Δεκέμβρης 1944 (17)

Πέμπτη 29 Αυγούστου 2013

Μπέργκμαν: Ο δάσκαλος (1960) και Άλεν: Ο θαυμαστής του (2013) - Δυο σπουδαίοι δημιουργοί. Δείτε (και) εδώ τον παλιό ή αναζητήστε τους στα θερινά


ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ
Η πηγή των παρθένων

Κατά τη δεκαετία του '50 ο Ινγκμαρ Μπέργκμαν βρίσκεται σε φάση παρατήρησης της κοινωνικής εξέλιξης, κατά την οποία ο «εκσυγχρονισμός» διαγκωνίζεται με τη σθεναρή προηγούμενη κατάσταση, για την απόλυτη επικράτηση... Στις ταινίες εποχής αυτής της περιόδου «ΕΒΔΟΜΗ ΣΦΡΑΓΙΔΑ» και «ΠΗΓΗ ΤΩΝ ΠΑΡΘΕΝΩΝ» - παράγωγα αυτού του προβληματισμού - η Σουηδία αποδίδεται ως παραδοσιακό λαϊκό τραγούδι που αιωρείται ανάμεσα στην «αθωότητα» και το «κακό», ένα αλληγορικό μείγμα από κωμωδία και τρικ δεξιοτήτων, με τη Στοκχόλμη να παρουσιάζεται σαν επαρχιακή τρύπα που δεν της λείπει η γραφικότητα. Η ασφάλεια εξισορροπεί με την απειλή. Ο κτηνώδης βιασμός στην ταινία απεικονίζει μια σχέση που αναμφισβήτητα έχει να κάνει με αυτή τη μεταβατική φάση στο προτσές της μετατροπής της σουηδικής κοινωνίας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και συμβολίζει το απόλυτο κακό, την ίδια στιγμή που αυτό ερμηνεύεται υπό το φως της συνολικής ηθικής της παραδοσιακής saga, που είναι θρησκευτική.


 


«Η ΠΗΓΗ ΤΩΝ ΠΑΡΘΕΝΩΝ», που προβάλλεται σε επανέκδοση, βασίζεται σε μια σουηδική μπαλάντα του 14ου αιώνα που μιλά για μια όμορφη νεαρή παρθένα, που στο δρόμο προς την εκκλησιά βιάζεται και δολοφονείται στο σκοτεινό δάσος από τρεις βοσκούς οι οποίοι αργότερα ζητούν καταφύγιο για τη νύχτα - χωρίς να γνωρίζουν πού απευθύνονται - στο κτήμα του πατέρα της.


Ο πατέρας, ανακαλύπτοντας ποιοι είναι, τους σφάζει σαν γουρούνια, σε μια σεκάνς με βία τέτοια που συνιστά στοιχείο της Αποκάλυψης! Στο σημείο όπου αργότερα ανακαλύπτεται το πτώμα της κόρης Κάριν, ο πατέρας κάνει τάμα να χτίσει μια εκκλησία, ενώ συμπερασματικά και με περισσή ειρωνεία μια πηγή αναβλύζει άξαφνα από το έδαφος, σημάδι θεϊκής συγχώρεσης...


Αυτό το ασπρόμαυρο φιλμ βιασμού/εκδίκησης τελειώνει με μια, καθόλου χαρακτηριστική για τον σκηνοθέτη, νότα αισιοδοξίας... Η επόμενη δουλειά του Μπέργκμαν θα είναι μια αυστηρή τριλογία για τη δυσκολία της ύπαρξης, σε έναν κόσμο που δεν λυτρώνεται από την παρουσία του Θεού...


Παίζουν: Μπιργκίτα Πέτερσον, Γκούνελ Λίντμπλουμ, Μαξ φον Σίντοβ, Μπιργκίτα Βάλμπεργκ, κ.ά.
Παραγωγή: Σουηδία (1960).
  • Υποψήφια για τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Κανών
  • Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας 
Περισσότερα: IMDB

Δείτε την ταινία



(Πολλοί υπότιτλοι) 

*


ΓΟΥΝΤΙ ΑΛΕΝ
Θλιμμένη Τζάσμιν

Ο Γούντι Αλλεν γυρίζει μια ταινία το χρόνο. Στη μακρά του καριέρα έκανε φιλμ που ανήκουν σε πολλά είδη. Με την καλύτερη ταινία του εδώ και πολλά χρόνια, τη «ΘΛΙΜΜΕΝΗ ΤΖΑΣΜΙΝ» που έχει πρεμιέρα σήμερα, ο Αλεν περνάει από τη φαρσοκωμωδία στο καθαρόαιμο δράμα. Η μάλλον στην τραγωδία κατά την αριστοτελική έννοια... Απόλυτη πρωταγωνίστρια της ιστορίας μια σύζυγος πολυτελείας που η ίδια προκαλεί τα αίτια της τραγωδίας της, με το να μη θέλει να δει τι συμβαίνει γύρω της, γιατί έτσι τη βολεύει... Αυτή η τελευταία ταινία του Αλεν που απεικονίζει δύσκολα συναισθήματα με «χέρι» ελαφρύ, δε σηματοδοτεί απλά μια από τις καλύτερες επιδόσεις του σκηνοθέτη, αλλά τραβά πολύ πιο μακριά... ενώ ο δημιουργός της μοιάζει να είναι στο στοιχείο του, μακριά από μαζική παραγωγή και πειράγματα ρουτίνας...



Απόλυτη πρωταγωνίστρια της ιστορίας η Τζάσμιν, που κύριο χαρακτηριστικό έχει την πράγματι μόνιμη θλίψη της. Ο τίτλος του φιλμ ορθότατος αφού κατά τον Ουμπέρτο Εκο «οι τίτλοι που σέβονται περισσότερο τον αναγνώστη (θεατή) είναι όσοι περιορίζονται στο όνομα του επώνυμου ήρωα». Και η ηρωίδα της ταινίας μια πρώην, πάμπλουτη, σνομπ νεοϋορκέζα σύζυγος πολυτελείας χάνει ξαφνικά το έδαφος κάτω από τα πόδια της όταν ο χρηματιστής σύζυγός της φυλακίζεται για οικονομικά εγκλήματα δισεκατομμυρίων και η περιουσία του κατάσχεται.

Και η Τζάσμιν κατ' επέκταση χάνει τα πάντα και το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να μετακομίσει στο διαμερισματάκι της αδελφής της Τζίντζερ στο Σαν Φρανσίσκο για να αρχίσει εκεί τη ζωή της από την αρχή... Για να γίνει όσο πιο ξεκάθαρο μπορεί το κοντράστ της απώλειας, το ότι μαζί με τα πλούτη και την κοινωνική της θέση η Τζάσμιν έχασε και την ταυτότητά της, το ρόλο και τη θέση της στη ζωή, η αφήγηση συνεχώς πηδά από τον παρελθόντα στον παρόντα χρόνο με την Τζάσμιν να εναλλάσσεται πειστικότατα από χλιαρή, σοφιστικέ, φιρμάτη από την κορφή ως τα νύχια κυρία, σε μια άπορη, καταϊδρωμένη και τρεμάμενη από ντροπή «looser».

Ταπί και μίζερη η Τζάσμιν στριμώχνεται στο μικρό χώρο της Τζίντζερ μαζί με δυο παιδιά που τρέφονται με φαστ φουντ και τον εργάτη, σύντροφο της Τζίντζερ. Εκεί μέσα θα ξεκινήσει μια σύγκρουση ταξικών καταβολών όταν η κυνική και αλαζονική νεοϋορκέζα θα πρέπει αναγκαστικά να προσαρμοστεί σε μια κανονική ζωή, όπερ σημαίνει μεταξύ άλλων ότι θα πρέπει να βρει μια δουλειά... για αρχή...


Η Αυστραλιανή Κέιτ Μπλανσέτ, επιδεικνύει γι' ακόμα μια φορά, τις ερμηνευτικές της δεξιότητες, δημιουργώντας μια «αρχετυπική» σκηνική φιγούρα, με εκλεκτικές συγγένειες με την Μπλανς Ντιμπουά του Τενεσί Ουίλιαμς στο «ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ Ο ΠΟΘΟΣ»... Δεν είναι μόνο η Τζάσμιν, αλλά και ολόκληρη η ταινία που αναδύει αίσθηση επηρεασμένη από το παραπάνω θεατρικό. Στην ατμόσφαιρα, στην κλειστοφοβία των ψυχικών προβλημάτων, στο αλκοόλ, στις κρίσεις πανικού, στην ίντριγκα γενικότερα - στο άτυπο τρίγωνο μεταξύ των δύο αδελφών και του νεαρού απαιτητικού και ξεκάθαρου συντρόφου της Τζίντζερ.

Ίδια εισαγωγή με το θεατρικό, όταν η Μπλανς πρέπει να προσαρμοστεί σε μια νέα ζωή κοντά στην αδελφή της. Παρότι καταληκτικά, τόσο η Μπλανς Ντιμπουά όσο και η Τζάσμιν παίρνουν δρόμους με διαφορετική κατεύθυνση, οι μοίρα τους ορίζεται από κοινές «παραλλήλους» με συνισταμένη το ότι και οι δυο «χτίζουν» πάνω σε ψέματα ζωής που όταν ανατρέπονται δεν αφήνουν παρά ένα απόλυτο κενό... Μπορεί το «σώμα» το σενάριο του Αλεν να παραπέμπει στο κλασικό θεατρικό, όχι όμως σαν αντίγραφο αλλά σαν πονηρό κλείσιμο του ματιού.


Πονηρά κλείνει ο σκηνοθέτης το μάτι και στον Ινγκμαρ Μπέργκμαν, καθότι ο χαρακτήρας της Μπλανσέτ - αυτής της ξεχαρβαλωμένης ψυχής σε πολυτελές περιτύλιγμα, σε συνεχή ισορροπία θανάτου σε χαλαρό σκοινί, που παλεύει με κρίσεις πανικού και δαίμονες συνιστά μια, κατ' ουσία, μπεργκμανική φιγούρα. Ο μέγας θαυμαστής του Σουηδού, Γούντι Αλεν θα πρέπει να αισθάνεται περήφανος για το επίτευγμά του. Και η Μπλανσέτ, ερμηνευτικά παρούσα, μέσα από τη θλιμμένη της βερσιόν δεν υποδύεται απλά τη Τζάσμιν, είναι η Τζάσμιν με σάρκα και οστά στον στιλβωμένο ήχο του σαξόφωνου στο φόντο...

Κομμάτι κομμάτι ξετυλίγεται η καλογραμμένη ίντριγκα που ανασυνθέτει την ιστορία και τη θέση της Τζάσμιν σε αυτή, μέσα από βλέμματα στο παρελθόν. Η κίνηση αυτή, παρά το ότι δε δίνει την αίσθηση πλήρους ενσωμάτωσης, λειτουργεί γενικά άψογα και προσδίδει στην αφήγηση θαυμαστή ρευστότητα και «καλπασμό». Πάνω σε αυτά τα βλέμματα από το παρελθόν ο Αλεν χτίζει το κωμικοτραγικό του αφήγημα - περισσότερο σκοτεινό από αστείο - της πολιτισμικής σύγκρουσης δυο τάξεων, μέσα από δυο αδελφές.


Σε αυτό το παιχνίδι εξουσίας της μιας πάνω στην άλλη ξεφλουδίζοντας τις ψυχολογικές σχέσεις. Απόλυτη η ικανότητα, μέσα από μια φράση ή μια χειρονομία, η κωμωδία να μετατρέπεται σε αμείλικτη τραγωδία και αντίστροφα...

Τα κοντινά πλάνα της Τζάσμιν κυριαρχούν πανταχού παρόντα, ενώ η κάμερα του Αλεν περιπλανιέται νευρικά και με αβεβαιότητα στο Σαν Φρανσίσκο και αντίθετα σαρώνει αυτάρεσκα τις σκηνές της Νέας Υόρκης: στο πολυτελές διαμέρισμα στην Park Avenue, στις προσκλήσεις σε πλούσια δείπνα, σε γεύματα με φίλες, αλλά και στην καταγραφή της ανεπιθύμητης επίσκεψης της άθλια ντυμένης Τζίντζερ και του πρώτου άνδρα της.

Μπόλικο το χιούμορ που βράζει συνεχώς κάτω από την επιφάνεια αυτής της τραγωδίας, της αιχμηρής και άκρως ρεαλιστικής. Με ένα ρεαλισμό που έχει μάλλον να κάνει με τις ερμηνείες που ρέουν με εκθαμβωτική φυσικότητα που τα όποια τυχόν εμπόδια ανάμεσα σε θεατή και ηθοποιούς, καταρρέουν.

Στο σινεμά του Γούντι Αλεν, το στοιχείο του κοινωνικού στάτους κατείχε πάντα θέση σημαντική. Στη συγκεκριμένη ταινία είναι η αστή Τζασμίν που βρίσκεται σε υποδεέστερη θέση, που συνιστά το αξιοπερίεργο αντικείμενο στο μικροσκόπιο της κριτικής κάποιων «ενοχλητικών» λαϊκών όντων. Αξιοσημείωτο είναι ωστόσο το γεγονός ότι ο σκηνοθέτης για πρώτη, ίσως, φορά, εστιάζει το φακό του στη φτωχή τάξη, με το που εμφανίζει τους πιο ενδιαφέροντες χαρακτήρες της ταινίας να ανήκουν στην εργατική τάξη...

Ο ίδιος ο Αλεν προέρχεται από την εργατική τάξη... μιλώντας σχετικά ανάφερε, «ίσως είμαι προκατειλημμένος αλλά πάντα πίστευα ότι η εργατική τάξη διαθέτει περισσότερο απόθεμα αντίστασης λόγω του ότι τα πολλά χτυπήματα που βίωσε της δίδαξαν να διαχειρίζεται καλύτερα ό,τι κακό της συμβαίνει... σαν την αδελφή στο φιλμ, την Τζίντζερ».

Παίζουν: Κέιτ Μπλανσέτ, Αλεκ Μπάλντουιν, Σάλι Χόκινς, Πίτερ Σάρσγκααρντ, Μπόμπι Καναβάλε, κ.ά.
Παραγωγή: ΗΠΑ (2013).


_________________________
Κριτική από την Τζία Γιοβάνη
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 29/8/2013 

Το ΣΙΝΕΜΑ της Μποτίλιας

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.