Ο Φιντέλ θα ζει παντοτινά. Ο Φιντέλ είναι αθάνατος

Έφοδος στις Μονκάδες τ’ Ουρανού!
Fidel vivirá para siempre! Fidel es inmortal! - Ο Φιντέλ θα ζει παντοτινά! Ο Φιντέλ είναι αθάνατος!
Φιδέλ: Ένα σύγγραμμα περί ηθικής και δυο μεγάλα αρχίδια στην υπηρεσία της ανθρωπότητας (Ντανιέλ Τσαβαρία)
* Φιντέλ: Αυτός που τους σκλάβους ανύψωσε στην κορφή της μυρτιάς και της δάφνης − Κάρλος Πουέμπλα: Ως τη νίκη Κομαντάντε
*
Κάρλος Πουέμπλα: Και τους πρόφτασε ο Φιντέλ − Μετάφραση προσαρμοσμένη στη μελωδία − 4 Video − Aπαγγελία Νερούδα
* Πάμπλο Νερούδα: Φιντέλ, Φιντέλ, οι λαοί σ’ ευγνωμονούνε * Νικολάς Γκιγιέν: Φιντέλ, καλημέρα! (3 ποιήματα)
* Ντανιέλ Τσαβαρία: Η Μεγάλη Κουβανική Επανάσταση και τα Ουτοπικά Αρχίδια του Φιδέλ * Ντανιέλ Τσαβαρία: Ο ενεργειακός βαμπιρισμός του Φιδέλ * Ραούλ Τόρες: Καλπάζοντας με τον Φιντέλ − Τραγούδι μεταφρασμένο - Video


Τα φρούρια του ιμπεριαλισμού δεν είναι απόρθητα: Μικρή ιστορική αναδρομή στη νικηφόρα Κουβανική Επανάσταση και μέχρι τις μέρες μας ‒ Με αφορμή τα 88α γενέθλια του Φιντέλ ‒ Εκλογικό σύστημα & Εκλογές - Ασφάλεια - Εκπαίδευση - Υγεία (88 ΦΩΤΟ) * Φιντέλ (53)

Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2008

"In The Long Run, We Are All Dead"




*
«Καπιταλισμός είναι η καταπληκτική δοξασία κατά την οποία οι πιο αχρείοι άνθρωποι θα κάνουν τα πιο ανήθικα πράγματα για το μέγιστο καλό του συνόλου των συνανθρώπων τους». 
ΛΟΡΔΟΣ ΤΖΩΝ ΜΕΫΝΑΡΝΤ ΚΕΫΝΣ (1883-1946) 

ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΟΙ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΧΩΡΩΝ ΕΝΩΘΕΙΤΕ
Καρλ Μαρξ (1818-1883) - Φριντριχ Ενγκελς (1820-1895)

«ΜΑΚΡΟΠΡΟΘΕΣΜΑ ΘΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΝΕΚΡΟΙ», έλεγε πριν από 70τόσα χρόνια ο λόρδος Κέυνς. Kαι υποστήριζε (αντίθετα από τους οικονομικούς φωστήρες της εποχής του) ότι δεν μπορούμε να περιμένουμε από τις δυνάμεις της αγοράς να ανασύρουν τις καπιταλιστικές οικονομίες από την υφεση στην οποία οι ίδιες οδηγούσαν. Θεωρούσε, ακόμα, ότι οι άνεργοι μιας χώρας δεν πρέπει να περιμένουν υπομονετικά το θάνατό τους −η λαϊκή σοφία το λέει: ζήσε μαύρε μου να φας το Μάη τριφύλλι−, ώσπου να καπνίσει της αγοράς να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις εκείνες που θα τους επιτρέψουν να ξαναβρούν δουλειά.
Πρότεινε λοιπόν την κρατική παρέμβαση με στόχο να αυξήσει την ενεργό ζήτηση, ώστε να ξαναπάρει μπρος η παραγωγική μηχανή.
«Στον καπιταλισμό −έλεγε όχι ο επαναστάτης Μαρξ, αλλά ο αστός Κέυνς− δεν υπάρχει αυτόματος μηχανισμός ασφάλειας. Μόνο η κρατική παρέμβαση μπορεί να βοηθήσει την οικονομία σε περιόδους ύφεσης. Δηλαδή δημόσιες επενδύσεις, ρυθμίσεις και μέτρα κοινωνικής προστασίας, παρεμβάσεις υπέρ των αδυνάτων. Η πραγματική ανάπτυξη βασίζεται στα εγχώρια κεφάλαια, που προέρχονται από την εθνική αποταμίευση. Η οικονομία της αγοράς, από μόνη της, είναι αδύνατον να δημιουργήσει συνθήκες οικονομικής σταθερότητας, επειδή στην καρδιά του καπιταλισμού φωλιάζει η αβεβαιότητα και όχι η σιγουριά».
Και συνέχιζε: «Τα σημαντικά σφάλματα της οικονομικής κοινωνίας στην οποία ζούμε είναι η αποτυχία της να εξασφαλίσει πλήρη απασχόληση και η αυθαίρετη και άνιση διανομή του πλούτου και των εισοδημάτων».
Κατά τον Κέυνς, λοιπόν, το κράτος οφείλει να παρεμβαίνει προστατεύοντας την εργασία και μειώνοντας δραστικά τις εισοδηματικές ανισότητες. Η αγορά από μόνη της δεν μπορεί να αυτορυθμιστεί, η ανάκαμψη δεν πρόκειται να φανεί ποτέ.
Άλλωστε από τότε πίστευε για το Μεγάλο Κραχ του 1929 ότι «Οι ρίζες του κατακλυσμού βρίσκονται στην ουτοπική προσπάθεια με την οποία ο οικονομικός φιλελευθερισμός θέλησε να δημιουργήσει ένα σύστημα αυτορυθμιζόμενης αγοράς».
Μετά ο λόρδος πήγε να γνωρίσει τον σύντροφο Μαρξ (με τον οποίον δεν είχε συναντηθεί ποτέ, αφού γεννήθηκε τη χρονιά που πέθανε εκείνος) σ’ έναν κόσμο όπου έχει λύσει για πάντα όλα τα προβλήματα του Κεφαλαίου, της Απασχόλησης, του Τόκου και του Χρήματος, και όπου όλοι κυκλοφορούν χωρίς τσέπες.
Εκεί ίσως ψιλοκουβεντιάζουν ακόμα για την παγκοσμιοποίηση, όπως την περιέγραφε στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο του ο θείος Κάρολος:
«Η ανάγκη για μια αγορά που εξαπλώνεται ολοένα προκειμένου να διοχετευτούν τα προϊόντα της, καταδιώκει την αστική τάξη σε όλη τη γήινη σφαίρα. Υποχρεώνεται να φωλιάζει παντού, να εγκαθίσταται παντού, να εγκαθιδρύει σχέσεις παντού».
Κι ακόμα: «Η σύγχρονη αστική κοινωνία, που έχει ως διά μαγείας παρουσιάσει τέτοια γιγαντιαία μέσα παραγωγής και ανταλλαγής, μοιάζει με τον μαθητευόμενο μάγο που δεν είναι πια σε θέση να ελέγξει τις υποχθόνιες δυνάμεις που ο ίδιος επικαλέστηκε με τα τεχνάσματά του».
Μιλώντας δε για τις περιοδικές εμπορικές κρίσεις, αναφέρει: «Και πώς ξεπερνά η αστική τάξη τις κρίσεις; Αφ’ ενός με την καταστροφή ενός αριθμού παραγωγικών δυνάμεων· αφ’ ετέρου, με την κατάκτηση νέων αγορών και την πληρέστερη εκμετάλλευση των παλαιών. Σαν να λέμε, προετοιμάζοντας κρίσεις ακόμα πιο εκτεταμένες και ολέθριες, και περιορίζοντας τα μέτρα για την αποτροπή τους».
Κι ο λόρδος Τζων, όμως, είχε φοβηθεί αυτό το παγκοσμιοποιημένο καπιταλιστικό μοντέλο, αφού είχε αντιπροτείνει μια παγκόσμια οικονομική συνεργασία −επειδή ακριβώς απεχθανόταν τον παγκόσμιο και χωρίς έλεγχο οικονομικό ανταγωνισμό−, προσπαθώντας, όπως έλεγε, να συνδυάσει «την οικονομική αποτελεσματικότητα, την κοινωνική δικαιοσύνη και την πολιτική ελευθερία».
Στο μεταξύ, οι θεωρίες του διδάσκονταν ήδη στα Πανεπιστήμια, δυο-τρεις γενιές οικονομολόγων μεγάλωσαν μ’ αυτές, χώρες και χώρες βγήκαν απ’ τη φτώχεια, στρατιές ανέργων την έβγαλαν καθαρή για κάμποσους Μάηδες. Το τριφύλλι έφτασε για καμιά πενηνταριά χρόνια.
Και τότε ενσκήπτει στην αγορά η περίφημη Σχολή του Σικάγου (το 1950 έχει ήδη ξεθάψει τον Άνταμ Σμιθ) στην πόλη όπου οι οικονομικές μελέτες του Αλ Καπόνε μύριζαν ακόμα νοθευμένο ουίσκυ. Κι έτσι, ο Νεοφιλελευθερισμός, από περιθωριακό κάποτε κίνημα, έγινε η κυρίαρχη ιδεολογία της δεκαετίας του 70.
Για την νέα «θρησκεία», ο Κέυνς είναι μάλλον ένας επικίνδυνος μαρξιστής! Αλλιώς γιατί παντρεύτηκε με την πρώτη μπαλαρίνα των Μπαλέτων Ντιαγκίλεφ;!
«Αυτός ο τύπος θα μας διαλύσει την αγορά, έτσι όπως το πάει. Ε, δεν είναι και λίγος μισός αιώνας βασιλείας του! Οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους... », είπε το 1973 με την κρίση του πετρελαίου ένας λαμπρός αστήρ, ο κ. Μίλτον Φρήντμαν, ο οποίος είχε μπει στο μεταξύ στα πανεπιστήμια ως διδάκτωρ και είχε γίνει το νέο κατεστημένο στους κύκλους της Wall Street. «Αυξάνουν –είπε− τα ελλείμματα, τρέχει ο πληθωρισμός, ξεχάστε πια τον Λόρδο, ότι έγινε έγινε, το κράτος δεν μπορεί να κάνει τον εμποράκο, οι βιομήχανοι δεν αντέχουν άλλο τον πατρικό εναγκαλισμό του, ήγουν πάμε γι’ άλλα». Και τσουπ, το 1976 τον χρήζουν και με Nobel.
Και με αυτό το νόμπελ λήγει πλέον οριστικά η «Εποχή Κέυνς» (1945-1975).
Αξίζει ίσως εδώ να ανοίξουμε μια παρένθεση και να πούμε ότι το Ίδρυμα Νόμπελ και οι κληρονόμοι του βρίσκονται στα μαχαίρια, αφού ο Νόμπελ δεν ανέφερε ποτέ στη διαθήκη του την επιθυμία του για τη θέσπιση βραβείου για την οικονομία, ούτε όμως και το απαγόρευσε όπως είχε κάνει με τα μαθηματικά. Σχετικά με αυτό οι κληρονόμοι του Νόμπελ υποστηρίζουν ότι δεν τη θεωρούσε καθαρή επιστήμη και άξια να βραβεύεται με μία υψηλού κύρους διάκριση. Την άποψη αυτή τη συμμερίζονται και άλλοι, κυρίως εκπρόσωποι κλάδων μη αμφισβητούμενης επιστημονικότητας (φυσική, χημεία). Κάποιοι μάλιστα φτάνουν στο σημείο να ζητήσουν την κατάργηση του βραβείου, ανάμεσα τους και ένας μακρινός εγγονός του Νόμπελ, ο Πίτερ Νόμπελ, δικηγόρος ασχολούμενος με θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Υποστηρίζεται επίσης ότι η βράβευση με το βραβείο αυτό μπορεί να εμπεριέχει πολιτικές σκοπιμότητες καθώς τα οικονομικά αποτελούν κοινωνική επιστήμη. Το ζήτημα πάντως δεν έχει ακόμη ξεκαθαριστεί. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των Ρόμπερτ Μέρτον και Μάιρον Σόουλς, οι οποίοι πήραν νόμπελ το 1997 «για την ανάπτυξη μίας νέας μεθόδου προσδιορισμού της αξίας χρηματοοικονομικών παραγώγων». Την επόμενη χρονιά, το 1998, –ένα χρόνο πριν ξεσπάσουν τα μεγάλα σκάνδαλα με τις κομπίνες της Άρθουρ Άντερσεν και την κατάρρευση της Enron− οι νομπελίστες Μάιρον Σόουλς και ο Ρόμπερτ Μέρτον έχασαν τις οικονομίες τους όταν το Long-Term Capital Management, μια εταιρεία διαχείρισης κεφαλαίων (hedge fund) βασισμένη στις ιδέες τους περί ορθολογικής αγοράς, τινάχτηκε στον αέρα. Κλέινει η παρένθεση.
Για να φτάσει μέχρι εδώ ο κύριος "αυτορύθμιση", και σύμβουλος του Πινοσέτ, το «σύστημα» του παρείχε τα πάντα: περιοδικό, ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές, ίδρυμα, έδρα στο πανεπιστήμιο, διαλέξεις...
Τον ασπάζεται ο k. Ρήγκαν, τον ερωτεύεται η k. Θάτσερ, τον έχουν ήδη σπουδάσει στο Αμερικάνικο Kολλέγιο Αθηνών (της Αθήνας!) ο k. Manos και ο k. Giannos και o k. Alogoskoufis, και όλοι μαζί −σοσιαλίζοντες νεοφιλελεύθεροι και νεοφιλελευθεριάζοντες σοσιαλιστές− σαλπίζουν επίθεση.
Θάνατος σε κάθε τι κρατικό. Ιδιωτικοποιήσεις και απελευθέρωση των αγορών, μεταφραζόμενα στα καθ’ ημάς με ΟΤΕ, ΔΕΗ, ΕΛΠΕ, ΟΑ... Δώσε! 10, 11,... 20,... 120%. (Αυτό το τελευταίο ποσοστό δεν είναι φανταστικό, αφού παλιότερα ο σοσιαλφιλελεύθερος k. Nikos, ο Christodoulakis, «θα ιδιωτικοποιούμε επ’ άπειρον!» είχε πει, αλλά δεν το θυμάται και τώρα κατηγορεί τον k. Alogoskoufis για θατσερισμό).
Η νέα «νέα εποχή» της Πολιτικής των Ελευθέρων Θυρών, του laissez faire- laissez passer «μπάτε σκύλοι αλέστε» σε ελεύθερη απόδοσηέχει παραβιάσει τις πόρτες μας.
Και σίγουρα αυτό το σύστημα μιας ανεξέλεγκτης αγοράς δεν έχει συμβάλει ούτε στο ελάχιστο στην άρση των ανισοτήτων και στη δίκαιη αναδιανομή πόρων. Το αντίθετο μάλιστα.
Η οικονομία του λόρδου Τζων Μέυναρντ Κέυνς, στην οποία στηρίχτηκαν οι πολιτικές των σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων μετά τον πόλεμο, δηλαδή ιδιωτική πρωτοβουλία με ισχυρό κοινωνικό κράτος και αυξημένη συμμετοχή των συνδικάτων, αργά αλλά σταθερά ξεθεμελιώνεται.
Ο αυτοματισμός των αγορών απορρυθμίζει την κοινωνία, κι ο αυτισμός των αγοραίων της εξουσίας, ρυθμίζει τις τύχες μας.
Από την κραταιά αυτοκρατορία της k. Θάτσερ, ως την αυτοκρατορικά γαλαντόμα ενίσχυση των τραπεζών του k. Μπράουν, από την ισχυρή Ελλάδα του k. Simitis, μέχρι την επανίδρυση του ελληνικού κράτους, την οποία υποσχέθηκε ο k. Karamanlis, και από το βασίλειο των Μπερλουσκόνι, Σαρκοζί, Θαπατέρο, Μέρκελ και των άλλων μυθικών της Νέας Τάξης, η εργασία βρίσκεται υπό διωγμόν, οι στρατιές των ανέργων μεγαλώνουν, οι πολίτες λυγίζουν κάτω από την πίεση που ασκούν τα διάφορα «κέντρα» με τα «αποκρυφιστικά αρκτικόλεξα: ΕΕ, ΔΝΤ, G8, WTO, NAFTA, FTAA…»
Και τώρα, τι μέλλει πια γενέσθαι; Θάβουμε τον κόσμο της εργασίας και μένει η οικονομία μόνη της για να αυτορυθμιστεί; Ή προλαβαίνουμε να ξεθάψουμε τον λόρδο και να τον ρωτήσουμε πώς έληξε η κουβεντούλα με τον προλετάριο εκεί στους Άυλους Τόπους;
Κι εμείς, πώς θα πορευτούμε, αφού η παντοδύναμη «αόρατη χειρ» του Άνταμ Σμιθ δεν μπορεί να βάλει το... χέρι της στην αγορά και να μας σώσει; Ποιος θα μας τείνει χείρα βοηθείας με... τριφύλλι, αφού μεσοπρόθεσμα −μέχρι το Μάη, δηλαδή− θα είμαστε όλοι νεκροί;
Μάλλον όμως, το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε, πριν εξαϋλωθούμε, είναι να ξανασκεφτούμε ότι «Οι προλετάριοι δεν έχουμε να χάσουμε τίποτα, εξόν τις αλυσίδες μας. Κι έχουμε έναν ολόκληρο κόσμο να κερδίσουμε». 
Ακόμα κι αν έχουμε φροντίσει οι ίδιοι να αγοράσουμε αυτές τις αλυσίδες με τις πιστωτικές μας κάρτες.

Τα αποσπάσματα είναι από τα βιβλία:
Καρλ Μαρξ - Φριντριχ Ενγκελς: Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος. Μετάφραση, Γιώργος-Ικαρος Μπαμπασάκης. (Εκδόσεις Ερατώ, 1997).
ΤΖΩΝ ΜΕΫΝΑΡΝΤ ΚΕΫΝΣ: Η Γενική Θεωρία της Απασχόλησης, του Τόκου και του Χρήματος. Μετάφραση, Θανάσης Αθανασίου, Επιστημονική Επιμέλεια-Θεώρηση, Μιχάλης Ψαλιδόπουλος. (Εκδόσεις Παπαζήσης, 2001).

Σημείωση 2: Ο Κέυνς από τον Zachary Pullen, σκιτσογράφο του λογοτεχνικού ενθέτου «The New York Times Book Review» (Το ΒΗΜΑ, 17/02/2002). Ο Μαρξ, επίσης από Το ΒΗΜΑ, 19/11/2000, χωρίς αναφορά σε καλλιτέχνη.

Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2008

Ο Λάκης ο Νταής: Ένα βήμα πριν την ασυλία του ασύλου

"Βροντάει ο Όλυμπος κι αστράφτει η Γκιώνα"
(Αντάρτικο)
"Γελάνε τ΄Αγραφα κι όλη η στεριά"
(Παραλογή)


(Από το βιογραφικό του δραμινού αντάρτη, όπως ιστορείται στην ιστοσελίδα του)
Ο Λάκης ο Νταής
Και ο Νταής ο Λάκης

(Από το "πιστεύω" ενός τεράστιου πολιτικού αναστήματος. όπως παρουσιάζεται στην ιστοσελίδα του)










03/10/08: Το καταστάλαγμα σοφίας ενός συνεπούς αντάρτη και η άφοβη ματιά του.

Μετά ταύτα ο δεύτερος των νταήδων εικονιζόμενος, δια στόματος Αντώναρου (τι λέει ο άνθρωπος!), εδήλωσεν:

Και ξαναμεταταύτα, το έτερον πιο επίσημο στόμα (τροΜάρα του) του Νταή του Λάκη εδήλωσεν:

Έτσι γίνεται με τους αληθινούς αντάρτες. Κάνουν μια δήλωση και (ξε)καθαρίζουν στο άψε σβήσε. Το ίδιο έπραξαν, άλλωστε, και οι κατά καιρούς ανεβαίνοντες στα βουνά, Μανώλης, Κεφαλογιάννης, Πολύδωρας, και ο Οπλαρχηγός Τατούλης.