμα του,
πετάγεται όξω σαν πόρνη γδυτή
από ’να μπορντέλο που ’πιασε φωτιά.

.  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  . 

Στο πρόσωπο που ακόμα καίγεται,
απ’ τη σκισμάδα των χειλιών,
ένα μικρό - μικρό φιλί απανθρακωμένο
προβαίνει να ριχτεί στο δρόμο.
Μητέρα.
Δε μπορώ να τραγουδήσω.
Στο παρεκκλήσι της καρδιάς μου
τα ψαλτήρια καίγονται.

.  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  . 

Στερνή κραυγή –
κάνε τουλάχιστον εσύ,
μες απ’ τη φλόγα που σε καίει,
ν’ αντιλαλήσει ο στεναγμός σου
στους αιώνες!


II

Δοξάστε με.
Δεν είμαι ταίρι εγώ των ισχυρών.
Εγώ επάνω σ’ όλα που έχουν γίνει
βάζω «μηδέν».

.  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  . 

Ετούτοι
τσαγκρουνώντας ρίμες στο βιολί τους
βράζουν έρωτες κι αηδόνια
για να βγάλουν δυο δάχτυλα ζουμί.
Ενώ ο δρόμος
δίχως γλώσσα κουλουριάζεται.
Δεν έχει με τι να φωνάξει.
Δεν έχει με τι να μιλήσει.

.  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  . 

Ο δρόμος
στριμώχνει σιωπηλά τα βάσανά του.
Η φωνή του
σαν κόκκαλο ψαριού στο λαρύγγι του.

Η πολιτεία αμπάρωσε το δρόμο με σκοτάδι.

Και στο στόμα
σαπίζουν τα μικρά πτώματα
των πεθαμένων λέξεων,
και δυο μονάχα ζουν
χοντραίνοντας,
«τσογλάνι»,
και μια άλλη ακόμα,
θαρρώ:
«ψωμί».

Οι ποιητές
που μούλιασαν στα κλάματα και στ’ αναφιλητά
λάκισαν απ’ το δρόμο
τινάζοντας ακατάδεχτα τα τσουλούφια τους.
«Πώς με δυο τέτοιες λέξεις
να τραγουδήσεις
την δεσποινίδα
και τον έρωτα
και το τριανταφυλλάκι με τις δροσοσταλίδες;»

Καί πίσω από τους ποιητές
τρέχουν τα πλήθη του δρόμου:
Φοιτητές,
πόρνες,
εργολάβοι.

.  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  . 

Ακούστε!
Κάνει το κήρυγμά του
με βογγητά κι ουρλιάγματα
ο σύγχρονος φωνακλάς Ζαρατούστρας.

Εμείς
με πρόσωπο σαν αγουροξυπνημένο σεντόνι,
με χείλια κρεμασμένα σαν πολύφωτα,

Εμείς
οι κατάδικοι της πολιτείας των λεπρών,
όπου η βρώμα κι ο χρυσός γαγγραίνιασαν τη λέπρα,

Εμείς,
είμαστε πιο καθάριοι κι απ’ το κρούσταλλο της Βενετίας
που το ξεπλύνανε μαζί κι οι θάλασσες κι ο ήλιος.
Στα παλιά μας παπούτσια κι αν δε βρίσκονται
στους Όμηρους και στους Οβίδιους
άνθρωποι σαν και μας,
βλογιοκομμένοι απ’ την καπνιά.

Εμείς,
καθένας από μας,
κρατάμε μέσα στη γροθιά μας
τους κινητήριους ιμάντες του σύμπαντος.

.  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  . 

Εγώ που η σύγχρονη γενιά μού γέλασε κατάμουτρα,
διακρίνω αυτόν που φτάνει μες απ’ τις οροσειρές του χρόνου,
διακρίνω αυτόν που κανένας δε βλέπει.

Εκεί πού τ’ ανθρώπινο βλέμμα τσακίζεται ανήμπορο,
βλέπω να καταφθάνει
των πεινασμένων στρατηλάτης,
φορώντας το ακάνθινο στεφάνι της επανάστασης
το 1916.

Κι ανάμεσό σας είμαι εγώ
ο Πρόδρομός του,
κ’ είμαι όπου βρίσκεται κι ο πόνος, πάντοτε παντού.
Πάνω σε κάθε μια σταλαματιά του νέφους των δακρύων
Έχω σταυρωθεί.

Τίποτα πια δεν είναι για συγγνώμη.

Κι όταν
τον ερχομό του διαλαλώντας
ανταριασμένοι
θα βγείτε να δεχτείτε τον Σωτήρα,
εγώ για σας
θα ξεριζώσω την καρδιά μου
θα την ποδοπατήσω
κι έτσι μεγαλωμένη
και καταματωμένη
θα σας τη δώσω για σημαία.


III

Σήμερα πρέπει
με τη βαριά
ν’ αποτυπώνεσαι στο καύκαλο του κόσμου.
Εσείς που μοναχά μιαν έγνοιαν έχετε: 
«είναι τάχα ο χορός μου κομψός;» 
κοιτάχτε πώς διασκεδάζω
εγώ–
ο χαρτοκλέφτης κι ο ρουφιάνος 
της πλατείας.

Από σας
που χρόνια τώρα παπαριάζετε στον έρωτα 
εγώ θα χωρίσω τα τσανάκια μου 
τον ήλιο βάζοντας μονύελο 
στ’ ορθάνοιχτό μου μάτι.
Μ’ απίθανο ρούχο ντυμένος 
θα βαδίσω στη γης
και μπροστά μου δεμένον μ’ αλυσίδα 
θα κρατάω σα σκυλί τον Ναπολέοντα 

.  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  . 

Έϊ, σεις που σουλατσέρνετε,
βγάλτε τα χέρια από τις τσέπες. 
Πάρτε μαχαίρι, πέτρα, μπόμπα,
κι αν ειν’ κανείς σας δίχως χέρια 
να ’ρθεί να χτυπηθεί με κουτουλιές.

.  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  . 

Στον ουρανό, σα Μαρσεγιέζα κόκκινη, 
σφαδάζει ψοφώντας η δύση.
Όλα πια είναι μια τρέλα.

.  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  . 

Μαρία, Μαρία, Μαρία.
Άσε με να ’μπω Μαρία,
Δε μπορώ έξω στους δρόμους.
Μαρία το βλέπεις–
που ανάμεσα στα δόντια μου κρατάω
 –πάλι–
το μπαγιάτικο ψωμάκι
 
απ’ το χτεσινό σου χάδι.

Μαρία. Άνοιξε. Πονάω.
 
Βλέπεις–
μες στα μάτια μου μπήχτηκαν
 
οι καρφίτσες των γυναικείων καπέλων.
 
Μαρία,
Φοβάμαι μην ξεχάσω τ’ όνομά σου,
 
όπως φοβάται μην ξεχάσει ο ποιητής 
μια λέξη που γεννήθηκε 
στις ωδίνες της νύχτας 
μια λέξη μεγάλη σαν το Θεό.

Δε θέλεις Μαρία; Δέ θέλεις;

Λοιπόν θα ξαναπάρω πάλι
σκυφτός και σκοτεινός την καρδιά μου
ποτισμένη με δάκρυ
για να την κουβαλήσω
σαν το σκυλί που κουβαλάει
στην τρύπα του
το πόδι του που του ’κοψε το τραίνο.

Χίλιες φορές θα στροβιλίσει ο ήλιος
σε χορό τη γης,
όπως η Ηρωδιάδα
την κεφαλή του Βαπτιστή.
Κι όταν τα χρόνια μου
τα χορέψει ως το τέλος,
μ’ εκατομμύρια στάλες αίμα
θα ’χουν στρωθεί τα χνάρια μου στο δρόμο
ως το κατώφλι του Πατέρα.

Παραμερίστε.
Δε θα μου φράξετε το δρόμο.

Κοιτάχτε–
αποκεφάλισαν ξανά τ’ άστέρια–
 
ματωμένος ουρανός σα σφαγείο.
Έϊ, εσύ! Ουρανέ!
Βγαλ’ το καπέλο σου.
Εγώ περνάω.

Ησυχία!
Κοιμάται η οικουμένη
 
ακουμπώντας το τεράστιο αυτί της 
πάνω στο χέρι της το ολόστικτο 
απ’ τα τσιμπούρια των άστρων.
1915 - 1916



Βλαντιμίρ Μαγιακόβσκη
Πρόλογος και Απόδοση
Γιάννη Ρίτσου
 (ΚΕΔΡΟΣ, 1970)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.