Δεκέμβρης 1944 (17)

Σάββατο 29 Μαρτίου 2014

H κόλαση των απόκληρων και η ανία της αστικής τάξης: Κολαστήριο (αγγλικοί υπότιτλοι), Η Τέλεια Ομορφιά, Αίσθηση Αμαρτίας

Κολαστήριο - Kárhozat / Damnation (1988)

Μπέλα Ταρ
Ουγγαρία, 1988, Ασπρόμαυρο

Παραγωγή: Γιόζεφ Μαρξ
Σκηνοθεσία: Μπέλα Ταρ
Σενάριο: Λάζλο Κρασζναχορκάι, Μπέλα Ταρ
Φωτογραφία: Γκαμπόρ Μεντβίγκι
Μοντάζ: Αγκνες Χρανίτζκι
Μουσική: Μιχάλι Βιγκ
Πρωταγωνιστούν: Γκαμπόρ Μπάλογκ, Γιάνος Μπάλογκ, Μίκλος Ζέκελι, Βάλι Κερέκες, Πίτερ Μπρένζικ Μπεργκ, Ιμρε Τσμέλικ, Γκιόργκι Τσερχάλιμ
Διάρκεια: 116'
 
*
 
 Δυο κριτικές:

Τζία Γιοβάνη
Πόλυ Λυκούργου
*


Κολαστήριο για τον μοναχικό Κάρερ η ίδια του η ύπαρξη. Εκείνος αποτραβηγμένος, παρατηρητής της ζωής... Της ζωής που αναπόφευκτα χτίζεται πάνω στην ρουτίνα της παραγωγής που καταγράφεται σαν ατέρμονο πηγαινέλα των εναέριων βαγονέτων του ορυχείου μιας βιομηχανικής περιοχής σε αποσύνθεση.

Ο Κάρερ κοιτάζει την αέναη κίνηση κλεισμένος στον δικό του, προσωπικό χώρο. Απουσία παραγωγικών σχέσεων χαρακτηρίζει και το σύνολο των χώρων στους οποίους κινείται ο Κάρερ και συνθέτουν τον κόσμο του. Και αυτόν τον κόσμο που, είτε επέλεξε είτε βρέθηκε παρά την θέλησή του, τον αισθάνεται και τον βιώνει ο Κάρερ σαν τόπο τιμωρίας και βασανισμού!

Σε εξέχουσα θέση το μπαρ «Τιτανικός» που τραβά σαν μαγνήτης ανθρώπινα ναυάγια, που σβησμένα σαν ζόμπι, μοιάζουν ανίκανα να αντιδράσουν στον όποιο κραδασμό του περιβάλλοντος. Τίποτα δεν βρίσκεται σε κίνηση, μόνο ο ιδιοκτήτης του μπαρ που βγάζει λεφτά με απατεωνιές... Ηδη από την αρχή γνωρίζουμε ότι ο Κάρερ έχει «κρεμαστεί» από την παντρεμένη τραγουδίστρια του «Τιτανικός».
 
Εχει εναποθέσει την ζωή του στις βουλές της, που τις έχει ανάγει σε λόγο δικής του ύπαρξης! Μόνο λίγο πριν το τέλος αντιλαμβανόμαστε ότι η σχέση του Κάρερ με την τραγουδίστρια είχε περισσότερο να κάνει με μια διαδικασία αυτογνωσίας, με α-συνείδητη διερεύνηση των κόκκινων γραμμών στο δικό του αξιακό σύμπλεγμα.

Και όσο η μοιραία «μάγισσα» του επαναλάμβανε παιχνιδιάρικα ότι μεταξύ τους δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει κάτι παραπάνω, τόσο η έμμονη ιδέα του Κάρερ για την ολοκληρωτική κατάκτηση του αδύνατου σαν λύση στο υπαρξιακό του ανεκπλήρωτο, μέσα σε έναν κόσμο που διαρκώς ερημώνει και μεταλλάσσεται σε ζούγκλα τροφοδοτούνταν και ανδρωνόταν.
«Νομίζω ότι όλες μου οι ταινίες μιλούν, με την μια ή την άλλη μορφή, για τα συστήματα στα οποία διαρθρώνονται οι ανθρώπινες σχέσεις, οι σχέσεις μεταξύ ατόμων, συμφερόντων και συναισθημάτων. Μια καινούρια ταινία μπορεί να είναι είτε η συνέχεια, είτε η επέκταση μιας προηγούμενης, στο επίπεδο του στοχασμού» αναφέρει ο Ταρ που γεννήθηκε το 1955 στο Πετς της Ουγγαρίας, τον οποίο οι επιφανέστεροι διεθνείς κριτικοί κατατάσσουν ανάμεσα στους κορυφαίους δημιουργούς όλων των εποχών και που ο ίδιος, τον περασμένο Σεπτέμβρη δήλωσε σε συνέντευξή του ότι με την τελευταία του ταινία «ΤΟ ΑΛΟΓΟ ΤΟΥ ΤΟΡΙΝΟ» έκλεισε οριστικά το μαγαζί!...

Ο κινηματογράφος στην Ουγγαρία της μακράς και διακεκριμένης κινηματογραφικής παράδοσης ταυτίστηκε, πολύ νωρίτερα από οπουδήποτε αλλού, με μορφή τέχνης, γεγονός που επέβαλε εξαρχής την έμφαση στις λογοτεχνικές και διανοητικές πλευρές του μέσου. Ο Μπέλα Ταρ –ολοκληρωμένος κινηματογραφιστής– και όχι σκηνοθέτης/διεκπεραιωτής –με αναγνωρίσιμη προσωπική γραφή και στιλ– ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του '70 με μια σειρά έργων κοινωνικού ρεαλισμού –τύπου Κεν Λόουτς– και στιλιστικού ανθρωποκεντρισμού –τύπου Κασσαβέτη. Στα μέσα του 1990 είχε ήδη αναπτύξει μια μοναδικά εκφραστική κινηματογραφική φωνή με ένα τρόπο που μόνο η πλούσια καλλιτεχνική παράδοση του ουγγρικού σινεμά θα μπορούσε να καταστήσει δυνατό.
Το σινεμά του Ταρ αξιώνει έναν θεατή διαθέσιμο και «ανοιχτό» να αφεθεί στο βλέμμα του, να συντονιστεί με κείνο του δημιουργού της ταινίας, που θα μπορέσει να ξαναβρεί το δικό του, απαλλαγμένο όμως από οτιδήποτε τον εμπόδιζε να δει. Το σενάριο στο «ΚΟΛΑΣΤΗΡΙΟ» είναι απλό και συνάμα πολυεπίπεδο.

Η αφήγηση είναι δευτερεύουσα, το ίδιο και οι διάλογοι, χωρίς ωστόσο να είναι ασήμαντοι. Η ιστορία εντελώς βοηθητική ξετυλίγεται υπό το πρίσμα του ανεξίτηλου ασπρόμαυρου βλέμματος του Κάρερ μέσα σε μια υγρή και μόνιμα καταθλιπτική ατμόσφαιρα.

Η σκηνοθεσία προτρέπει σε γλυκιά εγκατάλειψη, σε δίωρο ρεμβασμό, των στιλιζαρισμένων πλάνων-σεκάνς, που η διάρκειά τους αντί να προκαλεί, ίσως, δυσφορία, γοητεύει, λόγω των ανεπαίσθητων κινήσεων της κάμερας που μοιάζει να χαϊδεύουν το χώρο για να ξεσκεπάσουν στο μισοσκόταδο το μυστήριο.

Οι μελωδικές κινήσεις της μηχανής παίζουν με τα εξωτερικά, αλλά και τα εσωτερικά, όπως σπανίως τα βλέπουμε στο σινεμά. Ο σκηνοθέτης περιορίζεται σε εναλλαγή συγκεκριμένων τύπων πλάνου, σε αργά πανοραμίκ με γερανό, σε αργά λατεράλ σε ράγες και σε στατικά, μεσαία πλάνα των πρωταγωνιστών.

Είναι πανεύκολο να αφεθεί κανείς στην απόλαυση των εννοιών και των αισθήσεων, στο λίκνισμα των εικόνων υπό τους ήχους μουσικής που χρησιμοποιείται με πνεύμα οικονομίας. Μέσα σε ένα ασπρόμαυρο σύμπαν που καλύπτεται από το βέλο της μελαγχολίας, μέσα στην νύχτα, με τον χρόνο μόνιμο θαμώνα στα τραπέζια του μπαρ, ανάμεσα στο κλάμα του ακορντεόν και τα βρώμικα κόλπα, ο Ταρ μιλά για ανεκπλήρωτους πόθους και μοναξιά σε μια ταινία πιο κοντά σε απόδοση ψυχικών καταστάσεων παρά μιας ιστορίας που να δονείται από την ίντριγκα.

Είναι ένα αργό, υπαρξιακό ποίημα μέσα σε ατμόσφαιρα φιλμ νουάρ, με την παντρεμένη τραγουδίστρια, την «μάγισσα», στον δομικό ρόλο της μοιραίας γυναίκας στις ταινίες του είδους. Η ταινία, με ροή απόλυτα μουσική, μιλά για τα υπαρκτά εγκαταλειμμένα τοπία που παραπέμπουν σε φιλμ επιστημονικής φαντασίας για τα απομεινάρια ολόκληρων βιομηχανικών εγκαταστάσεων σαν στοιχειωμένα χαλάσματα που αντικατοπτρίζονται στην εσωτερική ερήμωση των ανθρώπων και για τη φύση ενός κόσμου αποξενωμένου, όπου επανέρχεται ο νόμος της ζούγκλας και δεν απομένει τίποτα.
Το «ΚΟΛΑΣΤΗΡΙΟ» με την παράξενα υπνωτιστική του ποιότητα, όπως και κάθε άλλο σπουδαίο έργο τέχνης, είναι κάτι απείρως περισσότερο από το άθροισμα των μερών που το συνθέτουν...

Ενας μοναχικός μεσήλικας άντρας ζει τη ζωή του εγκλωβισμένος στη βιομηχανική βροχερή του επαρχία. Καταδικασμένος να κοιτάει από μακριά - τόσο τα βαγονέτα του γειτονικού ορυχείου που τον απέλυσε, όσο και τη γυναίκα της ζωής του που τον παράτησε και παντρεύτηκε κάποιον άλλον. Σε μία ύστατη προσπάθεια να την ξανακερδίσει, παγιδεύει τον άντρα της σ' ένα παράνομο κόλπο. Δεν υπάρχει όμως διέξοδο από το Κολαστήριο. Ειδικά αν το κουβαλάς μέσα σου.
Βασισμένη στο μυθιστόρημα του Λάζλο Κρασζναχορκάι, το οποίο διασκεύασε κινηματογραφικά ο ίδιος σε συνεργασία με τον Ταρ, η ταινία αποτελεί μία ληθαργική, ελεγειακή περιήγηση στην μεταβατική, μετα-κομμουνιστική Ουγγαρία, μια χώρα παρατημένη από την ιστορία, χαμένη όσο και οι κάτοικοί της.


Ανθρωποι μονάχοι, κατεστραμμένοι από την αέναη κακουχία, βαθιά τσακισμένοι από την ανέχεια, χωρίς ελπίδα. Με τη βροχή να λασπώνει αλληγορικά κάθε όνειρο διαφυγής και την ομίχλη να «τρυπώνει ύπουλα από τα πνευμόνια στη ψυχή τους», οι αντιήρωες αυτού του κοινωνικοπολιτικού στιλιζαρισμένου νουάρ δεν ανταποκρίνονται σε καθιερωμένα κινηματογραφικά πρότυπα: το αρσενικό είναι απόλυτα loser, η femme fatale είναι μία θλιβερή κονσοματρίς νοικοκυρά.


Αν το σινεμά της Δύσης παραμύθιαζε με νίκη του ενός απέναντι στο σύστημα και επικράτηση του αμερικανικού ονείρου, ο Ταρ περιέγραψε με κυνισμό το τοπίο της ανατολικής, κι όχι μόνο, Ευρώπης: Oι συνθήκες πολιτικές, γεωγραφικές, ακόμα και καιρικές είναι η ζωή σου. Η ανεργία είναι η ζωή σου. Η ερωτική απόρριψη είναι η ζωή σου. Η βροχή είναι η ζωή σου.
Δύο δεκαετίες πριν ο Ταρ ήταν ακόμα πιο κυνικός, ωμά πεσιμιστής και απροκάλυπτα αγνωστικός όλες οι θρησκευτικές αναφορές στο «Κολαστήριο» χρησιμοποιούνται με βαθιά ειρωνεία και επίγνωση ότι η τιμωρία είναι γύρω μας και μέσα μαςδεν μας περιμένει μετά θάνατον

Είναι πολύ ενδιαφέρον να επιστρέφει κανείς σ' ένα τόσο παλιότερο έργο του Ούγγρου δημιουργού και να συγκρίνει την πορεία του μέσα στα χρόνια: η νιχιλιστική κοσμοθεωρία του παραμένει αλώβητη, αλλά το βλέμμα του έχει μαλακώσει, η οργή του έχει καταλαγιάσει. Δεν τον ενδιαφέρει πια να είναι τόσο φλύαρος για την ανθρώπινη δυστοπία. Ο κινηματογραφικός διάλογος με το θεατή έχει περάσει σε άλλο, πολύ πιο αφαιρετικό, επίπεδο.
Ενα μόνο πράγμα παραμένει πανομοιότυπο: η αφοπλιστική ομορφιά του σινεμά του. Είναι αδιανόητο πόσο φωτογενής είναι η Κόλαση των πλάνων του. Με συνεργάτη τον φωτογράφο Γκαμπόρ Μεντβίγκι, ο Ταρ συνθέτει εξπρεσιονιστικά παιχνίδια με το φως ή την έλλειψή του, ενώ χρησιμοποιεί το ασπρόμαυρο δημιουργικά μέσα από τις αντιθέσεις, τις αποχρώσεις και τις γυαλάδες του. Τα δωμάτια είναι σκοτεινά γιατί απουσιάζει η ελπίδα.


Οι εξωτερικοί χώροι θολώνουν από βρώμικο λασπωμένο λευκό γιατί δεν υπάρχει ορίζοντας. Ο Ταρ όμως ανακαλύπτει ομορφιά και στα χαλάσματα ανθρώπινα ή οικοδομικά. Στήνει ατμοσφαιρικούς ληθαργικούς χορούς με την κάμερα σε νωχελικά αργόσυρτα τράβελινγκ, συνθέτει περίτεχνα κάδρα εικαστικής αρτιότητας, φωτίζει τα μάτια.
Το αποτέλεσμα είναι ένα μελαγχολικό ποίημα. Τραγικό και αβάσταχτο, μεγαλοπρεπές και υποβλητικό.

1.




2.




3.




4.




5.



 

6.




7.




8.





Φιλμογραφία Μπέλα Ταρ

***

Η Τέλεια Ομορφιά - La Grande Bellezza (2013)
Πάολο Σορεντίνο
(Έγχρωμο)
____
 Παραγωγή: Φραντσέσκα Τσίμα, Νικόλα Τζουλιάνο 
Σκηνοθεσία: Πάολο Σορεντίνο 
Σενάριο: Πάολο Σορεντίνο, Ουμπέρτο Κονταρέλο 
Φωτογραφία: Λούκα Μπιγκάτζι 
Μοντάζ: Κριστιάνο Τραβαλιόλι 
Μουσική: Λέλε Μαρτσιτέλι 
Πρωταγωνιστούν: Τόνι Σερβίλο, Κάρλο Βερντόνε, Σαμπρίνα Φερίλι, Κάρλο Μπουκιρόσο, Πάμελα Βιλορέζι, Γαλατέα Ράντζι, Φράνκο Γκρατσιόζι, Ιάια Φόρτε 
Διάρκεια: 142'
____
Παρουσίαση της ταινίας
Τζία Γιοβάνη

Η ανία συνιστά ασθένεια της αστικής τάξης. Το πέπλο της που επικάθεται στην υψηλή κοινωνία της Ρώμης έχει συγκεκριμένες αποχρώσεις και χαρακτηριστικά που έχει καταγράψει η ιταλική λογοτεχνία του 20ού αιώνα ο Αλμπέρτο Μοράβια με το «Οι Αδιάφοροι».
Αστός ο Μοράβια και πάσχων ο ίδιος από ανία, αλλά με κοινωνικά διαπεραστική, κριτική ματιά. Από τις γνωστότερες ταινίες για το θέμα της ανίας της αστικής Ρώμης και η «ΓΛΥΚΙΑ ΖΩΗ» (1960) του Φελίνι.
Ο 43χρονος Ναπολιτάνος εστέτ Πάολο Σορεντίνο προσφέρει κι αυτός με την «ΤΕΛΕΙΑ ΟΜΟΡΦΙΑ» του ένα, πανέμορφο στη θέα, επιτόπιας κατανάλωσης, αναμάσημα του τίποτα...
«Είμαστε όλοι στο χείλος της απόγνωσης, άλλο φάρμακο δεν έχουμε από το να βρισκόμαστε και να τσιγκλάμε ο ένας τον άλλο» λέει ο 65χρονος Τζεπ Γκαμπαρντέλα, τουριστικός οδηγός, στο μαγικό φιλμικό ταξίδι της αμφίσημης «τέλειας ομορφιάς».
Διαποτισμένος από απροσδιόριστη νοσταλγία για χωρόχρονο που κάποτε έδινε νόημα στη ζωή, ο βασιλιάς της κοσμικής Ρώμης, περνά τις νύχτες σε σαλόνια που μετράνε, με κόσμο που μετρά και αμέτρητο κυνισμό...
Ο σπουδαίος ηθοποιός, επίσης Ναπολιτάνος, Τόνι Σερβίλο, συνεργάζεται για τέταρτη φορά με τον Σορεντίνο σε μια αφήγηση, όχι επικεντρωμένη στο εγώ αλλά σε ένα κολάζ γεγονότων αυτοβιογραφικών.
Στο φόντο μιας αναγεννησιακής αρχιτεκτονικής συνθέτει το πορτρέτο του Τζεπ, μια μάσκα ακραίας απάθειας και ανέκφραστης εκφραστικότητας.
Σαν όλους τους πρωταγωνιστές του Σορεντίνο είναι κι αυτός φιγούρα μοναχική, αποσπασμένη από τον τριγύρω κόσμο και τον εαυτό της.
Είναι χαρακτήρας διαπεραστικής ευφυΐας, ικανός για κριτική και αυτοκριτική, με πορτοκαλί και κίτρινα σακάκια, λευκά παντελόνια και καπέλο, ενώ πάντα ανάμεσα στα δάκτυλα το τσιγάρο και το αυτάρεσκο χαμόγελο αυτού που βρίσκεται πάντα στο κέντρο των πάρτι αλλά όχι της ζωής του...
Παραγωγή: Ιταλία, Γαλλία (2013).
Φιλμογραφία Πάολο Σορεντίνο

*
ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ New Star Art Cinema
Κρέμου 141, Καλλιθέα
Γενική είσοδος: € 7,00
Κάθε Τετ & Πέμ: 2 στην τιμή του 1
Παιδ. - Φοιτ. - άνω των 65 - Εκπαιδευτικοί - Ατέλεια: € 5,00
Ανεργοι: €3,00
Οικογενειακό τριών ατόμων: €10,00
Τηλ. 210-9512624, 210-9512604


  
*

Και για 3η βδομάδα
Άστυ
Κοραή 4 (ΜΕΤΡΟ Πανεπιστήμιο)
Πέμ.-Τετ.: 17.30/ 20.00/ 22.30
Τηλ.: 2103221925
Προσφορά λόγω κρίσης: γεν. είσ. € 6,00


Η αριστουργηματική κινέζικη ταινία
Αίσθηση αμαρτίας (2013)
Ζία Ζανγκ-κε

Φιλμογραφία Ζία Ζανγκ-κε



*
Μην τις χάσετε!


_________________________________
Το ΣΙΝΕΜΑ της Μποτίλιας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.